Μαρία Κατσανδρή: «Εχασα ένα στοίχημα, έτσι έγινα ηθοποιός»

Η Μαρία Κατσανδρή μιλάει για τη μακρά πορεία της στον χώρο, το έργο «Ο σκύλος που έκλαιγε βουβά τις νύχτες» στο οποίο πρωταγωνιστεί, τη δυστοπία που ζούμε στην Ελλάδα και διεθνώς και τους δασκάλους που «δεν υπάρχουν πια, αλλά θα εμφανισθούν»

Μαρία Κατσανδρή: «Εχασα ένα στοίχημα, έτσι έγινα ηθοποιός»

Η Μαρία Κατσανδρή πιστεύει στους μεγάλους δασκάλους όπως πιστεύει και ότι ο μόνος τρόπος να κάνεις θέατρο είναι να του αφιερωθείς. Ηθοποιός του Θεάτρου Τέχνης, έμαθε, πλάι στον Κάρολο Κουν, να δουλεύει ξεκινώντας κάθε φορά από την αρχή. Τώρα παίζει στο έργο «Ο σκύλος που έκλαιγε βουβά τις νύχτες» του Θέμη Μουμουλίδη, έχοντας παράλληλα επιτρέψει στην τηλεόραση να μπει στη ζωή της.

Ποιος είναι «Ο σκύλος που έκλαιγε βουβά τις νύχτες»;

«Είναι ένα εξαιρετικό έργο, σκληρό και ταυτόχρονα τρυφερό. Παρότι αναφέρεται στην ενδοοικογενειακή βία και σε μια δολοφονία, έχει μια ανάταση, ένα φως. Επικεντρώνεται στη σχέση γιαγιάς – εγγονής. Η γιαγιά είχε παντρευτεί νέα με έναν πολύ κακοποιητή άνδρα, έκανε δύο κόρες και ανέλαβε να μεγαλώσει την εγγονή της, την οποία παίζει η Ιφιγένεια Καραμήτρου. Από εκείνη πήρε τη δύναμη να αλλάξει τη ζωή της. Είναι μια γυναίκα που υπέστη βαριά κακοποίηση – τελικά ήρθε η δικαίωση. Πρέπει να μιλάμε για τη βία όσο πιο καθαρά μπορούμε. Αυτό που δεν βοηθάει ποτέ και πουθενά είναι η σιωπή και η απόκρυψη».

Το απαιτούν και οι καιροί μας…  

«Στις μέρες μας έχουν ξεφύγει τα πράγματα με τη βία, όλων των ειδών. Υπάρχουν γυναικοκτονίες, σχεδόν δύο τον μήνα, αλλά είναι και η βία ανάμεσα στα παιδιά – μαχαιρώνονται. Πιστεύω ότι είναι δείγμα της εποχής. Ζούμε έναν Μεσαίωνα, μια δυστοπική εποχή. Η διαφορά με τα παλαιότερα χρόνια είναι ότι τώρα λείπει η ελπίδα. Κι αυτό είναι ζήτημα πολιτικό, όχι μόνο στην Ελλάδα».

Νιώθετε απειλή;

«Από τον πόλεμο νιώθω απειλή, από αυτά τα τέρατα που κάνουν ό,τι θέλουν. Δεν καταλαβαίνω πώς γίνεται και δεν μπορεί να τους σταματήσει κάποιος. Πέρα από το τι γίνεται στον κόσμο, και στον τόπο μου νιώθω απειλή. Γιατί σε πάρα πολλές περιπτώσεις η Δικαιοσύνη είναι άφαντη. Οπότε αμφισβητείται η Δικαιοσύνη και όχι αδικαιολόγητα. Αλλά δεν τα έχω με τους δικαστές αλλά με αυτούς που κυβερνούν. Παρ’ όλα αυτά δεν είμαι εντελώς απαισιόδοξη. Ελπίζω. Ελπίζω στην αναγέννηση. Δεν μπορεί να μην αλλάξουν τα πράγματα. Πιστεύω ότι πάντα υπάρχει ένα φωτεινό μυαλό που ακολουθείται από κάποιους. Μπορεί να μην έχει γεννηθεί ακόμα. Αλλά αν δεν έρθει η αναγέννηση, η γη χάθηκε. Και η αλλαγή έρχεται μόνο από τις μειοψηφίες. Στο θέατρο ας πούμε, την αλλαγή θα τη φέρει ένας άνθρωπος, ένας που θα πει κάτι καινούργιο. Ο Κουν ήταν ένα παράδειγμα. Ο Λευτέρης Βογιατζής ένας ήταν κι έκανε κάτι άλλο. Ενας θα το κάνει και θα ακολουθήσουμε οι υπόλοιποι – όπως στις ιδέες, στην επιστήμη. Ενας, κάποια στιγμή, θα δώσει μια λύση, που θα απαλύνει τις καρδιές των ανθρώπων».

Πώς αντιδράτε σε όλα αυτά;

«Το θέατρο είναι μια πολιτική πράξη. Μπορεί να σταματήσει έναν Νετανιάχου; – αναρωτιέμαι. Ομως εμείς οφείλουμε να κάνουμε ό,τι περνάει απ’ το χέρι μας. Προσωπικά βγαίνω στους δρόμους, πηγαίνω στις διαδηλώσεις. Αλλά ειλικρινά αναρωτιέμαι τι θα γινόταν αν για κάποιο σημαντικό και μεγάλο θέμα μαζευόμασταν 4 εκατομμύρια στο Σύνταγμα. Τότε ναι. Επίσης πιστεύω ότι επειδή υπάρχουν έντιμοι άνθρωποι, αν μαζεύονταν όλοι μαζί, κάτι μπορεί να γινόταν».

Τι κρατήσατε από τον Κουν;

«Τον έζησα τα χρόνια της Μεταπολίτευσης. Δεν δίδασκε πια στη σχολή αλλά είχε αρχίσει να παρουσιάζει τις παραστάσεις του στην Επίδαυρο και το Ηρώδειο. Ηταν καλά χρόνια. Για μένα ο Κουν είναι η πηγή από όπου ξεκινάω, ακόμα και τώρα. Μου έχει μείνει ότι ο ηθοποιός είναι στρατιώτης, ότι κάνουμε πρωταθλητισμό. Είμαστε σαν τους χορευτές και τους αθλητές. Και βεβαίως, το πιο σημαντικό, γιατί έγινα ηθοποιός. Αν και το ήξερα, εκεί εμπεδώθηκε ο στόχος, ο σκοπός, η επιθυμία μου. Δεν ξεκίνησα ούτε για δόξα, κάτι που ακόμα το τρέμω, ούτε για λεφτά. Οπότε είναι κάποιος άλλος πολύ εσωτερικός δρόμος που σε κινεί – που με κινεί ακόμα μετά από 50 χρόνια».

Πώς τον διαλέξατε;

«Εγώ ετοιμαζόμουν για εξετάσεις στη Φιλοσοφική και στην Καλών Τεχνών».

Ζωγραφίζετε;

«Ζωγράφιζα. Και το λέω έτσι γιατί γνώρισα και έκανα παρέα με τον Μίμη Μυταρά και τη Ζουζού, τη γυναίκα του, τους οποίους θεωρώ και δασκάλους μου. Οπότε κατάλαβα τι σημαίνει να είσαι ζωγράφος και σταμάτησα. Δεν μου αρέσει ο ερασιτεχνισμός. Μέσα σε όλο αυτό είχα μια φίλη που επέμενε ότι για ένα πράγμα είμαι εγώ, για το θέατρο. Και βάλαμε στοίχημα, υπό τον όρο μου ότι θα δώσω μόνο σε μια σχολή, του Θεάτρου Τέχνης. Και το έχασα το στοίχημα γιατί πέρασα».

Ταλέντο είναι…;

«Δεν μπορώ να μιλήσω για μένα, αλλά για τους ανθρώπους που έχουν ταλέντο. Το ταλέντο φαίνεται. Αλλά αν δεν καλλιεργείται καθημερινά, χάνεται. Είναι δουλειά, επιμονή, υπομονή. Οσοι είπαν “το ‘χω”, χάθηκαν. Το θέατρο δεν γίνεται χωρίς αφιέρωση. Πρέπει να γίνεις εμμονικός. Αν δεν γίνεις εμμονικός – σε όλες τις δουλειές πιστεύω – δεν θα μπεις στο βάθος αυτού που κάνεις».

Μέχρι πρόσφατα, είχατε αφήσει απ’ έξω την τηλεόραση. Γιατί;

«Μέχρι τα 39 μου δεν ήθελα να κάνω τηλεόραση. Μετά έκανα το “Καρέ της ντάμας”, μια πολύ γλυκιά σειρά που τώρα, λόγω της απώλειας της Χρύσας Σπηλιώτη, πονάει».

Φέτος συνεχίζετε στον «Αγιο Ερωτα» και παράλληλα κάνατε και μια επίσκεψη στο «Σπίτι δίπλα στο ποτάμι»…

«Ακριβώς. Περνάω πάρα πολύ ωραία στην τηλεόραση. Επιλέγω κυρίως σενάριο και συνεργάτες – κοιτάζω και τον ρόλο. Η τηλεόραση, όπως και ο κινηματογράφος, είναι μια άλλη δουλειά από το θέατρο, ζητάει άλλα από σένα».

Και η αναγνωρισιμότητα;

«Δεν με ενδιαφέρει καθόλου. Το ότι συμβαίνει τώρα μου φαίνεται περίεργο, παράξενο. Συμβαίνει όμως».

Πώς βλέπετε τη νέα γενιά συναδέλφων σας;

«Υπάρχουν εξαιρετικά ταλέντα. Είμαι πολλή αισιόδοξη με τα νέα παιδιά παρότι δεν υπάρχουν πια δάσκαλοι. Αλλά θα εμφανισθούν, είναι ο κύκλος της Ιστορίας».

Από πού αντλείτε αυτή τη διάθεση για θέατρο;

«Κάθε φορά είναι σαν να ξεκινάω απ’ την αρχή, είναι κάτι καινούργιο, κάτι που δεν ξέρω – θα συναντήσω καινούργια πράγματα, θα μάθω. Είναι μεγάλη η ανάγκη μου για γνώση. Δουλεύοντας έναν χαρακτήρα μπαίνεις σε έναν κόσμο που δεν είναι δικός σου, οπότε μαθαίνεις τον κόσμο ενός άλλου ανθρώπου. Αποκτάς μεγαλύτερη συγκατάβαση και μπορείς να καταλάβεις καλύτερα τον άλλον».

Εχετε μετανιώσει για πράγματα που δεν κάνατε;

«Ναι, που δεν έκανα χορό και που δεν πήρα το πτυχίο μου. Αφησα μια εσωτερική εκκρεμότητα».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version