Κόκκινο, άρα πλούσιο σε λυκοπένιο, αυτό το πανίσχυρο αντιοξειδωτικό που προστατεύει την καρδιά. Με μεγάλη περιεκτικότητα σε νερό, άρα ό,τι πρέπει για την απαραίτητη καλοκαιρινή ενυδάτωση. Γεμάτο βιταμίνες Α και C, που ενισχύουν το ανοσοποιητικό και κάνουν το δέρμα να λάμπει. Και όλα αυτά, με ελάχιστες θερμίδες – τι άλλο μπορεί να ζητήσει κανείς από ένα φρούτο;
Βέβαια, ο λόγος που όλοι ανεξαιρέτως αγαπάμε το καρπούζι είναι άλλος. Το καρπούζι –ακόμη και αυτό που μετά το κόψιμο αποδεικνύεται «μάπα»- είναι το απόλυτο σύμβολο του ελληνικού καλοκαιριού. Το χρώμα του, η μυρωδιά του, αυτή η φέτα-μισοφέγγαρο που κρατάς στο χέρι και τη δαγκώνεις χωρίς να σε νοιάζει αν θα λερωθείς –όλα αυτά είναι γραμμένα βαθιά μέσα στο θυμικό μας και δεν πρόκειται να αλλάξουν ποτέ, όσο και αν τα καρπούζια που τρώμε τώρα ελάχιστη σχέση έχουν με εκείνα που τρώγαμε παλιά. Αλλά, πάλι, ποιο φρούτο και λαχανικό έχει τη γεύση της παιδικής μας ηλικίας;
Παραγωγοί και μανάβηδες θα παραδεχθούν πως η αυξημένη ζήτηση έχει οδηγήσει σε «μπαστάρδεμα» των σπόρων, με σκοπό να αντέχουν περισσότερο. Πλήττεται, βέβαια, η γλύκα αλλά αυτά είναι ψιλά γράμματα όταν τα καρπούζια βγαίνουν πλέον στην αγορά από τον Μάιο και παραμένουν μέχρι αργά τον Σεπτέμβρη.

Αυτό που δε θα παραδεχθεί κανείς παραγωγός, όμως, είναι ότι κάποια καρπούζια είναι «μάπα» από τα γεννοφάσκια τους. Είτε γιατί ο σπόρος είχε μεγαλύτερο ποσοστό κολοκυθιάς παρά καρπουζιάς είτε γιατί κόπηκαν νωρίς πριν προλάβουν να γεμίσουν με τα φυσικά τους σάκχαρα, τα καρπούζια αυτά φτάνουν στους πάγκους των μανάβηδων με τη χοντρή τους φλούδα να καμουφλάρει καλά την άγευστη σάρκα τους. Συνήθως ανακατεύονται με άλλα, από προηγούμενες παραλαβές, και κρύβονται ακόμη καλύτερα. Έτσι που όταν εσύ, ως απλός καταναλωτής με τεράστια όρεξη για μια παγωμένη φέτα καρπούζι, πας να τα αγοράσεις, να βρίσκεσαι χωρίς φυσικά να το ξέρεις μπροστά σε μια τεράστια παγίδα. Το θέμα είναι να μην πέσεις μέσα.
Το δίλημμα «ποιο καρπούζι να διαλέξω;» οδηγεί σε μία από αυτές τις θεωρητικά ασήμαντες αποφάσεις που καλούμαστε να πάρουμε κάθε μέρα. Αποφάσεις που όταν αποδεικνύονται λανθασμένες χαλούν αυτόματα τη διάθεση –και καλοκαιριάτικα, μέσα στη ζέστη, δεν είναι καιρός για νεύρα. Για να αποφύγουμε, λοιπόν, το λάθος συνήθως καταφεύγουμε στην εύκολη λύση: αναθέτουμε σε κάποιον άλλο, στον «ειδικό», να πάρει την απόφαση για εμάς. Κοινώς, λέμε στο μανάβη της γειτονιάς «διάλεξέ μου εσύ ένα καρπούζι» και βγάζουμε το κρίμα από πάνω μας.

Τις περισσότερες φορές η επιλογή αποδεικνύεται ασφαλής. Ο μανάβης που μας ξέρει και τον ξέρουμε δε θα μας ρίξει –αρκεί με τη σειρά του να μην έχει ριχτεί από τον παραγωγό ή τον προμηθευτή του. Τι γίνεται, όμως, όταν αυτή η σχέση εμπιστοσύνης δεν υπάρχει; Όταν βρισκόμαστε, για παράδειγμα, διακοπές και θα ψωνίσουμε το καρπούζι μας από έναν πλανόδιο ή –ακόμη χειρότερα- από κάποιο τουριστικό μάρκετ, πώς θα ξεχωρίσουμε το καλό από το μάπα; Σε αντίθεση με άλλα φρούτα, που μαρτυρούν τη φθορά τους από τη φλούδα, την υφή και το χρώμα, το καρπούζι δεν αποκαλύπτει εύκολα τα μυστικά του. Γι’ αυτό και φροντίζουμε να τα ξέρουμε από πριν.
Μυστικό νούμερο 1: Το σημάδι στο έδαφος

Πριν κοπούν, όταν είναι ακόμη στο χωράφι, τα καρπούζια ωριμάζουν ακουμπώντας στο χώμα. Το σημείο αυτό, στο οποίο έμεναν ακούνητα περιμένοντας τα σάκχαρά τους να συμπυκνωθούν, ξεχωρίζει σαν ένας λεκές πάνω στην κατά τα άλλα πράσινη ριγωτή τους φλούδα. Αυτός ο λεκές είναι το πρώτο σημάδι της σωστής ωρίμανσης του καρπουζιού και πρέπει να έχει βαθύ κίτρινο ή πορτοκαλί χρώμα. Ένας τέτοιος λεκές μαρτυρά πως το καρπούζι κόπηκε στην ώρα του, έχει γλυκάνει και είναι έτοιμο για κατανάλωση. Αν, πάλι, ο λεκές είναι άσπρος, το φρούτο δεν έμεινε στο χωράφι όσο έπρεπε. Κόπηκε γρήγορα, ωρίμασε καθ’ οδόν προς το μανάβη, άρα γευστικά θα είναι πολύ υποδεέστερο.
Μυστικό νούμερο 2: Το βάρος
Συνήθως, τα καρπούζια της ίδιας φουρνιάς έχουν πάνω-κάτω το ίδιο μέγεθος. Είτε στρογγυλά είτε μακρόστενα, δείχνουν παρόμοια αλλά δεν είναι –και αυτή που το αποδεικνύει είναι η ζυγαριά. Το πιο βαρύ από δύο ισομεγέθη καρπούζια είναι αυτό που έχει και τη μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε νερό, έχει ωριμάσει όπως πρέπει και, άρα, είναι πιο γλυκό. Αναγκαστικά λοιπόν, όταν επιλέγουμε μόνοι μας καρπούζι πρέπει να κάνουμε τον κόπο να το σηκώσουμε –και όχι μόνο αυτό, αλλά και άλλα 1-2 κοντινά του. Συγκρίνοντας το βάρος τους θα καταλάβουμε ποιο είναι πιο πιθανό να μας βγει καλό και ποιο θα είναι τελείως μάπα.

Μυστικό νούμερο 3: Ο ήχος
Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει χτυπήσει καρπούζι πριν το αγοράσει. Το κάνουμε όλοι σχεδόν ασυναίσθητα, είναι μια κίνηση που βγαίνει από μέσα μας χωρίς απαραίτητα να ξέρουμε τι είναι αυτό που πρέπει να ακούσουμε ως «απάντηση» από μέσα. Στο χτύπημα κάθε καρπούζι απαντά αλλιώς –αυτό είναι δεδομένο. Ποιος είναι, όμως, ο σωστός ήχος; Αυτό για τους περισσότερους αποτελεί άλυτο μυστήριο. Άλλα καρπούζια ακούγονται κούφια και άλλα πιο «κρουστά» -τα πρώτα είναι εκείνα που πρέπει να αναζητάμε. Μια σάρκα ζουμερή και ώριμη βγάζει τον επιθυμητό, βαθύ ήχο που μαρτυρά μεγαλύτερη γλυκύτητα. Αντίθετα, ένας ήχος υπόκωφος και πιο «πνιχτός» δείχνει ότι το εσωτερικό είναι σφιχτό, άγουρο και άρα άνοστο και πρέπει να αποφεύγεται.
Μυστικό νούμερο 4: Το κοτσάνι
Το πιο εμφανές και άρα «μαρτυριάρικο» από τα σημάδια σωστής ωρίμανσης ενός καρπουζιού βρίσκεται στο κοτσάνι του, δηλαδή στο σημείο όπου ο καρπός κόπηκε από το φυτό του. Ένα κόψιμο που ήρθε πρόωρα, ενώ το φρούτο ήταν ακόμη άγουρο, δίνει ένα πράσινο, χλωρό κοτσάνι. Αντίθετα, το φρούτο που κόπηκε στην ώρα του, ενώ είχε ωριμάσει όπως και όσο έπρεπε, έχει ένα κοτσάνι ελαφρώς ξερό και καφέ σε χρώμα. Προσοχή, όμως, στα υπερβολικά ξεραμένα, αφυδατωμένα και γκρίζα κοτσάνια –αυτά δείχνουν πως το καρπούζι βρίσκεται πολύ καιρό μακριά από το χωράφι, περιμένοντας υπομονετικά στον πάγκο του μανάβη τον «τυχερό» που θα το επιλέξει. Το αποτέλεσμα είναι ένα φρούτο μπαγιάτικο και παραγινωμένο, με μαλακή σάρκα και δυσάρεστη μυρωδιά. Κοινώς, μια αποτυχία.

Μυστικό νούμερο 5: Το σχήμα και η όψη
Εδώ οι παράγοντες είναι πολλοί και πρέπει να εξεταστούν με τη σειρά, προκειμένου να καταλήξουμε στην πιο ασφαλή και πετυχημένη απόφαση. Κατ’ αρχάς, το σχήμα του καρπουζιού, που πρέπει να είναι συμμετρικό, χωρίς βαθουλώματα ή εμφανή χτυπήματα. Κάποιοι επιμένουν πως τα στρογγυλά καρπούζια είναι πιο γλυκά από τα μακρόστενα αλλά αυτό είναι ζήτημα ποικιλίας –και, άλλωστε, τα όψιμα καρπούζια του Σεπτέμβρη, μεγάλα σε μέγεθος και μακρουλά έχουν απίστευτη γλύκα. Αυτό που σίγουρα παίζει ρόλο είναι οι κίτρινες ή λευκές ρίγες στην κατά τα άλλα πράσινη φλούδα τους. Όσο περισσότερες και πιο πυκνές είναι οι ρίγες αυτές, όσο πιο λαμπερή η επιφάνεια στην οποία απλώνονται, τόσο πιο γλυκιά είναι η σάρκα που κρύβουν μέσα. Αντίθετα, οι αραιές ρίγες σε μια θαμπή και άτονη πράσινη φλούδα μαρτυρούν ένα καρπούζι άγευστο, άγουρο και ίσως «νερουλό». Ό,τι χειρότερο.

Μπορεί να φαίνονται πολλά, στην ουσία όμως δεν είναι. Ειδικά αν σκεφτούμε πως με μερικά απλά κριτήρια μπορούμε να αποφύγουμε μία από τις μεγαλύτερες απογοητεύσεις του καλοκαιριού: ένα καρπούζι που, την ώρα που το λαχταράμε περισσότερο, μας βγαίνει μάπα. Με λίγη εξάσκηση και υπομονή –και πάντα με την απαιτούμενη δόση τύχης-, θα επιλέξουμε το φρούτο εκείνο που μας αξίζει εν μέσω καύσωνα: ένα καρπούζι με κατακόκκινη σάρκα, υπέροχο άρωμα και γλύκα απαράμιλλη, που θα το απολαύσουμε παγωμένο, σκέτο ή σε παραλλαγές. Σε φρουτοσαλάτες ή σαλάτες, με φέτα (για τους τολμηρούς) ή με φύλλα δυόσμου. Όπως το θέλουμε και όπως το τραβάει η ψυχή μας. Γιατί, στην τελική, το καρπούζι είναι το ίδιο το καλοκαίρι μας και πρέπει πάντα να είναι γλυκό.

