«Διόρθωση»: Η μηχανική της εσωτερικής συντριβής

Το έργο «Διόρθωση», του Τόμας Μπέρνχαρντ στο ΘΕΑΤΡΟ ΡΟΕΣ - Το στρυφνό, κλειστοφοβικό και πυρετώδες μυθιστόρημα των 385 σελίδων του Μπέρνχαρντ σκηνοθετεί και διασκευάζει υποδειγματικά ο μόλις 27 ετών, Τάσος Πετρίτσης, στην πρώτη του επαγγελματική σκηνική εργασία

«Διόρθωση»: Η μηχανική της εσωτερικής συντριβής

«Δεν είμαι αφηγητής ιστοριών, κατά βάθος τις μισώ τις ιστορίες. Είμαι καταστροφέας ιστοριών. Οταν στο έργο μου σχηματίζονται ενδείξεις μιας ιστορίας, τη σκοτώνω. Το ίδιο ισχύει και για τις προτάσεις. Θα επιθυμούσα σχεδόν να τις νεκρώνω, από την αρχή τους κιόλας» γράφει ο Τόμας Μπέρνχαρντ στο βιβλίο του «Αυτοβιογραφία». Αυτός ακριβώς είναι ο πυρήνας της γραφής του ιδιοσυγκρασιακού αυστριακού συγγραφέα. «Σκοτώνει» τις ιστορίες, «νεκρώνει» τις προτάσεις, ανακυκλώνει εμμονικά και με φρενήρεις ρυθμούς λέξεις, ιδέες και εικόνες, επιδεικνύει ανευλάβεια για τους κοινώς αποδεκτούς κανόνες γραφής, αδιαφορεί επιδεικτικά για τα σημεία στίξης – ειδικά τις τελείες. Συνθέτει έργα άγρια, γενναία, με έντονο πολιτικό στίγμα και λυτρωτικό χιούμορ, έργα με γλωσσική ένταση ομόλογη της θεματικής του.

Τα κείμενά του δεν αφήνουν τίποτα όρθιο. Στρέφονται ενάντια του κράτους («Αυτό το κράτος είναι μηδέν για την εξέλιξη ενός πνευματικού ανθρώπου»), της οικογένειας («Οι γονείς είναι οι αρχικοί καταστροφείς των παιδιών τους»), της εκπαίδευσης («Τα σχολεία είναι γιγάντια ιδρύματα εκμηδένισης»), της εργασίας («Αντί ν’ αυτοκτονήσουν, οι άνθρωποι πηγαίνουν στη δουλειά»), του φενακισμού («Ολόκληρη η ύπαρξή μας είναι μια απύθμενη παραποίηση και πλαστοποίηση»), της ανθρώπινης ποταπότητας («Ολα ολόγυρά μας είναι κακοήθη»). Σφυροκοπούν ανελέητα τον αναγνώστη ή θεατή τους, τον υποχρεώνουν σε μια επώδυνη ενδοσκόπηση και αναθεώρηση του αξιακού του συστήματος.

Στη «Διόρθωση», που γράφτηκε το 1975, ο Μπέρνχαρντ στήνει μια ολόκληρη εμπειρία σκέψης που φτάνει στα όριά της. Δεν υπάρχει «πλοκή», ο ρυθμός της γλώσσας αποτελεί μέρος του νοήματος, η αφήγηση είναι μονολογική, κυκλική, γεμάτη επαναλήψεις που αποτελούν παραλλαγές της εμμονικής σκέψης των προσώπων. Σε αυτό το κειμενικό πλαίσιο, ο Μπέρνχαρντ τοποθετεί τα δύο πρόσωπα του μυθιστορήματός του, τον Αφηγητή και τον αυτόχειρα φίλο του Ρόιτχαμερ, στη σοφίτα του Χέλερ (του τρίτου φίλου της παρέας, που ποτέ δεν εμφανίζεται). Αυτή η σοφίτα είναι ο μεταφυσικός χωροχρόνος, που συντίθεται και ανασυντίθεται από τις σκέψεις του Αφηγητή και τις δαιδαλώδεις σημειώσεις που άφησε πίσω του ο Ρόιτχαμερ.

Καθώς ο Αφηγητής αρχίζει να διαβάζει τις σημειώσεις, ζωντανεύουν οι σκέψεις του Ρόιτχαμερ όπως και ο ίδιος, με κομβικό σημείο αναφοράς «μια τρελή ιδέα», μια εμμονική παραδοξότητα, το σχέδιό του «να κτίσει για την αδερφή του έναν κατοικήσιμο κώνο, στο κέντρο του δάσους Κόμπερναουερ, προς μεγίστην ευτυχία της». Η ιδέα αυτή δεν τον άφηνε σε ησυχία. Σχέδια επί σχεδίων, αλλαγές επί αλλαγών, διορθώσεις επί διορθώσεων, ταλάνισαν για χρόνια τον Ρόιτχαμερ. Ομως, όταν αποπεράτωσε αυτό το τιτάνιο έργο, «η αδελφή του αφανίστηκε», πέθανε από μία ανεξήγητη ασθένεια και στη συνέχεια ο Ρόιτχαμερ αυτοκτόνησε. Οπως παρατηρεί ο Αφηγητής, «Πράγματι ο κώνος τούς εκμηδένισε και τους δυο. Κάθε άνθρωπος έχει μια ιδέα που τελικά τον σκοτώνει, τον εκμηδενίζει».

Ο Ρόιτχαμερ και ο Βίτγκενσταϊν

Ο παραλληλισμός του βίου του Ρόιτχαμερ με τον φιλόσοφο Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν, τον οποίο θαύμαζε ανυπόκριτα ο Μπέρνχαρντ, είναι παραπάνω από εμφανής (προβληματική σχέση με την οικογένεια και την Αυστρία, σπουδές στο Κέιμπριτζ, οικοδόμηση σπιτιών για τις αδερφές τους, οι οποίες εκδήμησαν μετά την αποπεράτωση των οικιών τους). Πέρα από τα βιογραφικά στοιχεία, εύκολα διακρίνει κανείς και τη φιλοσοφική συγγένεια των δύο αυστριακών διανοητών, του Μπέρνχαρντ και του Βίτγκενσταϊν.

Η σύλληψη της «Διόρθωσης» του Μπέρνχαρντ παραπέμπει στη φιλοσοφική πορεία του Βίτγκενσταϊν, ο οποίος συνεχώς αναθεωρούσε τις ιδέες του, ιδίως από το «Tractatus Logico-Philosophicus» στις ύστερες σκέψεις του. Και για τον Μπέρνχαρντ και για τον Βίτγκενσταϊν το αρχιτεκτόνημα της γλώσσας – όπως και η αρχιτεκτονική του σπιτιού – αποτελεί πεδίο που επιδέχεται διαρκώς διορθώσεις μέχρις ότου να εξαντλήσουν τον διορθωτή τους. Η εμμονή με την τελειότητα οδηγεί σε ατέρμονες διορθώσεις και κατ’ επέκταση σε αδυναμία ολοκλήρωσης. Η ανάλυση γίνεται υπερανάλυση και τελικά παράλυση. «Διαρκώς διορθώνουμε τον εαυτό μας με τη μεγαλύτερη ανοικτιρμοσύνη, επειδή γνωρίζουμε ότι όλα τα πράξαμε (γράψαμε, σκεφτήκαμε, κάναμε) λάθος, ότι όλα είναι μια παραποίηση, γι’ αυτό διορθώνουμε αυτή την παραποίηση και πάλι διορθώνουμε τη διόρθωση αυτής της παραποίησης και ούτω καθεξής». Αναπόφευκτα, «κάθε διόρθωση είναι εκμηδένιση, καταστροφή».

Το στρυφνό, κλειστοφοβικό και πυρετώδες μυθιστόρημα των 385 σελίδων του Μπέρνχαρντ (σε μετάφραση Βασίλη Τομανά) σκηνοθετεί και διασκευάζει υποδειγματικά – συμπυκνώνοντάς το σε 42 σελίδες – ο νεότατος, μόλις 27 ετών, Τάσος Πετρίτσης, στην πρώτη του επαγγελματική σκηνική εργασία, συνθέτοντας μία από τις αρτιότερες προτάσεις της σεζόν. Αναδεικνύοντας την εμμονική γεωμετρία, την παραληρηματική ακρίβεια, τη χειρουργική απαισιοδοξία, την εκτυφλωτική διαύγεια και τη σκοτεινή μουσικότητα της μπερνχαρντικής γραφής, ο Πετρίτσης προσφέρει μια υποβλητική σκηνική ανάγνωση, η οποία κυριολεκτικά καθηλώνει τον θεατή.

Οι μουσικές συνθέσεις και επιλογές των Φώτη Σιώτα και Δημήτρη Χατζηζήση συνομιλούν και συνοδεύουν οργανικά την αφήγηση, που ακούγεται σαν μουσική παρτιτούρα του Μάλερ ή του Σένμπεργκ, άγρια και ενδοσκοπική, αναδεικνύοντας τον θυελλώδη στοχασμό του Μπέρνχαρντ ως «μια παρατεταμένη μελωδική κραυγή».

Το, σαν αποκύημα του φαντασιακού χωροχρόνου της συνάντησης των ηρώων, λεπτομερές και συνάμα αφαιρετικό σκηνικό της Κατερίνας Βλάχμπεη, τα φροντισμένα κοστούμια της ιδίας, η πλαστικότητα της κίνησης που δίδαξε ο Ερμής Μαλκότσης αποδίδοντας την μπερνχαρντική εμμονή με την τελειότητα, αλλά και τη σκηνική μηχανική της απόγνωσης, οι πολυεστιακοί, σχεδόν αφηγηματικοί, άλλοτε αδροί, άλλοτε ποιητικοί, φωτισμοί του Τάσου Παλαιορούτα και της Ιωάννας Αθανασίου πλαισιώνουν τις έξοχες ερμηνείες του Στέφανου Βλάχου και του Ερμή Μαλκότση, οι οποίες αποδίδουν την ακρίβεια του μπερνχαρντικού λόγου, επιδιδόμενοι σε έναν «αστικό μακάβριο χορό, ο οποίος μας κάνει να σκεφτούμε βαθύτερα την πολυμέρεια της παρακμιακής εποχής μας», κατά τη ρήση του «πάπα του γερμανικού θεάτρου» και στενού συνεργάτη-σκηνοθέτη του Μπέρνχαρντ, Κλάους Πάιμαν.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version