Τις τελευταίες ημέρες ο ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν αποτελεί πραγματικό γρίφο. Την Τετάρτη (13/05), το ρωσικό Κοινοβούλιο ψήφισε υπέρ του δικαιώματος εισβολής σε ξένες χώρες με το πρόσχημα της κακομεταχείρισης ρώσων πολιτών. Λίγες μέρες πριν, μετά την ολοκλήρωση των παρελάσεων για την Ημέρας της Νίκης, που είναι αφιερωμένη στην επικράτηση της ΕΣΣΔ κατά της ναζιστικής Γερμανίας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Πούτιν κατέφυγε σε μια αινιγματική δήλωση, δηλώνοντας ότι «το ζήτημα [σ.σ. ο πόλεμος στην Ουκρανία] φτάνει στο τέλος του».
Τι μπορεί να ερμηνεύσει την εναλλαγή θέσεων και προσεγγίσεων του 73χρονου επικεφαλής του Κρεμλίνου; Πρόκειται μήπως για τακτικό ελιγμό ικανό να αγοράσει χρόνο στους επιτιθέμενους στρατιώτες, που δείχνουν να έχουν κολλήσει στα πεδία των μαχών; Η συνολική αλλαγή πλεύσης, βασισμένη στις αναγκαιότητες που επιβάλει τόσο η στρατιωτική όσο και οικονομική συγκυρία;
Στην προσπάθεια να απαντήσει στα προαναφερθέντα ερωτήματα, και με αφορμή και τις πρόσφατες εξελίξεις, «Το Βήμα» μίλησε με τον Αρκάντι Μόσες, διευθυντή του Προγράμματος Ρωσίας και Ευρασίας στο Φινλανδικό Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων (FIIA).
Ορισμένοι, μένοντας σε πρόσφατες δηλώσεις του Πούτιν διέβλεψαν την αρχή μιας αλλαγής στάσης στο Ουκρανικό. Άλλοι κάνουν λόγο για τακτικισμό. Ποια είναι η γνώμη σας;
Δεν θα πρέπει να πιστέψουμε ότι ο ρώσος πρόεδρος και το επιτελείο του άλλαξαν απόψεις, παρά τις αρνητικές εξελίξεις στο επιχειρησιακό πεδίο. Παρά τις επιμέρους προτάσεις, ο Πούτιν στον πυρήνα του παραμένει ίδιος. Μια διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι στην φετινή στρατιωτική παρέλαση της 9ης Μαΐου στη Μόσχα, που τιμά την νίκη της ΕΣΣΔ έναντι της ναζιστικής Γερμανίας, ο Πούτιν παρέλειψε να αναφερθεί στη συνεισφορά των Συμμάχων στην τελική νίκη, κάτι που συνέβαινε τα προηγούμενα χρόνια, ακόμη και μετά την κατάληψη της Κριμαίας και την εισβολή στην Ουκρανία. Αυτό σημαίνει ότι ο ίδιος θα εντείνει την ιδεολογική επίθεση κατά της Δύσης, στην προσπάθειά του να πείσει για τους δίκαιους σκοπούς του πολέμου και την ανάγκη συνέχισης του. Για αυτό και η Ευρώπη πρέπει να επενδύσει στην άμυνά της, στην οποία πολλά κράτη-μέλη υποεπένδυαν εξάλλου τα προηγούμενα χρόνια.
Η ρωσική κοινή γνώμη στηρίζει τον Πούτιν και τον πόλεμο; Τι εικόνα έχετε;
Είναι δύσκολο να καταλήξουμε σε ασφαλή συμπεράσματα. Υπάρχουν μεταβολές που καταγράφονται σε σειρά ερευνών, κυρίως εξαιτίας της κατάστασης στο μέτωπο, αλλά όπως όλα δείχνουν αυτή τη στιγμή έχουν διαμορφωθεί δύο ευδιάκριτα μπλοκ. Το πρώτο αποτελείται όσους αντιτίθεται στον πόλεμο και υπολογίζονται στο 20 με 25%. Αρκετοί εξ αυτών έχουν εγκαταλείψει τη Ρωσία από όταν ξεκίνησε ο πόλεμος, ενώ άλλοι χιλιάδες πολίτες που εξέφρασαν αντιπολεμικές απόψεις συνελήφθησαν. To άλλο στρατόπεδο αφορά όσους είναι υπέρ του πολέμου και δεν συμβιβάζονται με τίποτα λιγότερο από τη νίκη. Επικρίνουν μάλιστα το Κρεμλίνο για μαλθακότητα, παράμετρος που περιορίζει το περιθώριο ελιγμών για τον Πούτιν. Ανάμεσά στα δύο στρατόπεδα βρίσκεται η μεγάλη μάζα του ρωσικού πληθυσμού.
Σε όλα αυτά θα πρέπει να σημειωθεί ότι για πρώτη φορά στη ρωσική ιστορία η χώρα βασίζεται σε έναν στρατό μισθοφόρων. Πολλοί κατατάσσονται λόγω των παχυλών αμοιβών, καθώς οι αμοιβές και τα μπόνους υπογραφής συμβολαίων έχουν αυξηθεί σημαντικά, ειδικά για κατοίκους περιφερειών με χαμηλό εισόδημα. Θα έλεγα λοιπόν ότι ο Πούτιν έχει καταφέρει να διαχειριστεί πετυχημένα τη σχέση του με τη ρωσική κοινωνία, προσφέροντας αφενός ένα ιδεολογικό αφήγημα περικύκλωσης της Ρωσίας από τη Δύση και αφετέρου ένα απτό, υλικό αντάλλαγμα. Ο συνδυασμός των δύο αυτών στοιχείων αρκεί για τη μεγάλη πλειοψηφία της χώρας.
Σε πρόσφατο άρθρο σας υποστηρίξατε την ανάγκη να διεξαχθούν εκλογές στην Ουκρανία για λόγους δημοκρατίας και πολιτικής σταθερότητας. Πόσο εφικτό είναι αυτό εν μέσω πολέμου;
Έχουν να διεξαχθούν εκλογές εδώ και επτά χρόνια. Η απροθυμία του ουκρανού προέδρου να συζητήσει το ενδεχόμενο των εκλογών κατά τη διάρκεια του πολέμου, ο ίδιος επιχειρεί να διατηρήσει το status quo. Ο ουκρανικός λαός διαθέτει πλούσια εκλογική εμπειρία και δεν είναι ευτυχισμένος με όσα συμβαίνουν, ιδίως μετά το σκάνδαλο διαφθοράς σε βάρος του Αντρέι Γερμάκ, πρώην προσωπάρχη του ουκρανού προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι, ο οποίος προφυλακίστηκε τον Μάιο του 2026. Υπάρχουν ασφαλώς τεχνικά προβλήματα και εμπόδια συνταγματικού χαρακτήρα αλλά εκτιμώ ότι η επίτευξη μιας συμφωνίας σχετικά με την ημερομηνία των εκλογών είναι απολύτως χρήσιμη. Σε άλλη περίπτωση δικαιολογημένα θα υπάρξει απογοήτευση και σε δεύτερη φάση οργή από πλευράς κοινωνίας.
Ο ρόλος της Δύσης εδώ μπορεί – ή μάλλον θα έπρεπε – να είναι διττός. Ένα καθήκον είναι να εξηγήσει στο Κίεβο την πολιτική σκοπιμότητα της διεξαγωγής εκλογών. Ένα δεύτερο καθήκον πηγάζει από την κατανόηση ότι η διοργάνωση εκλογών σε καιρό πολέμου είναι δαπανηρή επιχείρηση, αποτελώντας παράλληλα υλικοτεχνικό αίνιγμα και εφιάλτης ασφαλείας. Εδώ, η Δύση μπορεί να παράσχει νομική εμπειρογνωμοσύνη και τους απαραίτητους οικονομικούς πόρους.