Το πολιτικό μανιφέστο του Ινστιτούτου Αλέξης Τσίπρας που δόθηκε απόψε στη δημοσιότητα και τιτλοφορείται «Μανιφέστο για τη συμπαράταξη της σοσιαλδημοκρατίας, της ριζοσπαστικής αριστεράς και της πολιτικής οικολογίας», δεν διαβάζεται απλώς ως ένα ακόμη πολιτικό κείμενο. Είναι περισσότερο μια απόπειρα ιδεολογικής ανασύνθεσης, σχεδόν μια «πλατφόρμα επανεκκίνησης» για έναν χώρο που αναζητά εκ νέου ρόλο και ταυτότητα. Και αν κάτι ξεχωρίζει από την πρώτη ανάγνωση, είναι η προσπάθεια να δοθεί απάντηση όχι μόνο στο «τι κάνουμε», αλλά κυρίως στο «γιατί τώρα». Ουσιαστικά είναι το νέο, πιο μεγάλο αυτή τη φορά, βήμα, και μάλιστα ανήμερα της Πρωτομαγιάς, μια ιδιαίτερη μέρα για τον ευρύτερο χώρο της Αριστεράς, του πρώην Πρωθυπουργού για τη δημιουργία του νέου κόμματος.
Βασικός στόχος η προσέγγιση τριών ιδεολογικών ρευμάτων, της Σοσιαλδημοκρατίας, της Ριζοσπαστικής Αριστεράς και της Πολιτικής Οικολογίας, ενώ το Μανιφέστο των περίπου 8.000 λέξεων, δεν αποτελεί ιδεολογική διακήρυξη του κόμματος που ετοιμάζεται υπό τον Αλ. Τσίπρα, αλλά μια ιδεολογική πυξίδα, όρος που αρέσει στον πρώην Πρωθυπουργό, για τα μελλούμενα.
Tο κείμενο δίνεται στη δημοσιότητα με ανάρτηση και του Αλ. Τσίπρα, υπό τον τίτλο, «Η Κυβερνώσα Αριστερά της Νέας Εποχής» με στόχο τη συμπαράταξη, όπως αναφέρει, των τριών βασικών ρευμάτων της σύγχρονης αριστεράς, της Σοσιαλδημοκρατίας, της Ριζοσπαστικής Αριστεράς και της Πολιτικής Οικολογίας.
«Οι προκλήσεις και οι δυσκολίες που είχαν να αντιμετωπίσουν τα μέλη της επιτροπής που συγκροτήσαμε στο ΙΝΑΤ με επικεφαλής τον Γ.Σιακαντάρη ήταν πολλές. Η επεξεργασία των θέσεων που επετεύχθη μέσα από έναν ενδελεχή και ουσιαστικό διάλογο, από τα τέλη Ιανουαρίου έως και σήμερα, οδήγησε σε ένα κείμενο που από την αρχή έως το τέλος του επιδιώκει την σύνθεση. Κεντρική μας επιδίωξη μέσα από αυτό το κείμενο, ήταν και παραμένει, η συλλογική ανανέωση του πολιτικού λόγου και η διαμόρφωση ενός συνεκτικού πλαισίου αρχών και κατευθύνσεων, που θα προασπίζεται όσα μας ανήκουν από κοινού, συγκροτώντας μια πειστική εναλλακτική στην κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού και της ακροδεξιάς. Μια νέα αξιακή αφετηρία με διάρκεια και προοπτική» υπογραμμίζει ο πρώην Πρωθυπουργός.
Το κείμενο της ομάδας εργασίας του Ινστιτούτου, υπό τον Γιώργο Σιακαντάρη, λειτουργεί ως θεμέλιο αυτής της προσπάθειας. Ξεκινά με μια δραματική, σχεδόν υπαρξιακή διαπίστωση: «Ο κόσμος όπως τον γνωρίζαμε αλλάζει μπροστά στα μάτια μας… οι βεβαιότητες των μεταπολεμικών κοινωνιών καταρρέουν». Δεν πρόκειται για ρητορική υπερβολή, αλλά για τους συνομιλητές του Αλ. Τσίπρα, ως μια συνειδητή επιλογή να περιγραφεί μια εποχή γενικευμένης μετάβασης, όπου οι σταθερές που συγκρότησαν την ευρωπαϊκή πολιτική μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο δείχνουν να εξαντλούνται.
Αυτή η αφετηρία δεν είναι ουδέτερη, αλλά βαθύτατα πολιτική κατά τα ίδια πρόσωπα. Γιατί αμέσως μετά τίθεται ένα κρίσιμο επιχείρημα: «η διάκριση Αριστεράς-Δεξιάς όχι μόνο δεν είναι ξεπερασμένη… αλλά είναι πιο επίκαιρη από ποτέ». Σε μια περίοδο όπου το «τέλος των ιδεολογιών» επανέρχεται συχνά στο δημόσιο λόγο, η συγκεκριμένη θέση επιχειρεί να επαναφέρει τη σύγκρουση ως κεντρικό στοιχείο της πολιτικής. Και αυτό αποτελεί σαφή διαφοροποίηση από πιο τεχνοκρατικές ή διαχειριστικές προσεγγίσεις και ουσιαστικά θα αποτελέσει και το πεδίο αντιπαράθεσης του Αλ. Τσίπρα με τον Πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη την επόμενη περίοδο.
Η καρδιά του μανιφέστου όμως βρίσκεται στη στρατηγική της σύγκλισης. Η πρόταση για τη συνάντηση σοσιαλδημοκρατίας, ριζοσπαστικής Αριστεράς και πολιτικής οικολογίας δεν είναι καινούργια ως ιδέα, αλλά εδώ αποκτά πιο συγκεκριμένο περιεχόμενο. Περιγράφεται ως «κρίσιμη πολιτική αναγκαιότητα», όχι ως ιδεολογική πολυτέλεια. Πρόκειται για μια έμμεση παραδοχή ότι κανένα από αυτά τα ρεύματα δεν μπορεί πλέον να λειτουργήσει αυτόνομα με όρους ηγεμονίας. Θα το καταφέρει ο Αλ. Τσίπρας; Αυτό μένει να απαντηθεί.
Εδώ εντοπίζεται και η βασική φιλοδοξία του εγχειρήματος: να υπερβεί τα ιστορικά ρήγματα της Αριστεράς. Το κείμενο είναι σαφές: «Το ιστορικό δίλημμα “μεταρρύθμιση ή επανάσταση”… δεν μπορεί πλέον να καθοδηγεί τις επιλογές του παρόντος». Αντί για αυτό, προτείνεται μια σύνθεση: «η πρόκληση δεν είναι η επιλογή… αλλά η σύνθεσή τους». Πρόκειται για μια φράση-κλειδί, καθώς επιχειρεί να γεφυρώσει δύο παραδόσεις που για δεκαετίες λειτουργούσαν ανταγωνιστικά.
Η προσέγγιση αυτή αντανακλά σε μεγάλο βαθμό και τη διαδρομή του Αλ. Τσίπρα. Από τον αντισυστημικό λόγο της πρώτης περιόδου, σε μια πιο σύνθετη αντίληψη άσκησης πολιτικής μετά την εμπειρία διακυβέρνησης. Το μανιφέστο μοιάζει να ενσωματώνει την άποψη, ότι χωρίς ρεαλισμό δεν υπάρχει προοπτική εξουσίας, αλλά χωρίς ριζοσπαστισμό δεν υπάρχει λόγος ύπαρξης.
Ιδιαίτερο βάρος δίνεται στην έννοια της «κυβερνώσας Αριστεράς» που έχει ακουστεί και στο παρελθόν πολλές φορές. Δεν είναι τυχαίο ότι απαριθμούνται συγκεκριμένες προτεραιότητες, όπως ενίσχυση της εργασίας, αναδιανομή, δημόσια αγαθά, θεσμική θωράκιση, προοδευτική φορολογία. Πρόκειται για μια προσπάθεια να μεταφραστεί η ιδεολογία σε πρόγραμμα. Και εδώ υπάρχει η στόχευση να απαντηθεί η κριτική ότι η Αριστερά είναι καλή στην ανάλυση αλλά αδύναμη στην εφαρμογή.
Ωστόσο, το πιο ενδιαφέρον ίσως στοιχείο είναι η κοινωνική ανάγνωση που επιχειρείται. Το μανιφέστο περιγράφει μια κοινωνία σε κατάσταση διάχυτης ανασφάλειας: «Τα κυρίαρχα κοινωνικά συναισθήματα… είναι το άγχος, η ανασφάλεια και ο φόβος». Δεν πρόκειται για απλή περιγραφή, αλλά ένας ακόμα πολιτικός στόχος. Διότι αυτή η «κοινωνία της αγωνίας» ορίζεται ως το πεδίο στο οποίο πρέπει να παρέμβει η νέα προοδευτική παράταξη.
Η φράση «τέσσερα πέμπτα της κοινωνίας ακολουθούν καθοδική κοινωνική κινητικότητα» είναι ενδεικτική της δραματικότητας με την οποία επιχειρείται να αποτυπωθεί η κατάσταση. Εδώ υπάρχει μια καθαρή προσπάθεια συγκρότησης κοινωνικής πλειοψηφίας, όχι μόνο των παραδοσιακά αδύναμων, αλλά και των μεσαίων στρωμάτων που αισθάνονται ότι χάνουν έδαφος.
Σε αυτό το σημείο εμφανίζεται η έννοια του «νέου πατριωτισμού» την οποία είχε πει πριν ένα χρόνο ο Αλ. Τσίπρας και ξάφνιασε πολλούς. Όμως για τους συνομιλητές του είναι μια έννοια που επιχειρεί να αποσπάσει το πατριωτικό αφήγημα από τη δεξιά και την ακροδεξιά. Περιγράφεται ως «δημοκρατικός, συμπεριληπτικός και συνταγματικός», με στόχο να μετατρέψει τους πολίτες από «θεατές» σε «πρωταγωνιστές». Πρόκειται για μια προσπάθεια πολιτικής και συναισθηματικής κινητοποίησης, που ξεπερνά τα στενά όρια της οικονομικής πολιτικής.
Κομβικό ρόλο παίζει και η επαναφορά του ρόλου του Κράτους σε μια πιο κεϋνσιανή προσέγγιση. Το μανιφέστο είναι σαφές, καθώς ασκεί κριτική στο «επιτελικό κράτος» ως μηχανισμό συγκέντρωσης εξουσίας και προτείνει ένα «συνεργατικό κράτος», με ενίσχυση της αυτοδιοίκησης και των συλλογικών μορφών οργάνωσης. Πρόκειται για μια προσέγγιση που επιχειρεί να συνδυάσει κρατική παρέμβαση με αποκέντρωση, μια ισορροπία δύσκολη, αλλά πολιτικά αναγκαία.
Στο επίπεδο των θεσμών, η έμφαση στο «πρωτείο της δημοκρατίας» λειτουργεί ως απάντηση σε μια ευρύτερη ανησυχία για την ποιότητα του δημοκρατικού συστήματος και του Κράτους Δικαίου το τελευταίο διάστημα με επίκεντρο και το σκάνδαλο των υποκλοπών. Η διατύπωση ότι μια δημοκρατία χωρίς κοινωνικό κράτος είναι «ένδυμα χωρίς σώμα» είναι χαρακτηριστική της προσπάθειας να συνδεθεί η πολιτική ελευθερία με την κοινωνική δικαιοσύνη.
Συνολικά, το μανιφέστο δεν περιορίζεται σε μια αντιπολιτευτική ρητορική. Επιχειρεί να συγκροτήσει ένα νέο πολιτικό μπλοκ «στα αριστερά του κέντρου», με σαφή στόχο την άσκηση εξουσίας. Και εδώ βρίσκεται ίσως το πιο κρίσιμο ερώτημα: μπορεί αυτή η σύνθεση να αποκτήσει κοινωνική και πολιτική δυναμική ή θα παραμείνει ένα καλοδιατυπωμένο κείμενο προθέσεων;
Η απάντηση δεν είναι προφανής για το αυτό που ονομάζεται στο κείμενο «επαναστατική αλλαγή». Η επιτυχία ενός τέτοιου εγχειρήματος εξαρτάται από πολλούς παράγοντες: τη συνοχή των δυνάμεων που καλούνται να συγκλίνουν, την αξιοπιστία των προσώπων που το εκφράζουν. Σε κάθε περίπτωση, το κείμενο αυτό δείχνει ότι ο χώρος που εκφράστηκε από τον Αλ. Τσίπρα δεν έχει εγκαταλείψει την προσπάθεια να επανέλθει ως κεντρικός παίκτης. Το αν θα τα καταφέρει, θα κριθεί όχι από τις διακηρύξεις, αλλά από τη δυνατότητα να μετατρέψει αυτή τη θεωρητική σύνθεση σε πειστική πολιτική πράξη. Και αυτό είναι και το προσωπικό πολιτικό στοίχημα του πρώην Πρωθυπουργού.
Αποσπάσματα από το Μανιφέστο της Ομάδας Εργασίας του ΙΝΑΤ για τη συμπαράταξη της σοσιαλδημοκρατίας, της ριζοσπαστικής αριστεράς και της πολιτικής οικολογίας
1. Τίποτα δεν είναι όπως πριν: Η εποχή της μεγάλης ανατροπής
«Ο κόσμος όπως τον γνωρίζαμε αλλάζει μπροστά στα μάτια μας. Οι βεβαιότητες των μεταπολεμικών κοινωνιών καταρρέουν. Ζούμε μια εποχή στην οποία οι ανισότητες βαθαίνουν και διευρύνονται…Σε αυτές τις συνθήκες θεωρούμε πως η διάκριση Αριστεράς-Δεξιάς όχι μόνο δεν είναι ξεπερασμένη… αλλά είναι πιο επίκαιρη από ποτέ…»
2. Η ώρα της σύγκλισης των τριών ρευμάτων της Αριστεράς
Ο κόσμος όπως τον γνωρίζαμε αλλάζει μπροστά στα μάτια μας. Οι βεβαιότητες των μεταπολεμικών κοινωνιών καταρρέουν. Ζούμε μια εποχή στην οποία οι ανισότητες βαθαίνουν και διευρύνονται, η κλιματική κρίση επεκτείνεται σε όλες τις γωνιές της γης, οι δυσοίωνες γεωπολιτικές εξελίξεις συντείνουν στην κατάρρευση του Διεθνούς Δικαίου, η ψηφιακότητα αλλάζει όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητας μας και οι αλόγιστες χρήσεις της Τεχνητής Νοημοσύνης συχνά έρχονται σε αντίθεση με τις μεταπολεμικές δημοκρατικές κατακτήσεις.
Μέσα σ’ όλα αυτά η πολιτική και οι ιδέες έχουν πάψει να εμπνέουν. Κόντρα στους καιρούς εμείς πιστεύουμε και στην πολιτική και στις ιδέες. Και θέλουμε ν’ αλλάξουμε αυτή την κρίση εμπιστοσύνης προς αυτές. Σε αυτές τις συνθήκες θεωρούμε πως η διάκριση Αριστεράς-Δεξιάς όχι μόνο δεν είναι ξεπερασμένη όπως διατείνονται ορισμένοι, στρώνοντας ουσιαστικά το δρόμο για την άκρα δεξιά, αλλά είναι πιο επίκαιρη από ποτέ, καθώς αποτυπώνει τις συγκρουόμενες απαντήσεις στα κρίσιμα προβλήματα της εποχής. Υπό αυτούς τους όρους, η σύγκλιση των τριών ρευμάτων της Αριστεράς του 20ού αιώνα, της Σοσιαλδημοκρατίας, της Ριζοσπαστικής και Ανανεωτικής Αριστεράς και της Πολιτικής Οικολογίας, αναδεικνύεται σε κρίσιμη πολιτική αναγκαιότητα.
3. Πέρα από τα παλιά διλήμματα: Μεταρρύθμιση και ρήξη μαζί
Το ιστορικό δίλημμα «μεταρρύθμιση ή επανάσταση», που σφράγισε και δίχασε την ευρωπαϊκή Αριστερά στον 20ό αιώνα, δεν μπορεί πλέον να καθοδηγεί τις επιλογές του παρόντος. Οι σύγχρονες προκλήσεις υπερβαίνουν αυτούς τους διαχωρισμούς και απαιτούν νέες ιδεολογικές συνθέσεις αλλά και οργανωτικές αποκρυσταλλώσεις. Η σύγκλιση των τριών ρευμάτων, λοιπόν, δεν μπορεί να γίνει με όρους του προηγούμενου αιώνα, αλλά με μια νέα πολιτική λογική που θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες της εποχής: δημοκρατική, εφαρμόσιμη και ταυτόχρονα μετασχηματιστική. Σήμερα, η πρόκληση δεν είναι η επιλογή ανάμεσα στη σταδιακή αλλαγή και τη ρήξη, αλλά η σύνθεσή τους σε μια νέα πολιτική στρατηγική. Οι σύγχρονες συνθήκες απαιτούν μεταρρυθμίσεις προς όφελος των πολλών, αλλαγές με βάθος και διάρκεια, που να ανοίγουν δρόμους για ουσιαστικούς κοινωνικούς μετασχηματισμούς, καθώς και ρήξεις όπου οι δομές εξουσίας αναπαράγουν ανισότητες και αδιέξοδα. Γιατί για την σύγχρονη Αριστερά η πολιτική δεν είναι η τέχνη του εφικτού αλλά η διεύρυνση των ορίων του εφικτού. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η σοσιαλδημοκρατία οφείλει να απομακρυνθεί από τις λογικές διαχείρισης και να συναντηθεί με το πνεύμα του ριζοσπαστισμού στην αντιμετώπιση των ανισοτήτων και της διαφθοράς· η ριζοσπαστική και ανανεωτική Αριστερά να επεξεργαστεί ρεαλιστικές και εφαρμόσιμες πολιτικές για την παραγωγική ανασυγκρότηση και τη θεσμική ανασύνταξη της χώρας· και η πολιτική οικολογία να ενσωματωθεί στον πυρήνα ενός νέου μοντέλου ανάπτυξης που θα συνδυάζει βιωσιμότητα, ενεργειακή ασφάλεια και κοινωνική δικαιοσύνη.
4. Τι είναι και τι θέλει η Κυβερνώσα Αριστερά
Δίνει προτεραιότητα στην ενίσχυση του κόσμου της εργασίας, στη μείωση των ανισοτήτων, στην κοινωνική δικαιοσύνη, στην αναδιανομή των εισοδημάτων, στην εξάλειψη των έμφυλων, φυλετικών και κοινωνικών διακρίσεων, στα ανθρώπινα δικαιώματα και στη διασφάλιση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, υπερασπίζεται τα δημόσια αγαθά – την ενέργεια, το νερό, το περιβάλλον – ως θεμέλια συλλογικής ασφάλειας, προστατεύει το δημόσιο συμφέρον, την υγεία, την εκπαίδευση, τον πολιτισμό, ενισχύει τη δημοκρατία, τη διαφάνεια, τη λογοδοσία, την ισότιμη εκπροσώπηση και μεταχείριση, ως προϋποθέσεις εμπιστοσύνης, προωθεί ένα κράτος δίκαιο και ισχυρό, όπου η παροχή κοινωνικών υπηρεσιών εγγυάται την ασφάλεια ζωής και κοινωνικής προοπτικής με πόρους που θα αντλούνται και από τη φορολογία των υπερκερδών, αλλά κυρίως από την προοδευτική φορολογία, εγγυάται αξιοπρεπείς μισθούς και ασφαλείς συνθήκες εργασίας, δεσμεύεται για την ενίσχυση των πρωτοβουλιών για τα κοινά και την αλληλέγγυα οικονομία και στηρίζει ένα κράτος αποκεντρωμένο με ισχυρούς Αυτοδιοικητικούς Θεσμούς.
5. Η κοινωνία της αγωνίας: Ζωή σε καθεστώς ανασφάλειας
Τα κυρίαρχα κοινωνικά συναισθήματα στην εποχή μας είναι το άγχος, η ανασφάλεια και ο φόβος. Άγχος και ανασφάλεια για το εισόδημα, για τη στέγη, για την εργασία, για τα παιδιά, για τη λειτουργία του κράτους, φόβος για το αν η καθημερινότητα θα χειροτερέψει. Σε αυτό το περιβάλλον, οι πολίτες κινητοποιούνται από απλά αλλά ουσιαστικά ερωτήματα: Πώς μπορώ να ζώ σε μια χώρα που κυβερνάται από το ρουσφέτι, την ανομία και τη διαπλοκή; Πώς μπορώ να ανακτήσω τον έλεγχο και την αξιοπρέπεια της ζωής μου; Αυτή είναι η πραγματική αγωνία της νέας κοινωνικής πλειοψηφίας: το γεγονός ότι οι άνθρωποι αισθάνονται καθηλωμένοι, ότι δεν μπορούν να σχεδιάσουν, να εξελιχθούν, να δημιουργήσουν. Και αυτό το συναίσθημα δεν αφορά μόνο τους μη ευνοημένους/ες των αγορών, αλλά και τα μεσαία, τα αγροτικά στρώματα και προπαντός τους νέους και τις νέες, όλες και όλους που αντί να ανέρχονται υποβιβάζονται, που αισθάνονται αόρατοι/ες και δέσμιοι/ες μιας αδρανούς σταθερότητας, η οποία δεν παράγει αποτέλεσμα. Αυτούς τους πολίτες θέλουμε να εκπροσωπήσουμε και η απάντησή μας στον φόβο και στην ανασφάλεια είναι η ανάκτηση μιας ζωής αξιοβίωτης, με σεβασμό για τα μεσαία στρώματα, τους ελεύθερους επαγγελματίες, τους δημόσιους υπαλλήλους, για τους αυτοαπασχολούμενους μικρομεσαίους στο λιανεμπόριο, για τους εργαζόμενους και τις εργαζόμενες στον ιδιωτικό τομέα που απαιτούν δίκαιες αμοιβές και συνθήκες εργασίας, για τους χαμένους της παγκοσμιοποίησης και των ασύδοτων αγορών. Δεν αιθεροβατούμε. Αλλά και δεν υπερβάλλουμε όταν σημειώνουμε πως τα τέσσερα πέμπτα της κοινωνίας ακολουθούν καθοδική κοινωνική κινητικότητα και το ένα πέμπτο συνεχίζει την ανοδική του κινητικότητα σε βάρος όλων των άλλων.
6. Ένας νέος πατριωτισμός: Από θεατές σε πρωταγωνιστές
Σε μία εποχή κατά την οποία οι πολίτες έχουν κορεσθεί από υποσχέσεις και πλέον δεν τρέφουν προσδοκίες, η πραγματική πολιτική πρόκληση είναι να ενεργοποιηθεί ένας νέος πατριωτισμός, δημοκρατικός, συμπεριληπτικός και συνταγματικός. Ένας νέος πατριωτισμός που θα μετατρέψει τους πολίτες σε δρώσα δύναμη, σε συμμέτοχους και συμμέτοχες, συνδιαμορφωτές και συνδιαμορφώτριες της ιστορίας, και όχι σε άβουλους θεατές της. Ένας πατριωτισμός που θα διαπερνά την κοινωνία και θα διαπνέεται από εκείνη τη ριζοσπαστική ευαισθησία για τους αδύναμους της κοινωνίας και για τους νέους, θα αντιστρατεύεται κάθε μορφή αδικίας και αποκλεισμού, αναγνωρίζοντας ότι η αγάπη για τον τόπο είναι άρρηκτα δεμένη με τον σεβασμό στην αξία της ζωής, κάθε ζωής, και ταυτοχρόνως θα εμπνέεται από την ιδέα της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Ένας πατριωτισμός που θεμελιώνεται στην κοινωνική αλληλεγγύη και στο κοινό αίσθημα για την κοινή τύχη όσων εργάζονται και δημιουργούν σ’ αυτόν τον τόπο. Μια στράτευση που δεν υποτιμά τους δείκτες της οικονομίας, αλλά τους αξιοποιεί για την ενίσχυση των χαμηλών και μεσαίων στρωμάτων, των νέων ανθρώπων, των δημόσιων υποδομών, της Εκπαίδευσης και της υγείας, της ευημερίας όλων στο πλαίσιο μιας δίκαιης κοινωνίας.
7. Η επιστροφή του κράτους: Προϋπόθεση για δικαιοσύνη
Η ύπαρξη ενός ισχυρού κράτους αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη δίκαιη ανάπτυξη και την κοινωνική εμπιστοσύνη. Ένα κράτος που αυτοπεριορίζεται στον ρόλο του «νυχτοφύλακα» ή του παθητικού παρατηρητή, ένα κράτος που λειτουργεί ως «επιτελικό» πρόσχημα για τη συγκέντρωση εξουσίας και την παροχή δώρων στο παρασιτικό κεφάλαιο, ένα κράτος απλό «δίχτυ προστασίας» είναι ένα αδύναμο για τους μη ευνοημένους και τους μεσαίους πολίτες. Η πρόοδος δεν μετριέται μόνον με ισολογισμούς, αλλά και με πράξεις που θωρακίζουν την ευημερία. Η δημοκρατία μας αποκτά το ουσιαστικό της νόημα όταν το κράτος μετατρέπεται σε συνεργάτη του πολίτη, ενσωματώνοντας τη ριζοσπαστική ευαισθησία απέναντι στις σύγχρονες διαρθρωτικές αδικίες.
Μετάβαση στο Συνεργατικό Κράτος: Αντικατάσταση του συγκεντρωτικού, πρωθυπουργοκεντρικού μοντέλου από ένα κράτος που ενισχύει την ανεξάρτητη Τοπική Αυτοδιοίκηση και την αυτοοργάνωση των κοινοτήτων.
Θωράκιση των Κοινών Αγαθών: Διασφάλιση του δημόσιου χαρακτήρα του νερού, της προστασίας της γης, της θάλασσας και του αέρα, με προληπτικά έργα υποδομής (αντιπλημμυρικά κ.ά.) πριν ξεσπάσουν μη αναστρέψιμες συνέπειες της οικολογικής κρίσης.
Ολιστικό Πλαίσιο Ασφάλειας: Κατοχύρωση της εργασιακής, περιβαλλοντικής, επισιτιστικής και ενεργειακής ασφάλειας ως θεμελιωδών δικαιωμάτων και όχι ως κενών συνθημάτων.
8. Είμαστε με το πρωτείο της δημοκρατίας
Οι πολιτικές μας επικεντρώνονται στην υπεράσπιση της δημοκρατίας έναντι του αυταρχισμού και της αντιδημοκρατίας. Χωρίς δημοκρατία καμία συζήτηση για το δημόσιο συμφέρον δεν μπορεί να γίνεται. Μια δημοκρατία που επικαλείται μόνον τις πολιτικές ελευθερίες και τον πλουραλισμό, αλλά δεν στηρίζει την ισότητα, τη συμμετοχή και το κοινωνικό κράτος, μια δημοκρατία χωρίς κράτος πρόνοιας και ισχυρούς και αξιόπιστους θεσμούς, χωρίς πραγματική λογοδοσία της εξουσίας και χωρίς ενεργό συμμετοχή των πολιτών, μια τέτοια δημοκρατία είναι σχήμα λόγου, ένδυμα χωρίς σώμα και ψυχή. Η δημοκρατία αποκτά το ουσιαστικό περιεχόμενό της, όταν οι πολίτες είναι ενεργοί συμμέτοχοι και συμμέτοχες στη διαμόρφωση των δημοκρατικών θεσμών και νιώθουν ασφάλεια εντός τους. Με άλλα λόγια, η δημοκρατία αποκτά το νόημά της, όταν εκφράζει τη λαϊκή κυριαρχία και όχι τα συμφέροντα των ισχυρών.
9. Για μια προοδευτική συμπαράταξη στα αριστερά του κέντρου
Η συγκρότηση ενός νέου πολιτικού προοδευτικού χώρου απαιτεί μια νέα σύνθεση στα αριστερά του πολιτικού σκηνικού, ικανή να ενώσει τη συγκρουσιακή κληρονομιά και την κριτική του καπιταλισμού που άσκησε η ριζοσπαστική, αλλά και η ανανεωτική Αριστερά, την εμπειρία διακυβέρνησης, θεσμικής παρέμβασης και κοινωνικού κράτους που εφάρμοσε η Σοσιαλδημοκρατία, και την οικολογική σκέψη, ως οριζόντιο και όχι ως συμπληρωματικό άξονα πολιτικής, των Πράσινων. Οι τρεις αυτές δυνάμεις που δεν τοποθετούνται ασφαλώς στο πολιτικό Κέντρο, αλλά στα αριστερά του, καλούνται να ασκήσουν αριστερές πολιτικές αναδιανομής και ενίσχυσης των μη ευνοημένων και των μεσαίων στρωμάτων στα κέντρα και όχι στο περιθώριο των κοινωνιών. Ορισμένοι το αποκαλούν αυτό διαχείριση, εμείς το ονομάζουμε επαναστατική αλλαγή. Μας ενδιαφέρει μια ενιαία παράταξη που εργάζεται για την ευημερία των πολιτών και της κοινωνίας σήμερα, στο παρόν, και όχι αύριο ή κάποτε στο μέλλον.
