Όταν η σειρά “Girls” έκανε πρεμιέρα το 2012, γρήγορα εξελίχθηκε σε ένα πορτρέτο της γυναικείας φιλίας που σημάδεψε μια ολόκληρη εποχή, αποτυπώνοντας δυναμικές που φάνηκαν αμέσως οικείες στις νέες γυναίκες σε όλο τον κόσμο. Για πολλούς και πολλές η σειρά έγινε η φωνή μιας ολόκληρης γενιάς, την οποία δημιούργησε, έγραψε και επιμελήθηκε η Λένα Ντάναμ, στην οποία και πρωταγωνίστησε.
Με έμπνευση από τη δική της ζωή, η Λένα Ντάναμ στόχευε τότε σε μια ρεαλιστική αποτύπωση της ζωής των 20άρηδων γυναικών στη Νέα Υόρκη.
Η Ντάναμ παρουσίασε τη σειρά στο HBO όταν ήταν μόλις 23 ετών και δύο χρόνια αργότερα βγήκε ο πρώτος, από τους έξι, κύκλος. Παραγωγοί, μεταξύ άλλων, ήταν η ίδια και ο Τζαντ Άπατοου.
Λένα Ντάναμ: από το “Girls” στο “Famesick”
Η Λένα Ντάναμ δημοσίευσε το πρώτο της αυτοβιογραφικό βιβλίο Not That Kind of Girl: A Young Woman Tells You What She’s “Learned” τον Σεπτέμβριο του 2014.
Ξεκίνησε το “Lenny” με την Τζένιφερ Κόνερ, το οποίο ήταν ένα εβδομαδιαίο φεμινιστικό ενημερωτικό δελτίο κι έπειτα εξαφανίστηκε. Το 2025, εννέα χρόνια μετά την έκτη και τελευταία σεζόν του Girls, η Ντάναμ επέστρεψε με μια ρομαντική κομεντί που κυκλοφόρησε στο Netflix με τίτλο “Too Much”.
Η εποχή της ωριμότητας έφτασε για εκείνη και επιστρέφει με την αυτοβιογραφία της. Το “Famesick” αγγίζει θέματα που την καθόρισαν, όπως η διαχείριση της φήμης σε τόσο μικρή ηλικία και η υγεία της, και μοιάζει περισσότερο με κάθαρση παρά με καταγραφή γεγονότων.
Το δεύτερο αυτοβιογραφικό της βιβλίο καταγράφει τη χρόνια ασθένεια και το φαινομενικά ατέρμονο άγχος που σημάδεψαν τα 20 και τα 30 της χρόνια.
Οι παθήσεις που περιγράφονται στις 400 σελίδες του βιβλίου περιλαμβάνουν – αν και δεν περιορίζονται σε αυτές – ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, κολίτιδα, τη διαταραχή του συνδετικού ιστού σύνδρομο Ehlers-Danlos, ενδομητρίωση, πρόωρη εμμηνόπαυση, PTSD και εθισμό τόσο στα οπιοειδή όσο και στις βενζοδιαζεπίνες.
Σε ένα σημείο, η Λένα Ντάναμ βάζει κατά λάθος φωτιά στον εαυτό της· σε ένα άλλο, πανικοβάλλεται για το πώς η Vogue θα καλύψει το μολυσματικό έκζεμα στο πρόσωπό της.
«Το βιβλίο είναι αναμφισβήτητα ειλικρινές και εξαντλητικό: μια ολόκληρη ζωή θεραπείας συμπυκνωμένη σε κάτι που θα μπορούσες να διαβάσεις σε ένα Σαββατοκύριακο», γράφει η Hannah J Davies του Guardian.
Η οδυνηρή διάλυση της σχέσης της με την Τζένι Κόνερ
Υπάρχει μια τρομακτική περιγραφή ενός περιστατικού όπου η Ντάναμ τρυπάει το τύμπανο του αυτιού της με μια μπατονέτα, κάτι που θα εμπνεύσει αργότερα μια πλοκή στη σειρά “Girls”.
Καθώς το “Famesick” εξελίσσεται, ο τραυματισμός αυτός μοιάζει σχεδόν ασήμαντος σε σύγκριση με τα διαρκή γυναικολογικά προβλήματα της Ντάναμ ή με την επίσκεψη σε έναν γιατρό που ξυπνάει βαθιά θαμμένες, «ανατριχιαστικές αναμνήσεις» από τη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη από μια μπέιμπι σίτερ.
Το σκοτάδι εισχωρεί όλο και περισσότερο στον κόσμο των διασημοτήτων στον οποίο εξακολουθεί να ζει, όπως συνέβη και στο Met Gala που παρακολούθησε η Ντάναμ το 2018, ενώ βρισκόταν σε άδεια από το κέντρο αποτοξίνωσης: «χλωμή και καταβεβλημένη… η σαμπάνια που δεν μπορούσα να πιω κυκλοφορούσε σαν ένα αστείο που δεν καταλάβαινα».
Το “Famesick” δεν επικεντρώνεται θεματικά στη φιλία όσο το πιο γνωστό έργο της Ντάναμ, αλλά γίνεται σαφές ότι ο συναισθηματικός πυρήνας του βιβλίου είναι η αργή, οδυνηρή διάλυση της σχέσης της με την παραγωγό της σειράς «Girls» και πρώην στενή φίλη της, Τζένι Κόνερ.
Αυτό που ξεκίνησε ως μια έντονη, σχεδόν μοιραία δημιουργική συνεργασία, γρήγορα μετατράπηκε σε σχέση αλληλεξάρτησης. Χρόνια αργότερα, κατέληξε σε αυτό που η Ντάναμ αποκαλεί ρητά «χωρισμό».
Αυτό που η Λένα Ντάναμ κατάφερε να αποτυπώσει είναι η συγκεχυμένη διάβρωση ενός δεσμού που, σε κάποιο σημείο, έμοιαζε ότι θα διαρκέσει για πάντα. Από την αρχή, η σχέση τους ξεπέρασε τα όρια του επαγγελματικού.
Αντάλλασσαν ασταμάτητα μηνύματα – μερικές φορές εκατοντάδες φορές την ημέρα· το είδος της ασταμάτητης επικοινωνίας που η Ντάναμ περιγράφει ως μια αίσθηση σαν να ερωτεύεσαι.
Μέσα σε αυτή την οικειότητα, όμως, υπήρχαν πρώιμα σημάδια ανισορροπίας: η Κόνερ που εξαφανιζόταν χωρίς εξήγηση, σιωπές που παρέμεναν αναπάντητες, κατά τη διάρκεια των οποίων η Ντάναμ προσπαθούσε να μην φαίνεται «εξαρτημένη».
«Ήμουν εξαιρετικά αφελής όσον αφορά στο γεγονός ότι, όταν συνεργάζεσαι με άλλους και το δημιουργικό και το οικονομικό σου μέλλον είναι αλληλένδετα, θα υπάρξουν στιγμές που αυτό θα έρχεται σε σύγκρουση με τη φιλία.
Δεν ήμουν ενήλικας. Ζούσα ακόμα με τους γονείς μου και αναζητούσα απεγνωσμένα ασφάλεια, αίσθηση σιγουριάς και κάτι που να μου φαινόταν άνευ όρων. Οι επαγγελματικές σχέσεις είναι υπό όρους.
Πρέπει να είναι. Θυμάμαι τον πατέρα μου να μου λέει: “Δεν λένε όλοι “σ’ αγαπώ” σε όλους όσοι συνεργάζονται και κοιμούνται στο σπίτι τους”. Σήμερα, στα 40 μου, μπορώ να αναγνωρίσω ότι αναζητούσα ένα διαφορετικό είδος σχέσης από αυτό που μπορεί να προσφέρει η δουλειά», αναφέρει η Λένα Ντάναμ σε συνέντευξή της στους New York Times.
«Είμαι εντάξει με το γεγονός ότι υπάρχουν άνθρωποι που δεν θα καταλάβουν ποτέ»
«Ένας από τους λόγους που μου πήρε τόσο καιρό να γράψω το βιβλίο είναι ότι ήταν σημαντικό για ‘μένα να μην το εκδώσω με την πρόθεση να πω:
“Ορίστε, αυτό είναι ένα ντιμπέιτ για το πώς νιώθω ότι με έχουν αντιληφθεί”. Γιατί κάθε δύο χρόνια βγαίνει ένα νέο άρθρο για μια γυναίκα που λέει “Η Τάδε επιτέλους τα λέει όλα”, “Η Τάδε είναι επιτέλους ο εαυτός της”, “Η Τάδε με τα δικά της λόγια”, και από πολλές απόψεις, έχει να κάνει με το να διατηρηθεί ζωντανή η καριέρα της.
Ήθελα να βεβαιωθώ, πριν εκδώσω το βιβλίο, ότι ήξερα ποιοι ήταν οι δικοί μου στόχοι. Δεν μου αρέσει το γράψιμο εκδίκησης.
Δεν μου αρέσει το γράψιμο που είναι του τύπου: “Να ‘μαι, υποκλιθείτε”. Είμαι εντάξει με το γεγονός ότι υπάρχουν άνθρωποι που δεν θα καταλάβουν ποτέ, και δεν χρειάζεται να καταλάβουν», αναφέρει στους New York Times.
Η Ντάναμ δέχθηκε και συχνά συνεχίζει να δέχεται πληθώρα αρνητικών σχολίων. Τα κοινωνικά δίκτυα για εκείνη μετατράπηκαν πολύ γρήγορα σε περιβάλλον τοξικότητας. Έχει αναλογιστεί άραγε τι κρυβόταν πίσω από την έντονη απέχθεια προς το πρόσωπό της;
Στην ίδια συνέντευξη, απαντά σχετικά. «Θα έλεγα ψέματα αν έλεγα ότι δεν έχω σκεφτεί καθόλου αυτό το θέμα.
Θα πω κάτι που ακούγεται σαν δικαιολογία, αλλά μπορώ να το διατυπώσω μόνο με αυτόν τον τρόπο: ενοχλούσα τους ανθρώπους από τότε που ήμουν πολύ μικρή. Ήμουν ένα ενοχλητικό παιδί. Ήμουν υπερβολικά φιλόδοξη.
Ήμουν φωνακλού. Δεν ήξερα πάντα πώς να συμπεριφέρομαι με τα άλλα παιδιά με τρόπο που να μην είναι λίγο παράξενος ή ενοχλητικός. Αλλά, επίσης, αυτό συνδυαζόταν με έντονη οργή για τη γυναικεία σεξουαλικότητα.
Υπήρχε έντονη οργή για το σώμα μου, κάτι που είναι τρελό να το σκέφτομαι τώρα, γιατί ήμουν ένα μικρό κοριτσάκι 26 ετών. Αν γνώριζα τις δικές μου δυνάμεις, θα είχα συμπεριφερθεί πολύ διαφορετικά.
Και τότε ο δικός μου τρόπος συμπεριφοράς, είτε μέσω των μέσων ενημέρωσης είτε στον τρόπο που χειριζόμουν τον εαυτό μου στο διαδίκτυο ή ακόμα και στα γραπτά μου, δεν το κατεύνασε».
Γιατί “Famesick”;
Ένας από τους λόγους που το βιβλίο ονομάζεται “Famesick” είναι ότι οι δύο πιο διαβρωτικές δυνάμεις στις σχέσεις της ήταν η φήμη -το πώς διαστρέβλωνε τον χώρο γύρω από τις παλιές σχέσεις, το πώς επηρέαζε την ικανότητά της να κατανοήσει τις νέες σχέσεις- και η ασθένεια.
«Η ασθένεια, όπως και η φήμη, μπορεί να σε κάνει να κλειστείς στον εαυτό σου, γιατί ο σωματικός πόνος είναι ένα από τα πιο εγωιστικά συναισθήματα που υπάρχουν. Το μόνο που θέλεις είναι να απαλλαγείς από αυτόν.
Επίσης, η ασθένεια φοβίζει τους ανθρώπους. Με κάποιο τρόπο, η εικόνα της υγείας μου γινόταν όλο και λιγότερο σαφής, αντί για περισσότερο, κάτι που καθιστά επίσης πολύ δύσκολο για τους άλλους να συμπάσχουν, επειδή φαίνεται αφηρημένη, αμορφη.
Μου πήρε πολύ καιρό να καταλάβω ότι, στην πραγματικότητα, μπορούσα να έχω ένα εύθραυστο σώμα και ένα ισχυρό πνεύμα και να έχω πολλά να προσφέρω χωρίς να προδίδω ξανά και ξανά το ίδιο μου το σώμα».
Με πληροφορίες από The New York Times, Vogue, The Guardian.
