Για αιώνες η ύπαρξη του ιερού της Αμαρυσίας Αρτέμιδος στην Αμάρυνθο της Εύβοιας ήταν γνωστή μόνο μέσα από γραπτές πηγές. Ειδική αναφορά σε αυτό το λαμπρό ιερό έκανε, για παράδειγμα, ο Στράβων, μνημονεύοντας, μεταξύ άλλων, μια επιγραφή, η οποία περιέγραφε μία πομπή 3.000 οπλιτών, 600 ιππέων και 60 αρμάτων, που ξεκινούσε από το άστυ της Ερέτριας προς το ιερό. Και όμως, μία λανθασμένη πληροφορία του αρχαίου γεωγράφου σχετικά με την απόσταση του ιερού από την Ερέτρια φαίνεται να αποπροσανατόλισε για δεκαετίες τους αρχαιολόγους, που ήδη από τον 19ο αιώνα είχαν μπει στο κυνήγι της αναζήτησής του. Ετσι χρειάστηκε να περάσουν πάνω από 100 χρόνια για να έρθουν στο φως τα λείψανα του ιερού (7ος-6ος αι. π.Χ.).
«To 2006 η Ελβετική Αρχαιολογική Σχολή στην Ελλάδα, σε συνεργασία με την Εφορεία Αρχαιοτήτων Ευβοίας, ξεκίνησε ένα νέο ανασκαφικό πρόγραμμα στην Αμάρυνθο, 11 χλμ. από την Ερέτρια, με στόχο τον εντοπισμό του γνωστού ιερού της Αμαρυσίας Αρτέμιδος» αναφέρει, μιλώντας στο «Βήμα», η Ολγα Πολυχρονοπούλου, αρχαιολόγος, καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής.
«Η ταύτιση έγινε το 2017 με βάση ενσφράγιστες κεραμίδες. Την ίδια χρονιά αποκαλύφθηκαν τα πρώτα ίχνη του ναού, στο εσωτερικό του οποίου βρέθηκε το 2020 αποθέτης με περισσότερα από 700 πολύτιμα αντικείμενα (αγγεία, κοσμήματα, ειδώλια, όπλα κ.λπ.), αφιερώματα στη θεά Αρτέμιδα. Η ανακάλυψη του ναού συγκαταλέγεται στις σπουδαιότερες ανακαλύψεις των τελευταίων ετών στην Ελλάδα και σήμερα το ερευνητικό πρόγραμμα διευθύνεται από τον καθηγητή Σιλβιάν Φασάρ και από τη δρα Αγγελική Γ. Σίμωσι».
Η συνάντησή μας με τη δρα Ολγα Πολυχρονοπούλου γίνεται στο πλαίσιο της έκθεσης «Modern ARTεμις – Η αρχαία Αμάρυνθος στην Εύβοια», την οποία επιμελείται μαζί με τον αρχαιολόγο Τομπίας Κραπφ (Eλβετική Αρχαιολογική Σχολή στην Ελλάδα) και την αρχαιολόγο, ιστορικό τέχνης και επιμελήτρια εκθέσεων Ιριδα Κρητικού.
Ουσιαστικά, η έκθεση αποτελεί μία πρωτοβουλία της Ελβετικής Αρχαιολογικής Σχολής στην Ελλάδα και του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής και παρουσιάζεται αυτό το διάστημα στο Κέντρο Τεχνών του Δήμου Αθηναίων, ενώ στη συνέχεια θα μεταφερθεί στη Δημοτική Πινακοθήκη Χαλκίδας με σκοπό να ολοκληρώσει τη διαδρομή της στην Ελβετία. Στόχος; Να φέρει σε ουσιαστικό διάλογο την αρχαιολογική έρευνα με τη σύγχρονη εικαστική δημιουργία.
Ετσι, εννέα καταξιωμένοι καλλιτέχνες από την Ελλάδα, την Ελβετία και την Κύπρο (Ιφιγένεια Σδούκου, Αννα Αχιλλέως Στόιμπλι, Πραξιτέλης Τζανουλίνος, Θράσος Αβαριτσιώτης, Κατερίνα Βέλλιου, Νοεμί Νιντερχάουζερ, Καρλ και Νικόλ Ρέμπερ, Τζούντιτ Βίλλιγκερ) καλέστηκαν να εμπνευστούν από τον χώρο της αρχαίας Αμαρύνθου, το ιερό της Αμαρυσίας Αρτέμιδος, την ανασκαφή, αλλά και το μουσείο, τα ευρήματα και, εν γένει, το ιστορικό και συμβολικό φορτίο του τόπου.
Η γέννηση της ιδέας
«Η ιδέα για αυτή την έκθεση προέκυψε το 2022 μέσα από συζητήσεις με συναδέλφους στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής» επισημαίνει η κυρία Πολυχρονοπούλου. «Οι αρχικές αυτές συζητήσεις βρήκαν ανταπόκριση στους ελβετούς συναδέλφους και έτσι αποφασίσαμε να οργανώσουμε από κοινού ένα διαδραστικό εργαστήριο μιας εβδομάδας το καλοκαίρι του 2023 στην Αμάρυνθο, σύμφωνα με το παράδειγμα του Art Residency, καλώντας τους καλλιτέχνες να έρθουν σε επαφή με τον χώρο, το τοπίο, την ανασκαφή και το μουσείο και να αντλήσουν έμπνευση».
Οπως εξηγεί, οι περισσότεροι εικαστικοί επισκέφθηκαν τον χώρο της ανασκαφής τον Ιούλιο του 2023, στο διαδραστικό εργαστήριο που διοργανώθηκε, και με την ανασκαφική διαδικασία σε λειτουργία. «Κάποιοι άλλοι ήρθαν αργότερα και έκαναν τη δική τους μελέτη στον χώρο» προσθέτει.
«Οσον αφορά το πώς η έμπνευση μετουσιώθηκε σε δημιουργία, αυτό είναι μια προσωπική επιλογή· είναι μια διαδικασία ζύμωσης και αφομοίωσης που χρειάζεται χρόνο για να αποκρυσταλλωθεί σε εικαστικό προϊόν. Ο Πραξιτέλης Τζανουλίνος, για παράδειγμα, εμπνεύστηκε από τον μύθο της Αρτέμιδας και επέλεξε την αιχμή βέλους ως στοιχείο εικαστικής δημιουργίας, αλλά δημιούργησε και τη δική του σύγχρονη εκδοχή του Ακταίωνα (του άτυχου νέου που σύμφωνα με τον μύθο είδε τη θεά να λούζεται και εκείνη τον μεταμόρφωσε σε ελάφι που κατασπάραξαν τα σκυλιά του, γιατί δεν τον αναγνώρισαν).
Η Νοεμί Νιντερχάουζερ, πάλι, συνδυάζει τα μυθολογικά στοιχεία με την αποτύπωση αρχιτεκτονικών λεπτομερειών από τα αρχαία κατάλοιπα του χώρου, ενώ ο Θράσος Αβαριτσιώτης μεταφέρει την υποβλητική ατμόσφαιρα ενός μυθολογικού σκηνικού με ασπρόμαυρες εικόνες θραυσμάτων και συμβόλων. Μια διαφορετική ματιά στη στρωματογραφία έδωσε το έργο “Ανασκαφή” της Αννας Αχιλλέως Στόιμπλι. Η χρωματική απόδοση και η αφαιρετική διάσταση δίνουν ένα πλούσιο εικαστικό αποτέλεσμα, που ενισχύεται ιδιαίτερα και με την τεχνική της εγκαυστικής που χρησιμοποιεί η εικαστικός. Ακόμη, η Νικόλ και ο Καρλ Ρέμπερ επιλέγουν θέματα από τον φαινομενικά βαρετό ή αδιάφορο, από εικαστική άποψη, εξοπλισμό της ανασκαφής, όπως τα σκεύη συλλογής και αποθήκευσης του υλικού, ακόμη και τα εξαρτήματα που χρησιμοποιούνται για την προστασία των αντικειμένων».
Για την ίδια, πολύ πρωτότυπη είναι επίσης η προσέγγιση της Τζούντιτ Βίλλιγκερ, γιατί, όπως αναφέρει, «δίνει μια άλλη ερμηνεία ή ανάγνωση της αρχαιολογικής εργασίας στην ανασκαφή, εστιάζοντας στον αρχαιολόγο που εργάζεται στο πεδίο». Επίσης, ένα άλλο παράδειγμα πρωτότυπης προσέγγισης, σύμφωνα με την Ολγα Πολυχρονοπούλου, φαίνεται να είναι το έργο της Ιφιγένειας Σδούκου, με χρήση του κεντήματος και συγκεκριμένα της τεχνικής του needle painting (ζωγραφικής με βελόνα), στην απόδοση μυθολογικών θεμάτων που συνδυάζονται με αναγεννησιακές αναφορές.
«Aκόμη, με αφετηρία τον μύθο της Αρτέμιδας αλλά και με αναφορές στο παρόν, η Κατερίνα Βέλλιου συμπυκνώνει στοιχεία και σύμβολα αρχετυπικά, για να δηλώσει τη σχέση του ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον, με μια εγκατάσταση προσομοίωσης ιερού, έναν χώρο συγκέντρωσης και προβληματισμού για την έννοια του ιερού στην εποχή της αβεβαιότητας. Βλέπετε λοιπόν ότι τα έργα της έκθεσης έχουν όλα διαφορετικό ύφος, ανάλογα με το είδος που υπηρετεί κάθε εικαστικός: ζωγραφική, γλυπτική, εγκατάσταση, φωτογραφία, κέντημα» προσθέτει.
Η αρχαιότητα ως ζωντανός διάλογος
Μπορεί λοιπόν η σύγχρονη τέχνη να συναντήσει την αρχαιότητα και να την «ξαναδιαβάσει» χωρίς να τη διαστρεβλώνει; «Απολύτως» απαντά. «Η αρχαιότητα ποτέ δεν ήταν ένα “σταθερό παρελθόν”· αντίθετα, επαναπροσδιορίζεται συνεχώς. Κάθε εποχή, κάθε κοινωνία κατασκευάζει μια εικόνα για την αρχαιότητα, με στερεότυπα άλλοτε εξιδανικευτικά, άλλοτε αρνητικά, τα οποία χρησιμοποιούνται ανάλογα με τις επικρατούσες αντιλήψεις. Μια διαπίστωση, ωστόσο, φαίνεται ξεκάθαρη: η πρόσληψη της αρχαιότητας από την κοινωνία μεταβάλλεται διαρκώς, η επίδρασή της, όχι πάντοτε συνειδητή, εκφράζεται και μέσα από τις τέχνες και ειδικότερα από τη σύγχρονη τέχνη, η οποία προτείνει τη δική της εκδοχή, που προσδιορίζεται από τις κυρίαρχες τάσεις της εποχής. Η εικαστική ανάγνωση της αρχαιότητας λοιπόν είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα πρόκληση σε κάθε εποχή και η τωρινή έκθεση αποδεικνύει ότι ο διάλογος μέσω της τέχνης είναι ζωντανός, επίκαιρος και διαρκής».
