Είναι ποτέ εφικτό να γεννηθεί μια δημοκρατία στην οποία δεν θα υπάρχουν μειοψηφίες να υποφέρουν; Με αφετηρία αυτό το ερώτημα, ο Σαμσών Ρακάς παρουσιάζει την ατομική έκθεση ζωγραφικής «Το ποιητικό κράτος» στο Λόφος Art Project στην Κυψέλη, σε επιμέλεια του «υπερβατικού και ολιστικού ρεμβασμού» της ιστορικού τέχνης Φαίης Τζανετουλάκου. Πρόκειται για έργα της τελευταίας τριετίας, ζωγραφισμένα πάνω σε βρεθέντα υλικά, όπως ξύλινες πόρτες, που εξερευνούν την ιδέα της ουτοπίας.
Ο Ρακάς δημιουργεί εικόνες που μιλούν για ελπίδα και αναγέννηση μέσα από έναν ποιητικό, αφαιρετικό ρυθμό, ένα εικαστικό σύμπαν που παραπέμπει σε μια φανταστική πολιτεία που προσπαθεί να επουλώσει τις πληγές της και να αντεπεξέλθει στις προκλήσεις της σύγχρονης εποχής.
Ποιητής, εικαστικός, περφόρμερ και εκδότης, ο Ρακάς είναι ιδιαίτερα γνωστός για το ποιητικό του έργο μέσα από αυτοεκδόσεις και εγχειρήματα, όπως το Ρομαντικό Πανεπιστήμιο Αθήνας (academia-romantica.edu.gr), έναν χώρο φροντίδας και δημιουργικής διερεύνησης όπου συγκεντρώνονται έργα τέχνης από ρακοσυλλέκτες ή και τον δρόμο, συγκροτώντας μια σωστική πινακοθήκη με πάνω από 500 ζωγραφικά έργα και ένα ιστορικό αρχείο με πάνω από 3.000 φωτογραφίες, και διοργανώνονται εκθέσεις, ποιητικές δράσεις και επιμορφωτικά εργαστήρια εμπνευσμένα από τη φιλοσοφία του Βάλτερ Μπένγιαμιν.
Πώς λειτουργεί η ουτοπία στη ζωγραφική σου: ως εσωτερική ανάγκη, ως πολιτικό όραμα ή ως ένας χώρος ανοιχτός σε αμφιβολία και ρήξη με την πραγματικότητα;
«Θα το έβρισκες παράλογο αν ένιωθα πως ισχύουν και τα τρία; Κατ’ αρχάς, το γεγονός πως μέσα σε μια τόσο τεχνοκρατική και εκβιασμένη καθημερινότητα εξακολουθώ να είμαι ένας πιστός υπηρέτης της εσωτερικής μου ανάγκης είναι ένα συναίσθημα τόσο ουτοπικό για μένα που με καθιστά υπερασπιστή ενός διαπροσωπικού πολιτικού οράματος.
Προφανώς για να συμβεί αυτό έχω απλοποιήσει σε μεγάλο βαθμό τη ζωή μου, ξεφεύγοντας από τις καταναλωτικές πρακτικές των καιρών. Δεν νιώθω όμως πως λέω κάτι ξεχωριστό. Περιτριγυρίζομαι από ανθρώπους που πιστεύουν εξίσου πως η κοινωνία της αφθονίας και της αέναης υπόσχεσης σε οδηγεί με ακρίβεια στη δυστυχία. Να είσαι φτωχός από συνείδηση είναι για μένα η πιο ελπιδοφόρα ρήξη με την πραγματικότητα, ένα κατώφλι ελευθερίας».
Η συμμετοχή του κοινού αποτελεί «δομικό μέρος» της έκθεσης. Τι σημαίνει για εσένα η μετάβαση του θεατή από παρατηρητή σε συν-νομοθέτη ενός ποιητικού κράτους;
«Το “ποιητικό κράτος” είναι ένα όχημα αναστοχασμού που θέλει πάνω απ’ όλα να κινητροδοτήσει. Δεν διαθέτει αρχές. Αυτές χτίζονται σταδιακά από τους επισκέπτες. Γι’ αυτό και μετά την περιήγηση καλώ τον κόσμο να μεταβεί στο υπόγειο, να πατήσει το rec και να καταθέσει στην κάμερα, με όποιον τρόπο επιθυμεί, μια προγνωστική ιδέα, ένα άρθρο του ουτοπικού συμβολαίου, έναν κώδικα συνύπαρξης στο ποιητικό κράτος. Το αρχειακό αυτό υλικό, αν η δυναμική του το επιτρέψει, θα αποτελέσει στο προσεχές μέλλον τον πυρήνα της πειραματικής ταινίας “Το ποιητικό κράτος”. Είναι ένα ακόμη ουτοπικό πείραμα που αναζητά το θαύμα: μια ταινία αυτοσκηνοθετούμενη».
Πιστεύεις πραγματικά ότι μπορεί να υπάρξει μια δημοκρατία χωρίς μειοψηφίες που υποφέρουν ή το «ποιητικό κράτος» λειτουργεί κυρίως ως κριτικός καθρέφτης των αδιεξόδων της πραγματικότητας;
«Η σημερινή μας πραγματικότητα, όπως και κάθε πραγματικότητα πάνω στη γη, οφείλει να γίνει κατανοητή ως μια γιγαντιαία συσσώρευση ουτοπικών επιθυμιών. Πριν φτάσει ο άνθρωπος στο φεγγάρι μόνο ονειρικά μπορούσε να γίνει αντιληπτό το ταξίδι. Ακόμα και η κατασκευή των εθνών-κρατών που μέσα τους ζούμε σήμερα ήταν κάποτε ένα απολύτως άπιαστο και ουτοπικό εγχείρημα. Το συνέλαβαν επαναστάτες που κυνηγήθηκαν άγρια για τις “άρρωστες” και αντιμοναρχικές επιθυμίες τους. Φυσικά δεν ήταν σε θέση τότε να προβλέψουν την έννοια του εθνικισμού που θα αναδυόταν, προκαλώντας στην ανθρωπότητα εκατομμύρια νεκρούς.
Η εκάστοτε εξουσία μετατρέπει την κρυμμένη ουτοπία του παρόντος σε ρεαλισμό και επιθυμεί να την παγιώσει προς όφελός της. Μα η κοσμική ροή δεν σταματά. Η αλήθεια είναι μια αλληλουχία μεταμόρφωσης μέσα στον ιστορικό χρόνο κι όσο θα αρνούμαστε το μυστήριο που μας περικυκλώνει τόσο θα υποφέρουμε μέσα στην ασφαλή ζώνη της απομάγευσης. Κι αυτό είναι το μεγάλο ζητούμενο στην έκθεση αυτή: Ο επισκέπτης να υπερβεί τον ρόλο του ως θεατής, να κολυμπήσει μέσα στους χώρους, υγροποιώντας τα εφήμερα στερεότυπα που μας έχουν φορτώσει. Δεν θέλω κανένας να γίνει κάτοικος του ποιητικού μου κράτους. Επιθυμώ να τον πείσω πως διαθέτει ένα δικό του».
Μετά από μια μακρά αποχή από τη ζωγραφική, «τον εθελούσιο αποχωρισμό από τα έργα σου σε μια γωνιά του Ανατολικού Λονδίνου πριν από 20 χρόνια», όπως διαβάζω, τι σε οδήγησε στην επιστροφή σε αυτήν;
«Παρόλο που αν έχω κάποια μικρή φήμη την οφείλω στην ποίηση και στη συγγραφή γενικότερα, ομολογώ πως η καλλιτεχνική μου εκκίνηση εντοπίζεται στη ζωγραφική. Στα 25 μου χρόνια έφυγα για το Λονδίνο χωρίς εμφανή αιτία και προσπαθούσα να βιοποριστώ από τα έργα μου. Μα ήταν αδύνατον. Θυμάμαι κουβαλούσα κάθε πρωί δύο μεγάλες τσάντες που είχαν στριμωγμένα μέσα τα ξύλα που ζωγράφιζα. Τα πήγαινα σε κάτι υπαίθριες αγορές.
Μα αυτές οι τσάντες ήταν ασήκωτες και αναγκαζόμουν να τις κρεμάω στο ώμο αν ήθελα να φτάσω στον προορισμό μου. Σύντομα απέκτησα δύο ουλές στους ώμους, σαν τιράντες, που άνοιγαν κάθε τόσο και λέρωναν τα μανίκια από το αίμα. Μέχρι που ένα απελπισμένο απομεσήμερο μου τηλεφώνησε ένας τύπος και μου πρότεινε να δουλέψω ως βοηθός σεφ στο Μπράιτον. Διασκόρπισα τα έργα μου στην αγορά και έφυγα από το Λονδίνο με την υπόσχεση να μην ξαναζωγραφίσω. Εδώ και μερικά χρόνια αθέτησα την υπόσχεσή μου. Κι αυτό γιατί συνειδητοποίησα πως είτε με την ποίηση ασχολείσαι είτε με τη ζωγραφική ή το θεατρικό έργο, δεν έχει καμία διαφορά. Ολες οι τέχνες από το ίδιο σπήλαιο κατάγονται, τον ίδιο σταλακτίτη θηλάζουν».
Η χρήση ξύλινων επιφανειών που βρίσκεις, όπως οι πεταμένες πόρτες σπιτιών, φέρει έντονο συμβολικό φορτίο. Τι σε οδηγεί στην επιλογή αυτών των υλικών;
«Η Αθήνα, ειδικά τώρα με τις ανακαινίσεις σπιτιών που γίνονται λόγω της υψηλής κερδοφορίας στα ενοίκια, είναι γεμάτη με πόρτες, πάγκους και τραπέζια στους δρόμους. Επιλέγω υλικά με τα περισσότερα ίχνη απάνω τους. Οι πόρτες γεννούν νέα περάσματα. Ακολουθώ τα σχήματα που αχνοφαίνονται. Ζωγραφίζω τις υποψίες μου πάνω στις ζωές των άλλων και έπειτα επεκτείνομαι στην υπόλοιπη επιφάνεια. Αν μου δώσεις έναν λευκό καμβά παγώνω και τα παρατάω. Δεν υπάρχει κάτι για να πιαστώ και να συνομιλήσω εκεί μέσα».
Το Ρομαντικό Πανεπιστήμιο και οι «ποιητικές κατοικήσεις» φαίνεται να προτείνουν μια άλλη μορφή γνώσης και συλλογικότητας. Ποια είναι για εσένα η πολιτική δύναμη της ποίησης σήμερα;
«Δυστυχώς δεν νιώθω πως η ποίηση διαθέτει κάποια πολιτική δύναμη πια. Ειδικά αυτή η ποίηση που ισχυρίζεται πως διαθέτει πολιτική δύναμη. Γενικά οι τέχνες, ως προϊόντα μέσα στον νεωτερικό κόσμο, υπάρχουν περισσότερο για να ισχυροποιούν τις καλλιτεχνικές ταυτότητες ή να καλλωπίζουν την ήττα μας, παρά επειδή εκφράζουν κάποια αγωνία διεξόδου από την παρακμή της εμπειρίας που βιώνουμε. Κάτι άλλο θα γεννηθεί που θα αντικαταστήσει την Τέχνη, όπως υποψιάστηκε ο Τζιακομέτι. Αλλά τι θα είναι αυτό κανείς δεν ξέρει. Μέχρι τότε η συλλογικότητα του Ρομαντικού Πανεπιστημίου θα συνιστά τη δική μου ποιητική κατοίκηση σε τούτο τον κόσμο. Εκεί μέσα ερευνούμε ποιητές παντελώς λησμονημένους από την Ιστορία».
INFO:
«Το ποιητικό κράτος» στο Λόφος Art Project, Βελβενδού 39, Κυψέλη.
Εως την 1η Φεβρουαρίου.
