«Ναι, παρακαλώ»: Το σταθερό τηλέφωνο που υπόσχεται να κρατήσει τα παιδιά μακριά από οθόνες

Γονείς στις Ηνωμένες Πολιτείες περιμένουν μήνες για ένα παιδικό τηλέφωνο που δεν έχει εφαρμογές, μηνύματα ή πρόσβαση στο διαδίκτυο. Το Tin Can επαναφέρει μια βασική μορφή επικοινωνίας σε μια εποχή πλήρους ψηφιακής υπερφόρτωσης.

«Ναι, παρακαλώ»: Το σταθερό τηλέφωνο που υπόσχεται να κρατήσει τα παιδιά μακριά από οθόνες

Λίγοι γονείς μπορούν πλέον να ισχυριστούν ότι δεν έχουν βρεθεί μπροστά στην ίδια σκηνή, είτε μέσα στο ίδιο τους το σπίτι είτε σε μια καφετέρια, σε ένα αεροδρόμιο, σε ένα οικογενειακό τραπέζι όπου οι ενήλικες μιλούν κι ένα παιδί παραμένει απορροφημένο από μια φωτεινή οθόνη που αλλάζει εικόνες με ρυθμό υπνωτιστικό. Ένα νήπιο που κάνει μηχανικά swipe προτού μάθει να γράφει το όνομά του, ένα παιδί δημοτικού που περνά από βίντεο σε βίντεο χωρίς να θυμάται τι ακριβώς παρακολούθησε πέντε λεπτά νωρίτερα, μια παρέα εφήβων που κάθεται στο ίδιο παγκάκι κοιτάζοντας τέσσερις διαφορετικές οθόνες αντί ο ένας τον άλλον· εικόνες που μέσα σε ελάχιστα χρόνια έπαψαν να προκαλούν εντύπωση και ενσωματώθηκαν πλήρως στην καθημερινότητα της οικογενειακής ζωής, σε βαθμό που πολλοί γονείς αντιλαμβάνονται πλέον την ψηφιακή υπερδιέγερση όχι ως μια αφηρημένη απειλή αλλά ως μόνιμη συνθήκη της παιδικής ηλικίας.

Μέσα σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, όπου το smartphone έχει μετατραπεί από εργαλείο επικοινωνίας σε κεντρικό μηχανισμό ψυχαγωγίας, κοινωνικοποίησης, κατανάλωσης περιεχομένου και διαρκούς απόσπασης προσοχής, ένα προϊόν που μοιάζει σχεδόν αναχρονιστικό κατάφερε να εξελιχθεί σε μικρό κοινωνικό φαινόμενο στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το Tin Can, ένα «χαζό» τηλέφωνο σχεδιασμένο αποκλειστικά για παιδιά, χωρίς οθόνη, εφαρμογές, social media ή πρόσβαση στο διαδίκτυο, παρουσιάζεται από τους δημιουργούς του ως μια εναλλακτική μορφή επικοινωνίας που επιτρέπει στα παιδιά να μιλούν με φίλους και συγγενείς χωρίς να εισέρχονται πρόωρα στο οικοσύστημα των smartphones και των αλγορίθμων που διεκδικούν αδιάκοπα την προσοχή τους.

Πίσω από το Tin Can βρίσκονται τρεις πατέρες από το Σιάτλ, οι Chet Kittleson, Max Blumen και Graeme Davies, οι οποίοι περιγράφουν ότι η ιδέα γεννήθηκε μέσα από μια πολύ καθημερινή γονεϊκή κόπωση· τη διαρκή διαμεσολάβηση των ενηλίκων ακόμη και για τις πιο απλές μορφές παιδικής κοινωνικοποίησης, από το να κανονιστεί ένα παιχνίδι μετά το σχολείο μέχρι μια σύντομη συνομιλία με παππούδες ή φίλους. Αναζητούσαν, λοιπόν, έναν τρόπο τα παιδιά τους να αποκτήσουν αίσθηση αυτονομίας και προσωπικής επικοινωνίας χωρίς να εκτεθούν από τόσο μικρή ηλικία στο οικοσύστημα των smartphones. 

Learn about the 'Tin Can' phone

Η ίδια η συσκευή μοιάζει να έχει βγει από άλλη εποχή, καθώς παραπέμπει αισθητικά στα παλιά σταθερά τηλέφωνα που υπήρχαν κάποτε σε κάθε σπίτι, με έντονα χρώματα, μεγάλα φυσικά κουμπιά, ακουστικό συνδεδεμένο με σπειροειδές καλώδιο και βάση που τοποθετείται στην πρίζα, παρότι στην πραγματικότητα λειτουργεί μέσω Wi-Fi. Οι δυνατότητες παραμένουν αυστηρά περιορισμένες, αφού δεν υπάρχει οθόνη, πρόσβαση στο διαδίκτυο, αποστολή μηνυμάτων ή εφαρμογές, ενώ οι κλήσεις επιτρέπονται αποκλειστικά προς εγκεκριμένες επαφές που καταχωρούν οι γονείς μέσα από ειδική εφαρμογή διαχείρισης.

Παρά το γεγονός ότι κοστίζει περίπου 100 δολάρια, με επιπλέον μηνιαία συνδρομή 9,99 δολαρίων για επικοινωνία με κανονικούς τηλεφωνικούς αριθμούς, το Tin Can γνώρισε απρόσμενα μεγάλη εμπορική επιτυχία. Οι λίστες αναμονής εκτείνονται επί μήνες, αρκετοί γονείς οργανώνουν ομαδικές παραγγελίες ώστε τα παιδιά τους να μπορούν να επικοινωνούν μεταξύ τους, ενώ σε ορισμένες περιοχές των ΗΠΑ, σχολεία και τοπικές κοινότητες άρχισαν ήδη να το αντιμετωπίζουν ως πιθανή εναλλακτική απέναντι στη διαρκώς χαμηλότερη ηλικία απόκτησης smartphone.

Η γενιά που μεγάλωσε με swipe

Παιδιά που γεννήθηκαν μετά το 2015 ήρθαν σε επαφή με smartphones και tablets ήδη από τη βρεφική ηλικία. Οι οθόνες λειτουργούσαν συχνά ως δωρεάν ψηφιακές «νταντάδες» (έτσι αποκαλούν το tablet χιουμοριστικά μερικοί γονείς στο ίντερνετ): ένα μέσο ηρεμίας, απασχόλησης ή προσωρινής εκτόνωσης στις μετακινήσεις, στα εστιατόρια και στις ώρες έντασης της καθημερινότητας. Η πανδημία επιτάχυνε δραματικά αυτή τη διαδικασία, καθώς η ηλεκτρονική εκπαίδευση, ο περιορισμός των κοινωνικών επαφών και η πολύωρη παραμονή στο σπίτι μετέτρεψαν τις οθόνες σε βασικό μηχανισμό επικοινωνίας, ψυχαγωγίας και καθημερινής λειτουργίας. 

Οι παιδοψυχολόγοι παρατηρούν ότι η συνεχής έκθεση σε ταχύτατα εναλλασσόμενο ψηφιακό περιεχόμενο επηρεάζει σταδιακά την ανοχή στην ανία, τη δυνατότητα συγκέντρωσης και τη διαχείριση της καθυστερημένης επιβράβευσης, καθώς ο εγκέφαλος συνηθίζει να λειτουργεί υπό συνθήκες αδιάκοπης διέγερσης, μέσα σε ένα περιβάλλον γεμάτο θορύβους, autoplay, ατέρμονη ροή περιεχομένου και αλγορίθμους που προσαρμόζονται ακαριαία στις επιθυμίες του χρήστη. Η παιδική ηλικία μετατρέπεται σταδιακά σε κατάσταση μόνιμης ψηφιακής εγρήγορσης. Ας μη ξεχνάμε ότι το παιχνίδι συχνά «γεννιέται» μέσα από το πολύ χρήσιμο αίσθημα της βαρεμάρας, αίσθημα το οποίο ενήλικες κι ανήλικοι κοντεύουμε να εξαλείψουμε σήμερα με όπλο μας τις οθόνες. Έτσι, παραδοσιακές μορφές παιχνιδιού, που στηρίζονται στη φαντασία, την αυθόρμητη επινόηση, την περιπλάνηση στη γειτονιά και τον αδόμητο χρόνο, όλο και συρρικνώνονται. 

Επικοινωνία χωρίς αλγόριθμο

Το Tin Can επιχειρεί να απομονώσει το πιο βασικό στοιχείο της τεχνολογίας: τη συνομιλία. Η ίδια η δομή της συσκευής λειτουργεί παιδαγωγικά, καθώς δεν υπάρχει feed που ανανεώνεται αδιάκοπα ούτε κάποιος αλγόριθμος που ανταγωνίζεται για την προσοχή του παιδιού. Για να υπάρξει επικοινωνία πρέπει να σηκώσεις το ακουστικό, να καλέσεις έναν αριθμό, να περιμένεις μέχρι να απαντήσει κάποιος, να ακούσεις, να μιλήσεις και τελικά να ολοκληρώσεις τη συνομιλία χωρίς παράλληλη ροή εικόνων και περισπασμών.

Αρκετοί γονείς που δοκίμασαν τη συσκευή περιγράφουν μάλιστα μια εξέλιξη που τους εξέπληξε, καθώς τα παιδιά άρχισαν σταδιακά να αναπτύσσουν βασικούς κοινωνικούς κώδικες επικοινωνίας τους οποίους η γενιά των smartphones συχνά παρακάμπτει, από έναν απλό χαιρετισμό και τη διαχείριση της αναμονής μέχρι την τήρηση σειράς στον διάλογο και εκφράσεις καθημερινής τηλεφωνικής ευγένειας όπως το «θα της πω ότι τηλεφώνησες». Πρόκειται για δεξιότητες που επί δεκαετίες θεωρούνταν σχεδόν αυτονόητες μέσα στην καθημερινή κοινωνικοποίηση, αλλά σήμερα αναπτύσσονται με διαφορετικό τρόπο, καθώς η επικοινωνία των παιδιών μεταφέρεται ολοένα περισσότερο σε emojis, σύντομα βίντεο και αποσπασματικά μηνύματα λίγων λέξεων.

Η αγορά της «ασφαλούς τεχνολογίας» και η επιστροφή στο αναλογικό

Η άνοδος του Tin Can συνδέεται και με μια νέα οικονομία φόβου γύρω από την τεχνολογία. Γονείς που μεγάλωσαν οι ίδιοι με social media γνωρίζουν πλέον βιωματικά τα προβλήματα του ψηφιακού εθισμού. Cyberbullying, sextortion, doomscrolling, εθισμός στο gaming, ακραία μείωση της προσοχής και εξάρτηση από την online επιβεβαίωση έχουν μετατραπεί σε καθημερινές ανησυχίες.

Το βιβλίο The Anxious Generation του Jonathan Haidt λειτούργησε ως καταλύτης σε αυτή τη συζήτηση στις ΗΠΑ, ενισχύοντας την πεποίθηση ότι η υπερβολική έκθεση στα smartphones επιβαρύνει σοβαρά την ψυχική υγεία των παιδιών και των εφήβων. Το Tin Can αξιοποιεί ακριβώς αυτή την ανησυχία και η φιλοσοφία του συνοψίζεται σε μια φράση του συνιδρυτή Chet Kittleson: «Άρχισα να νιώθω λύπη που η κόρη μου δεν ζούσε την ίδια ελεύθερη, βασισμένη στο παιχνίδι παιδική ηλικία που είχα εγώ».

Εντάσσεται, όμως, και σε μια ευρύτερη πολιτισμική στροφή προς το «αναλογικό». Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται αναβίωση αντικειμένων και συνηθειών που συνδέονται με βραδύτερους ρυθμούς ζωής: βινύλια, φωτογραφικές μηχανές με φιλμ, επιτραπέζια παιχνίδια, παζλ, χειροτεχνίες, κεραμική, ημερολόγιο, βιβλία φυσικής μορφής, ζωγραφική.

Είναι χαρακτηριστικό ότι αρκετά παιδιά που δοκίμασαν το Tin Can δεν έδειξαν καμία απογοήτευση για την απουσία εφαρμογών. Αντιθέτως, ενθουσιάστηκαν με την ίδια την εμπειρία της τηλεφωνικής επικοινωνίας. Έπαιρναν τηλέφωνο από διαφορετικά δωμάτια του σπιτιού, έκαναν φάρσες, κανόνιζαν συναντήσεις στη γειτονιά, συνομιλούσαν επί ώρα με συγγενείς. Για μια γενιά που μεγάλωσε κυρίως με βιντεοκλήσεις και touchscreens, ακόμη και ο ήχος της γραμμής μοιάζει σχεδόν εξωτικός.

Μπορεί μια συσκευή να αλλάξει την παιδική καθημερινότητα;

Το Tin Can δεν αποτελεί τεχνολογική επανάσταση, ούτε λύνει από μόνο του το πρόβλημα της εξάρτησης από τις οθόνες. Παραμένει προϊόν μιας αγοράς που συνεχίζει να εμπορεύεται την αγωνία των γονέων. Ωστόσο, η επιτυχία του καταγράφει με σαφήνεια μια κοινωνική μετατόπιση. Ένα αυξανόμενο κομμάτι οικογενειών αμφισβητεί πλέον ανοιχτά την ιδέα ότι η πρώιμη έκθεση στην ψηφιακή τεχνολογία ισοδυναμεί αυτομάτως με πρόοδο ή «εκσυγχρονισμό».

Η συζήτηση έχει αρχίσει να μετακινείται από το «πότε θα πάρει smartphone το παιδί» στο «τι είδους σχέση θέλουμε να έχει με την τεχνολογία». Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το Tin Can αποκτά σημασία κυρίως επειδή φέρνει ξανά στο προσκήνιο το ερώτημα του μέτρου στην παιδική ηλικία και της ανεξαρτησίας σε ένα περιβάλλον όπου η οθόνη έχει γίνει μόνιμος ενδιάμεσος.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version