Ο Jonas Lauwiner είναι 32 ετών, σχετικά ευειδής, τακτοποιημένος επαγγελματικά, Ελβετός με μαροκινές ρίζες. Κυρίως είναι βασιλιάς. Ή τουλάχιστον έτσι νομίζει.
Ή, για να είμαστε συνεπείς με τα γεγονότα, έτσι αποφάσισε μια ωραία πρωία. Ήταν συγκεκριμένα ένα πρωινό του 2019 όταν ο Lauwiner επέλεξε για τον εαυτό του μια μάλλον ασυνήθιστη, αλλά, όπως αποδείχθηκε εκ του αποτελέσματος, αρκετά προσοδοφόρα και εντυπωσιακά ξεκούραστη καριέρα: στέφθηκε μονάρχης της Ελβετίας. Μόνος του, χωρίς να το απαιτεί το πρωτόκολλο ή κάποια γραμμή διαδοχής, ετσιθελικά.
Σε ηλικία 24 ετών, γονάτισε ευλαβικά στον κεντρικό διάδρομο της ιστορικής εκκλησίας Nydegg της Βέρνης. Υπό τους κατανυκτικούς ήχους μιας χορωδίας, φόρεσε στο κεφάλι του ένα στέμμα διακοσμημένο με κόκκινα και μπλε πετράδια, δίνοντας έτσι το έναυσμα για την ίδρυση της «αυτοκρατορίας» του.
Στα ακόμα πιο σουρεαλιστικά νέα ο Lauwiner αποφάσισε να δημιουργήσει το βασίλειό του στα σπλάχνα μιας χώρας που ιστορικά δεν είχε ποτέ της βασιλεία και στα 41 χιλιάδες τετραγωνικά χιλιόμετρά της αντανακλάται η αρετή της άμεσης δημοκρατίας.
Αλλά αυτά είναι ψιλά γράμματα για έναν σε πρώτη ανάγνωση γραφικό αλλά μάλλον ευφυή τύπο που αποφάσισε να προσφέρει στους συμπατριώτες του κάτι που ούτε ήθελαν αλλά ούτε και χρειάζονταν.
Ο βασιλιάς που κούρσεψε τους θεσμούς
Το να εγκαθιδρύσει κανείς μια «μοναρχία» τον 21ο αιώνα δεν προϋποθέτει γαλαζοαίματο γενεαλογικό δέντρο, ούτε τον έλεγχο μισθοφορικού στρατού.
Απαιτεί, ωστόσο, εξαντλητική υπομονή, γραφειοκρατική οξυδέρκεια και βαθιά εξοικείωση με τα δημόσια αρχεία. Ο Lauwiner δεν ανακάλυψε κάποιον μυστικό νόμο. Αντιθέτως, αξιοποίησε μια θεσμοθετημένη αλλά λησμονημένη στη σκόνη του χρόνου πρόβλεψη της ελβετικής νομοθεσίας.

Βάσει αυτής, όταν μια εδαφική έκταση καταγράφεται νομικά ως «αδέσποτη», μπορεί να περιέλθει στην κατοχή του πρώτου που θα καταθέσει την αντίστοιχη δήλωση ενδιαφέροντος στις τοπικές αρχές.
Ο Lauwiner άρχισε να χτενίζει συστηματικά τα αρχεία της χώρας, εντοπίζοντας μικρά, διάσπαρτα και φαινομενικά ασήμαντα κομμάτια γης — από χέρσα οικόπεδα και ρέματα μέχρι τμήματα ιδιωτικών δρόμων που είχαν αφεθεί στη μοίρα τους από πτωχευμένους κατασκευαστές ή απρόθυμους κληρονόμους.

Η διαδικασία απόκτησής τους ήταν σκανδαλωδώς εύκολη. Το μόνο που χρειάστηκε να κάνει ήταν μια τυπική αίτηση στο τοπικό συμβούλιο και η καταβολή ενός μηδαμινού διοικητικού τέλους.
Σε κάτι λιγότερο από μία δεκαετία η αθόρυβη επέλασή του απέδωσε 148 τέτοιες εκτάσεις, συνολικής επιφάνειας 117.144 τετραγωνικών μέτρων.

Μπορεί τα εν λόγω οικόπεδα και αγροτεμάχια να μην είναι ο ορισμός του real estate «φιλέτου», ωστόσο η αξία τους αποδείχτηκε πολλαπλάσια της εμπορικής τους. Έδωσαν στον αυτοανακηρυγμένο βασιλιά ένα στρατηγικό πλεονέκτημα.
Ανάμεσα στις ιδιοκτησίες του περιλαμβάνονται 83 τμήματα δρόμων, ένα περιουσιακό στοιχείο που τον προίκισε με τεράστια διαπραγματευτική ισχύ.
Πλέον ο Lauwiner χρεώνει τέλη συντήρησης στους διαβάτες ή εμπορεύεται δικαιώματα διέλευσης και δόμησης σε νέους αγοραστές. Ο ίδιος περιγράφει τη μέθοδό του ως «στρατιωτική εκστρατεία», σπεύδοντας να διευκρινίσει ότι πρόκειται για μια κατάκτηση «αυστηρά ψηφιακή και αναίμακτη».

Στην πραγματικότητα, μιλάμε για μια αριστοτεχνική μετατροπή ενός τυφλού σημείου του συστήματος σε μηχανή παραγωγής εσόδων.
Ποιος είναι ο βασιλιάς Jonas ο Α’
Ποιος είναι όμως ο ελέω της δικής του πρωτοβουλίας βασιλιάς της Ελβετίας; Ένας ιδιόρρυθμος τύπος, πιο γραφικός κι από τις χιονισμένες βουνοκορφές των Άλπεων; Ή μήπως κάτι παραπάνω;
Αν του αφαιρέσεις τη βελούδινη κάπα και κλείσεις τα αυτιά σου στην αυτοκρατορική ρητορεία θα έχεις μπροστά σου έναν απολύτως λειτουργικό και πειθαρχημένο επαγγελματία.

Γεννημένος το 1994 στο καντόνι της Βέρνης, ο Lauwiner μοιάζει μάλλον με ένα καλοκουρδισμένο, αρχετυπικό προϊόν της ελβετικής προσήλωσης στην τεχνική κατάρτιση και την οργάνωση.
Αφού ολοκλήρωσε μια απαιτητική μαθητεία ως τεχνικός αυτοματισμών, εκπλήρωσε τη στρατιωτική του θητεία και σπούδασε διοίκηση επιχειρήσεων, ο Lauwiner σήμερα απασχολείται ως project manager στον τομέα της βιομηχανικής πληροφορικής ενώ διαθέτει και δίπλωμα πιλότου.
Αλλά αυτό το τελευταίο είναι μάλλον σύνηθες για βασιλιάδες – κανονικούς ή faux – αν λάβει κανείς υπόψη την περίπτωση του βασιλιά της Ολλανδίας.

Το πραγματικά εντυπωσιακό είναι ότι ο 32χρονος Ελβετός είναι ένας τεχνοκράτης που δεν βιώνει το «βασίλειό» του ως μια παραληρηματική φαντασίωση μεγαλείου, αλλά σαν ένα άρτια δομημένο επιχειρηματικό project: με συγκεκριμένους στόχους, αυστηρά KPI’s, μεθοδική στρατηγική και σαφή προσανατολισμό στην κερδοφορία.
Η μιντιακή συγκατάβαση που έγινε μετωπική σύγκρουση
Το εγχείρημά του αρχικά αντιμετωπίστηκε με θεσμική αμηχανία και μιντιακό τρολαρίσμα. Τα μέσα ενημέρωσης —πρωτοστατούντος του γερμανικού Τύπου— τον έχρισαν «Βασιλιά της Ελβετίας», έναν τίτλο που ο ίδιος έσπευσε να ενσωματώσει στον πυρήνα του brand του. Ωστόσο, το απόθεμα της ανοχής των τοπικών αρχών ξεκίνησε να εξαντλείται τη στιγμή που το αστείο άρχισε να κοστίζει ακριβά.
Συνέβη για παράδειγμα στο καντόνι της Λουκέρνης, όταν ο Lauwiner αξίωσε το ποσό των 150.000 ελβετικών φράγκων προκειμένου να παραχωρήσει πίσω στο δημόσιο έναν δρόμο που είχε αποκτήσει εντελώς δωρεάν.

Είχε βεβαίως και εναλλακτική πρόταση στο τραπέζι. Θα μπορούσε να τον παραδώσει δωρεάν, με τον όρο να μετονομαστεί ο δρόμος προς τιμήν του. Η υπόθεση κατέληξε στα δικαστήρια, αλλά η ελβετική δικαιοσύνη βρέθηκε εγκλωβισμένη στους δικούς της κανόνες: η προσφυγή εναντίον του απορρίφθηκε, αφού κάθε του κίνηση ήταν απόλυτα ευθυγραμμισμένη με το γράμμα του νόμου.
Η δικαστική ήττα του δημοσίου σήμανε συναγερμό. Σήμερα, καντόνια όπως η Βέρνη, η Λουκέρνη και το Σβιτς σπεύδουν να θωρακιστούν νομοθετικά, επιδιώκοντας να εξοπλίσουν τα τοπικά συμβούλια με το δικαίωμα προαίρεσης, ώστε να αναχαιτίσουν αντίστοιχες πρακτικές ιδιωτικοποίησης από τον βασιλιά Jonas Α΄ ή ενδεχόμενους άλλους μιμητές του στο μέλλον.
Η σκηνογραφία της φανταστικής αυτοκρατορίας
Αν η υλική διάσταση του βασιλείου χαρακτηρίζεται από έναν άναρχο γεωγραφικό κατακερματισμό, η συμβολική του υπόσταση διαθέτει μια εντυπωσιακή, σχεδόν προκλητική, συνοχή. Ο Lauwiner δεν περιορίστηκε στον ρόλο του καιροσκόπου γαιοκτήμονα. Ανήγειρε, ψηφίδα-ψηφίδα, ένα πλήρες ψηφιακό οικοδόμημα εξουσίας.

Στην επίσημη ιστοσελίδα του, το εγχείρημα πλασάρεται με την πειθώ ενός αληθινού, κυρίαρχου κράτους. Διαθέτει «Αυτοκρατορική Τράπεζα» που εκδίδει το δικό της νόμισμα (το Empire Vellar), εθνικά σύμβολα, σημαίες, αλλά και «ειδικές δυνάμεις» με πλήρεις στολές παραλλαγής, οι οποίες εμφανίζονται σε άρτια σκηνοθετημένα προωθητικά βίντεο να περιπολούν στα χιονισμένα δάση.
Το σκηνικό νομιμοποίησης συμπληρώνεται από την απονομή παρασήμων, ενώ το «παλάτι» του είναι ένα τυπικό, διώροφο οίκημα στην πόλη Burgdorf — μια επιλογή που επιτείνει το παράδοξο μιας εξουσίας που ακροβατεί διαρκώς ανάμεσα στην πεζότητα και τη μεγαλομανία.

Το απόγειο της θεσμικής του τρολιάς ήρθε το 2024. Ο Lauwiner απέκτησε ακόμη και αποστρατιωτικοποιημένο αμφίβιο τεθωρακισμένο, ενισχύοντας τη σκηνογραφία του εγχειρήματος.
Ένας εστεμμένος προβοκάτορας με θεσμική ισχύ;
Ο ίδιος επιμένει ότι η αυτοανακήρυξή του σε βασιλιά είναι κάτι πολύ πιο ουσιώδες από μια καλοστημένη φάρσα.
Δηλώνει ότι έχει απόλυτη επίγνωση του ρόλου του ως «συμβολικός βασιλιάς» και ότι δεν αμφισβητεί στο ελάχιστο την ελβετική συνταγματική τάξη. Κάτι που απέδειξε εμπράκτως, αποτίοντας τον δικό του φόρο τιμής στο σύστημα: διεκδίκησε και κέρδισε μια θέση στο δημοτικό συμβούλιο του Burgdorf.

Παρόλα αυτά, το εγχείρημά του έχει προ πολλού υπερβεί τα όρια της – ούτε καν λεπτής αλλά μάλλον χοντροκομμένης – ειρωνείας.
Από τη μία έχει δημιουργήσει ένα βιώσιμο, εξαιρετικά επικερδές οικονομικό μοντέλο, στήνοντας ένα μονοπώλιο πάνω σε ένα νόμο που επί δεκαετίες παρέμενε αόρατος. Από την άλλη, έχει οικοδομήσει ένα συνεκτικό αφήγημα εξουσίας —μια σύγχρονη μορφή «προσωπικού κράτους»— που λειτουργεί ταυτόχρονα ως προσωπικό brand, ως performance art και ως μοχλός πίεσης.
Το πιο ιντριγκαδόρικο στοιχείο της υπόθεσης δεν είναι ότι ένας τριαντάρης αυτοανακηρύχθηκε βασιλιάς. Είναι το γεγονός ότι υπήρξε ο πρώτος που μετέτρεψε μια αδρανή νομική δυνατότητα σε ένα αποτελεσματικό επιχειρηματικό σύστημα, το οποίο εν συνεχεία έντυσε με τα σύμβολα και τη γλώσσα των θεσμών.

Σε μια χώρα που έχει σμιλεύσει ολόκληρη την ταυτότητά της πάνω στην αυστηρή διαφάνεια, τον κανόνα δικαίου και την άμεση δημοκρατία, η ιστορία του Jonas Lauwiner φέρνει στην επιφάνεια μια μάλλον άβολη αλήθεια: οι κανόνες, όσο αρραγείς κι αν φαντάζουν, παραμένουν πάντοτε ευάλωτοι απέναντι σε όσους διαθέτουν την υπομονή να διαβάσουν τα ψιλά γράμματα — και το θράσος να τους χρησιμοποιήσουν πολύ πιο δημιουργικά από το σύστημα που τους γέννησε.
Πάντως, σε περίπτωση που θέλετε να ζητήσετε τεχνογνωσία από τον αυτοανακηρυγμένο μονάρχη, μπορείτε να ανατρέξετε στο πληρέστατο ηλεκτρονικό κονάκι του βασιλείου του.
Ή ακόμα καλύτερα να ξεκινήσετε μαζί του αλληλογραφία – αλά παλαιά – στην αυτοκρατορική διεύθυνσή του. Άλλωστε ο Lauwiner αναζητά διαρκώς υπηκόους για το ανύπαρκτο βασίλειό του.

