Ο στρατηγικός στόχος της ενεργειακής μετάβασης (ο γνωστός, διεθνώς ευρέως χρησιμοποιούμενος όρος «energy transition») συνιστά για την Ευρωπαϊκή Ένωση, στην παρούσα σύνθετη ιστορική και γεωπολιτική συγκυρία, ένα διακύβευμα, η υλοποίηση του οποίου διαπλέκεται με σύνθετες νομικές, διεθνοπολιτικές και οικονομικές παραμέτρους. Πλείονες θεμιτές και αναγκαίες στοχεύσεις, όπως η επιταγή – κατά κυριολεξία βιωτικής ανάγκης – για κλιματική ουδετερότητα, η ενεργειακή αυτονομία και ασφάλεια με παράλληλη βιωσιμότητα του κόστους για τον τελικό καταναλωτή, οφείλουν να υπαχθούν σε έναν συνθετικό συγκερασμό.
Τούτο συνιστά μια σίγουρα όχι ευχερούς επίλυσης εξίσωση. Λόγου χάρη, η επίτευξη της κλιματικής ουδετερότητας με αυξημένη διείσδυση των στοχαστικών (σε αντίθεση με την εκ συμβατικών πηγών – δηλαδή ορυκτών καυσίμων – σταθερή παραγόμενη ενέργεια) Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στο ευρωπαϊκό ενεργειακό μείγμα για την πλήρη απανθρακοποίηση του τελευταίου, φέρνει στην επιφάνεια δυσεπίλυτα ζητήματα ανεπάρκειας και αστάθειας των υφισταμένων ηλεκτρικών δικτύων. Το πρόβλημα της αστάθειας οφείλει να αντιμετωπισθεί μέσω της ταχείας ανάπτυξης τεχνολογιών αποθήκευσης ενέργειας, για την υλοποίηση των οποίων υφίστανται και πάλι εστίες εξάρτησης της Ευρώπης από τρίτες χώρες. Όλα τούτα δεν είναι συνεπώς απλώς δυσχερώς ταυτοχρόνως επιτεύξιμα αλλά και εν μέρει συστημικώς φαινομενικά αντιφατικά μεταξύ τους.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της χώρας μας, ως αναδεικνύεται και από την πρόσφατη ενεργειακή επικαιρότητα. Η ανάδειξη της Ελλάδας σε κόμβο εισαγωγής υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), με βασική πηγή τις Ηνωμένες Πολιτείες και με προορισμό τις αγορές της Νοτιοανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης μέσω υφιστάμενων και νέων αγωγών, συγκροτεί ένα φαινομενικό παράδοξο. Από τη μία πλευρά, η Ελλάδα και η Ευρωπαϊκή Ένωση δεσμεύονται νομικά από την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία και τον Ευρωπαϊκό Κλιματικό Νόμο να επιτύχουν κλιματική ουδετερότητα έως το 2050.
Από την άλλη, επενδύονται σημαντικοί πόροι σε υποδομές που εξυπηρετούν ένα ορυκτό καύσιμο, το φυσικό αέριο. Το ερώτημα είναι αν οι δύο αυτές κατευθύνσεις συγκρούονται ή αν μπορούν να συνυπάρξουν στο πλαίσιο μιας στοιχειωδώς συνεκτικής και ομοιογενούς ευρωπαϊκής νομικής ρύθμισης και ενεργειακής πολιτικής. Ο ευρωπαϊκός Κανονισμός (ΕΕ) 2021/1119, γνωστός ως Ευρωπαϊκός Κλιματικός Νόμος, θεσπίζει δεσμευτικούς στόχους: μείωση των καθαρών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά τουλάχιστον 55% έως το 2030 και επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας έως το 2050. Ωστόσο, δεν προβλέπει ρητή ή άμεση απαγόρευση των ορυκτών καυσίμων, καθότι τούτο δεν θα ήταν επί της παρούσης ούτε τεχνικά, αλλά, θα προσέθετα, ούτε καν γεωπολιτικά εφικτό. Από την άλλη πλευρά, είναι σημαντικό να υπογραμμισθεί ότι η επαχθής εξάρτηση από τη Ρωσία και το φυσικό της αέριο δεν θα πρέπει να αντικατασταθεί με μια άλλη επίσης επαχθή, ήτοι την εξάρτηση από φυσικό αέριο προερχόμενο από τις ΗΠΑ ή άλλες τρίτες χώρες διεθνοπολιτικά ασταθείς και – ας το διατυπώσουμε ηπίως – μη προβλέψιμες.
Ενώ συνεπώς ο στρατηγικός στόχος είναι η πλήρης απανθρακοποίηση, η ρεαλιστική πραγματικότητα της ενεργειακής αναδιάταξης παραπέμπει σε μια σύνθετη διαδικασία, όχι σε έναν άμεσης χρήσης αυτοματοποιημένο διακόπτη μη συναρτώμενο ή επηρεαζόμενο από δυναμικές τεχνολογικές αλλά και γεωπολιτικές ανακατατάξεις και ισορροπίες. Ως προελέχθη, το πρωτεύον σύνθετο διακύβευμα έγκειται στην επιτυχή διαχείριση της λεπτής ισορροπίας ανάμεσα στη διεθνοπολιτική αυτονομία, την ασφάλεια εφοδιασμού, την περιβαλλοντική βιωσιμότητα και την οικονομική προσιτότητα για τον καταναλωτή. Η αναβάθμιση της ασφάλειας εφοδιασμού, ιδίως μετά την ενεργειακή κρίση, καθιστά την ταχεία ανάπτυξη των ΑΠΕ προέχον ζητούμενο κυριαρχίας και ευρωπαϊκής αλληλεγγύης.
Προς αυτή την κατεύθυνση, η κανονιστική κινητικότητα σε ενωσιακό επίπεδο οφείλει να κατατείνει στην επιτάχυνση των αδειοδοτήσεων και την άρση των υπερβολικών γραφειοκρατικών κωλυμάτων στον τομέα των ΑΠΕ και της αποθήκευσης, με την ουσιαστική πρόκληση να μετατοπίζεται από τη θέσπιση υπερφιλόδοξων στόχων στη ρεαλιστική σύνθεση, η οποία εντούτοις δεν θα αποπροσανατολίζει από τον στόχο βιωσιμότητας της ανθρωπότητας: την αποτελεσματική αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης εις πείσμα των φωνών του υστερόβουλου ανορθολογισμού. Η Ευρώπη, και εδώ, έχει την ευθύνη του ορθολογισμού αλλά και της επιβίωσης στις δύσκολες συνθήκες του αδυσώπητου «Πολιτικού» που απαιτεί προνοητικότητα, έλλειψη αφέλειας και πολιτική ηγεσία: ένα συνολικά δύσκολο ζητούμενο.
*Αντώνης Μεταξάς, Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Προέδρου του Ελληνικού Ινστιτούτου Ενεργειακής Ρύθμισης
