Συνέντευξη στον Γεράσιμο Σιάσο, Πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών, Καθηγητή Καρδιολογίας
Η Κύπρος αναλαμβάνει την Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το 2026 σε περίοδο γεωπολιτικής αβεβαιότητας, διατηρώντας δε ως κράτος τα χαρακτηριστικά ενός πολύτιμου κόμβου στρατηγικής συμμαχίας στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Το ευρύτερο μεσανατολικό πλαίσιο ασφαλείας μπαίνει έτσι στο επίκεντρο του διεθνούς ενδιαφέροντος, με την Κύπρο να έχει μπροστά της μια περίοδο που θα μπορούσε να αποτελέσει ορόσημο για τη σύγχρονη ιστορία της.
Με τα γεγονότα να «τρέχουν», ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκος Χριστοδουλίδης συμφώνησε να μιλήσει για τα πολιτικά σχέδιά του, να πάει «λίγο πίσω» στις αναμνήσεις του και να θυμηθεί στην κουβέντα μας την περίοδο των σπουδών του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (το οποίο άλλωστε ήδη λειτουργεί στο νησί το πρώτο Παράρτημα ελληνικού δημοσίου Πανεπιστημίου), αλλά και να επανέλθει στο… σήμερα, για να σχολιάσει τις ελπίδες αλλά και τους φόβους του.
Να ξεκινήσουμε τη συζήτησή μας από την επικαιρότητα και τους στόχους της Κυπριακής Προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ.
«Ζητούμενο για την Κυπριακή Προεδρία είναι να συμβάλουμε με απολύτως θετικό τρόπο, ως έντιμοι διαμεσολαβητές, στη διασφάλιση της θεσμικής συνοχής και στην προώθηση προτάσεων και πρωτοβουλιών που ενισχύουν ουσιαστικά την ευρωπαϊκή ενοποιητική διαδικασία.
Να οικοδομήσουμε μαζί, με υψηλό αίσθημα ευθύνης, περηφάνιας και πίστης στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα, το μέλλον της ΕΕ. Η αρχαία ελληνική φράση “η ισχύς εν τη ενώσει” (in unity there is strength) αποτυπώνει με τη λιτότητα και την ακρίβειά της την πεμπτουσία της Ένωσής μας».
Η αλήθεια είναι ότι στην περίοδο που διανύουμε χρειαζόμαστε την ενότητα περισσότερο από ποτέ…
«Η Κύπρος κατανοεί βαθιά τη σημασία της ενοποιητικής ισχύος της EE και επενδύουμε ουσιαστικά στην Ένωσή μας, στη μεγάλη προσπάθεια που καταβάλλουμε για απελευθέρωση και επανένωση της πατρίδας μας. Κατανοούμε πολύ καλά πως μόνο μέσα από την ενότητα μπορούμε πραγματικά να είμαστε ισχυροί – ως κράτη, ως πολίτες, ως Ευρωπαίοι. Oλοι αντιλαμβάνονται ότι το σημερινό διεθνές περιβάλλον γεωπολιτικής αβεβαιότητας αποτελεί ευκαιρία για την EE να αναδειχθεί ακόμα πιο ισχυρή, ακόμα πιο ασφαλής, ακόμα πιο ενωμένη και ακόμα πιο στρατηγικά αυτόνομη. Μια Ένωση που προστατεύει τους πολίτες της, τα σύνορά της, τις υποδομές της και τα συμφέροντά της, ενώ την ίδια στιγμή είναι μια Ένωση εξωστρεφής, η οποία σε ένα περιβάλλον αστάθειας παραμένει πυλώνας Ασφάλειας, Σταθερότητας και Αξιών.
Και η Κύπρος, την οποία η γεωγραφία τοποθέτησε στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων, σε μια περιοχή γεμάτη προκλήσεις, θα συνεχίσει και κατά τη διάρκεια της Προεδρίας της να λειτουργεί ως μια αξιόπιστη γέφυρα μεταξύ της EE και της ευρύτερής μας περιοχής. Μια γέφυρα διαλόγου, συνεργασίας και αμοιβαίας κατανόησης, πάντα ως μέρος της λύσης και ποτέ ως μέρος του προβλήματος. Αυτός είναι και ο στόχος της Προεδρίας μας: μια EE που να συνδυάζει τη στρατηγική της αυτονομία με τη διεθνή της εξωστρέφεια. Μια Ένωση που θα μπορεί να υπερασπίζεται τα συμφέροντα και τους πολίτες της και, παράλληλα, να λειτουργεί ως δύναμη Ειρήνης, Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Μια Ένωση που να στηρίζει με τόλμη την πολυμέρεια αλλά και το Διεθνές Δίκαιο».
Πάντως, η ιστορία, για να έρθουμε στην επιστήμη σας, λέγεται ότι «κάνει κύκλους». Ο κόσμος έχει μπει σε περίοδο έντασης και πολιτικής ανισορροπίας. Ποιος είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος σήμερα;
«Κατά τη γνώμη μου, ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι η έλλειψη στοιχειώδους συνεννόησης και της ανυπαρξίας διάθεσης ειλικρινούς συνεργασίας για την αντιμετώπιση πολλών κοινών προκλήσεων που έχουμε ενώπιόν μας. Δυστυχώς, σε αρκετές περιπτώσεις, η περιχαράκωση και η εσωστρέφεια δεν είναι η εξαίρεση αλλά ο κανόνας, γεγονός που υπονομεύει τις δυνατότητες που έχουμε, ως κυβερνήσεις, ως κράτη και ως κοινωνίες, να συνεργαστούμε προς αμοιβαίο όφελος, για τοπικά, περιφερειακά, διεθνή και παγκόσμια ζητήματα που μας αφορούν. Ειδικά σε περιόδους κρίσεων, οφείλουμε να γινόμαστε ακόμα πιο εξωστρεφείς και να ενισχύουμε τη συνεργασία και την πολυμέρεια».
Τι λέτε για την αναβίωση των συνομιλιών για το Κυπριακό; Η ανάδειξη Ερχιουρμάν δίνει προοπτική επίλυσης και ποια είναι τα επόμενα βήματα που θεωρείτε ότι πρέπει να γίνουν;
«Εμείς, όπως πράττουμε από την πρώτη στιγμή που μας τίμησε ο κυπριακός λαός με την ψήφο του, συνεχίζουμε τη μεθοδική προσπάθεια για τη δημιουργία συνθηκών επανέναρξης των διαπραγματεύσεων συνολικής επίλυσης του Κυπριακού, από το σημείο στο οποίο διακόπηκαν το καλοκαίρι του 2017 στο Κραν Μοντάνα. Συναντήθηκα με τον νέο Τουρκοκύπριο ηγέτη, τον κ. Ερχιουρμάν, παρουσία της προσωπικής απεσταλμένης του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, κυρίας Μαρία Αγκελα Ολγκίν, με τον οποίο καταλήξαμε σε μια κοινή ανακοίνωση που παραπέμπει στα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας σε ό,τι αφορά την επιδιωκόμενη λύση. Αυτή η εξέλιξη είναι σημαντική διότι επαναβεβαιώνει το πλαίσιο λύσης και απαντά στις κατά καιρούς αξιώσεις της τουρκικής πλευράς περί κυριαρχικής ισότητας, λύσης δύο κρατών κ.λπ. Παραμένουμε συγκρατημένα αισιόδοξοι για τη συνέχεια εν αναμονή των αποφάσεων που θα πάρουν τα Ηνωμένα Έθνη για τη διαδικασία που θα ακολουθηθεί. Σε ό,τι αφορά την προοπτική που δημιουργεί η ανάδειξη του κ. Ερχιουρμάν, όλα θα εξαρτηθούν από τις θέσεις που θα διατυπώσει ο νέος Τουρκοκύπριος ηγέτης στο πλαίσιο της διαδικασίας που βρίσκεται σε εξέλιξη υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών. Εκεί κρίνονται οι πραγματικές προθέσεις ενός εκάστου».
Πώς κρίνετε την κυοφορούμενη πρωτοβουλία των ΗΠΑ για την Ανατολική Μεσόγειο, σε συνδυασμό με την πρόταση της Ελλάδας για φόρουμ πέντε κρατών;
«Έχω τονίσει πολλές φορές δημοσίως αλλά και κατ’ ιδίαν στους συνομιλητές μου ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν πολιτεύεται στη λογική του μηδενικού αθροίσματος αλλά χαράζει τη στρατηγική της βάσει της πεποίθησης ότι τα προβλήματα αντιμετωπίζονται μέσα από τη συνεργασία. Έχοντας ακριβώς αυτή τη συλλογιστική, αντικρίζουμε την κάθε πρωτοβουλία με θετική διάθεση, υπό τη βασική προϋπόθεση ότι θα είναι θεμελιωμένη στο διεθνές δίκαιο και ότι όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη δεσμεύονται να σέβονται εμπράκτως την ανεξαρτησία και την κυριαρχία ενός εκάστου.
Κατά συνέπεια, εμείς είμαστε ανοικτοί στην προοπτική συνεργασίας υπό οποιοδήποτε σχήμα, όπως, εξάλλου, έχουμε πράξει και συνεχίζουμε να πράττουμε. Μπορώ να επικαλεστώ ως παραδείγματα τη συμφωνία της Κυπριακής Δημοκρατίας για οριοθέτηση ΑΟΖ με τα γειτονικά της κράτη, όπως τον Λίβανο, το Ισραήλ και την Αίγυπτο, στη βάση της Σύμβασης για το Δίκαιο Θάλασσας. Η Κυπριακή Δημοκρατία ενεργεί πάντοτε στο πλαίσιο της νομιμότητας και είναι έτοιμη να συνεργαστεί με οποιαδήποτε χώρα ασπάζεται το Διεθνές Δίκαιο».
Συνολικά θα χαρακτηρίζατε τον Ταγίπ Ερντογάν κερδισμένο από τις συνολικές ως σήμερα επαφές του με τις ΗΠΑ;
«Δεν λειτουργεί έτσι το διεθνές σύστημα. Κανείς δεν αμφιβάλλει για τα πολιτικά και διπλωματικά πλεονεκτήματα που διαθέτει η Τουρκία εξαιτίας του γεωγραφικού, πληθυσμιακού και οικονομικού της εκτοπίσματος. Την ίδια όμως ώρα, από μόνο του αυτό το εκτόπισμα δεν απαντά στις πολλαπλές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Τουρκία, σε πολιτικό, διπλωματικό και οικονομικό επίπεδο, από τη στιγμή που η ίδια συμπεριφέρεται κατά τρόπο που δεν της επιτρέπει να θεωρείται σταθερός εταίρος και αξιόπιστος συνομιλητής. Είναι κάτι που βλέπουμε τώρα με τον πόλεμο στην Ουκρανία. Η Τουρκία, κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ, ανοίγει την πίσω πόρτα της Δύσης στη Ρωσία για παραβίαση των διεθνών κυρώσεων. Όσο και αν ο κ. Ερντογάν πολλές φορές δημιουργεί τεχνηέντως την εικόνα διπλωματικής επιτυχίας, η πραγματικότητα είναι διαφορετική».
Πώς θα εξηγούσαμε τι αλλάζει με τη συμφωνία ΑΟΖ Κύπρου – Λιβάνου;
«Σε διμερές επίπεδο η συμφωνία είναι πράξη στρατηγικής σημασίας, η οποία επισφραγίζει, με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο, το επίπεδο των σχέσεων των δύο χωρών. Κύπρος και Λίβανος έστειλαν ηχηρό πολιτικό μήνυμα στην περιοχή ότι στη βάση του Διεθνούς Δικαίου, της σχετικής σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982 και στο πλαίσιο των σχέσεων καλής γειτονίας, επενδύουν στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης και του αμοιβαίου σεβασμού, προωθώντας τη διμερή και περιφερειακή συνεργασία και σταθερότητα προς όφελος των χωρών μας, προς όφελος των πολιτών μας, αλλά και της ευρύτερης περιοχής.
Επί της ουσίας, η Συμφωνία ενισχύει τις προοπτικές συνεργασίας σε πολύ κρίσιμους τομείς, όπως η Ενέργεια και οι Υποδομές. Την ίδια στιγμή, παρέχει την απαραίτητη νομική και οικονομική βεβαιότητα και φυσικά ασφάλεια σε δυνητικούς επενδυτές, ενισχύοντας την ίδια στιγμή την προσπάθεια των χωρών μας για περαιτέρω ανάπτυξη των ενεργειακών μας προγραμμάτων. Ταυτόχρονα, η Συμφωνία ενισχύει τις προοπτικές ενεργειακής συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο, πάντα προς όφελος των πολιτών μας, αλλά και την προοπτική της περιοχής μας να λειτουργήσει ως εναλλακτικός ενεργειακός διάδρομος για την Ευρώπη. Πέραν από το αμιγώς ενεργειακό και οικονομικό αποτύπωμά της, η Συμφωνία αποτελεί στρατηγικό θεμέλιο περιφερειακής σταθερότητας και ασφάλειας σε μια δύσκολη περιοχή με πολλές προκλήσεις».
Κύριε Πρόεδρε, εκατοντάδες Κυπρίων έχουν σπουδάσει επί δύο αιώνες στην Αθήνα, στο αρχαιότερο και μεγαλύτερο Πανεπιστήμιο της Ελλάδας. Τώρα, με τη συνδρομή της δικής σας κυβέρνησης το Πανεπιστήμιο Αθηνών «ήρθε» στην Κύπρο. Τι συναισθήματα σας δημιουργεί αυτό;
«Η ίδρυση και λειτουργία του αρχαιότερου Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος της σύγχρονης Ελλάδας, με ακαδημαϊκή αλλά και κοινωνική παράδοση από το 1837, ενός Πανεπιστημίου με στενότατους δεσμούς με την Κύπρο, μας δημιουργεί συναισθήματα περηφάνιας, χαράς και τιμής. Σηματοδοτεί την έναρξη μιας σημαντικής θεσμικής, πολιτικής και αναπτυξιακής εποχής, ενδυναμώνοντας ακόμη περισσότερο τους ακατάλυτους, αδελφικούς δεσμούς Ελλάδας και Κύπρου.
Πολλές γενεές Κυπρίων, ανάμεσά τους και εγώ, πήραν το φως της γνώσης στα έδρανα αυτού του πνευματικού φυτωρίου, το οποίο, εκτός από εκπαιδευτήριο, ήταν και παραμένει φάρος φωτεινός που κατευθύνει την πορεία μας στη λεωφόρο της μάθησης, της έρευνας αλλά και της κοινωνικής προόδου. Το Πανεπιστήμιο Αθηνών, ως θεσμός, ως εστία εκπαίδευσης και λίκνο πολιτισμού, ήταν πάντοτε δίπλα στους αγώνες του λαού μας.
Οι πόθοι και τα πάθη των Κυπρίων είναι κομμάτι της ιστορίας αυτού του πανεπιστημίου, σε κάθε του γωνιά, σε κάθε του αίθουσα, στην αυλή του, στους δρόμους και τις γειτονιές γύρω από αυτό. Συνεπώς, δικαιολογημένα είμαστε περήφανοι. Mνημονεύουμε επίσης, τους Έλληνες Κύπριους που υπηρέτησαν το Πανεπιστήμιο ως ακαδημαϊκοί, ή από οποιαδήποτε άλλη έπαλξη».
Ποιες είναι οι δικές σας αναμνήσεις από το Πανεπιστήμιο Αθηνών, του οποίου είστε άλλωστε διδάκτορας;
«Είχα την ξεχωριστή χαρά να είμαι διδακτορικός φοιτητής Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, σε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα περίοδο, μεταξύ 1998 και 2003, όταν η Κύπρος βίωνε δύο καταλυτικά γεγονότα: Την προσπάθεια για επίλυση του Κυπριακού και την ένταξη στην ΕΕ. Τα γεγονότα αυτά, σε συνδυασμό με τη διδακτορική μου εργασία, που πραγματεύτηκε τις εσωτερικές και εξωτερικές παραμέτρους στη διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής, με βάση την κυπριακή εμπειρία κατά την περίοδο 1977-1993, καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό τη δική μου οπτική των πραγμάτων. Πέραν των δικών μου αναμνήσεων, έχω αντίληψη της ιστορικότητας αλλά και της επιδραστικότητας του Πανεπιστημίου Αθηνών».
Υπάρχει κάτι που σας ανησυχεί σήμερα;
«Κάτι που με προβληματίζει έντονα, όπως και αρκετούς άλλους ομολόγους μου, γιατί είναι κάτι που το βιώνουμε συλλογικά σε ευρωπαϊκό αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο, είναι η ραγδαία τεχνολογική ανάπτυξη, πολλές φορές με άναρχο ρυθμό, που δεν επιτρέπει στα κράτη να θέτουν ένα ορθολογικό πλαίσιο λειτουργίας, ή και εποπτείας για αποτροπή όσων ενδεχομένως να δρουν κακόβουλα. Είναι κάτι το οποίο βλέπουμε να γίνεται σε πολλές εκφάνσεις της ζωής, όπως στις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης καθώς και αλλού. Τα διάφορα νομικά, ρυθμιστικά και εποπτικά κενά επιτρέπουν σε επιτήδειους να τα καταχρώνται σε βάρος ανυποψίαστων πολιτών. Επίσης, η επέλαση της Τεχνητής Νοημοσύνης είναι κάτι που θα πρέπει να μας απασχολεί, σε επίπεδο ηγεσίας αλλά και κοινωνίας, όχι για τα θετικά που αποφέρει αλλά για τους κινδύνους που ελλοχεύουν».
