Ρυθμικά χτυπήματα με τα πόδια, χέρια ψηλά και κεφάλια να πηγαίνουν πέρα-δώθε με το που ακούγονται οι πρώτες νότες ενός πασίγνωστου χιτ του Μάικλ Τζάκσον. Κινητά υψώνονται για να καταγράψουν το «live» στην οθόνη IMAX. Στις κεντρικές θέσεις, γονείς με παιδιά και παρέες της Gen Z σε διάταξη συναυλίας · τα πιτσιρίκια – με ή χωρίς ποπ κορν – μισοσηκωμένα από τα καθίσματα, έτοιμα να χορέψουν!
Μια αύρα ανυπομονησίας ενώνει γενιές θεατών ένα Σάββατο απόγευμα σε μία σχεδόν sold out προβολή του «Michael». Μεγαλωμένοι – ή όχι – μπροστά από το MTV, το μέσο που έβαλε τον μύθο του βασιλιά της ποπ σε κάθε σπίτι, βρισκόμαστε εκεί με έναν στόχο: να αισθανθούμε ότι βρισκόμαστε σε συναυλία. Και αυτό το βασικό στοίχημα που οφείλει να κερδίσει κάθε μουσική βιογραφία η οποία ασχολείται με το τεράστιο μπόι ενός μοναδικού θρύλου της μουσικής – η ταινία το πετυχαίνει – έστω και αξιοπρεπώς.
Θα ήταν άλλωστε σοβαρό λάθος αν δεν το κατάφερνε. Όμως η διασκέδαση δεν αρκεί. Γιατί εδώ απουσιάζει κάτι κρίσιμο: η «ψυχή». Και αυτό δεν είναι το μόνο πρόβλημα της ταινίας.
Άψογο ομοίωμα
Αν οι δημιουργοί επιδίωξαν ένα άψογο ομοίωμα του Μάικλ Τζάκσον, το πέτυχαν. Ο Τζαφάρ Τζάκσον, ανιψιός του διάσημου Μάικλ, είναι ολόιδιος στη μίμηση του. Είναι η φωνή και το σώμα του: στα recreations – από το Thriller μέχρι το Bad – καθηλώνει. Αναπόφευκτα τον ακολουθείς, σιγοψιθυρίζεις τους στίχους. Όμως η ερμηνεία του μένει στην επιφάνεια. Δεν διαπερνά. Δεν παράγει συναίσθημα. Εγκλωβίζεται σε μια σχεδόν ευνουχιστική πιστότητα που αποστειρώνει τον χαρακτήρα.
Το πόσο επηρέασαν την τελική μορφή της ταινίας του Αντουάν Φούκουα («Ημέρα εκπαίδευσης», «The Equalizer») τα προβλήματα παραγωγής – και κυρίως η αφαίρεση υλικού που σχετιζόταν με τις κατηγορίες περί κακοποίησης – παραμένει κρίσιμο ερώτημα. Ο Φούκουα αναγκάστηκε σε επαναληπτικά γυρίσματα και νέο μοντάζ, αφαιρώντας ουσιαστικές πτυχές της ιστορίας. Το αποτέλεσμα φαίνεται στην αποσύνδεση που μοιάζει να έχει η ιστορία στον βασικό κόρμο της, «τρέχοντας» από το ένα γεγονός στο άλλο.
Αν δει κανείς το «Michael» ως «παλιομοδίτικη διασκέδαση» ή ως «το κοντινότερο πράγμα σε συναυλία του Μάικλ Τζάκσον», πιθανότατα θα βγει από την αίθουσα ικανοποιημένος. Αν όμως ζητά κάτι βαθύτερο, θα μείνει μετέωρος.
Κέρινη οικογένεια
Δεν είναι μόνο ο Τζαφάρ Τζάκσον που περιφέρεται σε μεγάλο μέρος της ταινίας σαν κέρινος «βασιλιάς της ποπ» με παγωμένο χαμόγελο στο πρόσωπο του, αλλά και οι υπόλοιποι γύρω του. Ο πατέρας Τζό Τζάκσον εμπνευστής των Jackson 5, του μουσικού συγκροτήματος των γιών του, αλλά και γνωστός κακοποιητής του Μάικλ, ερμηνευμένος πειστικά από τον πάντοτε δυναμικό και ταλαντούχο Κόλμαν Ντομίνγκο, εμφανίζεται ως ο «απόλυτος κακός» της ιστορίας που προφανώς επηρέασε την φτιαξιά και τον χαρακτήρα του διασημότερου γιου του, προτελευταίου στη σειρά των επτά παιδιών του.

Ο Κόλμαν Ντομίνγκο ως Τζο Τζάκσον στο «Michael». Photo Credit: Courtesy of Lionsgate
Η Νία Λονγκ στον ρόλο της μητέρας Κάθριν Τζάκσον, που υπομένει την κακοποίηση του γιου της και περιορίζεται στην παρακολούθηση ταινιών μαζί του (απολαμβάνοντας παγωτό ή ποπ κορν), παραμένει και αυτή ένα κέρινο μυστήριο, ντυμένο από ακριβούς designers. Αινίγματα χωρίς αποκωδικοποίηση παραμένουν και τα υπόλοιπα αδέλφια της οικογένειας Τζερμέιν, Τίτο, Τζέι και Μάρλον – ευτυχώς η παρουσία τους πάνω στη σκηνή με τον Μάικλ Τζάκσον τους μεταμορφώνει από άψυχα όντα σε έμψυχα (για τη Λατόγια ούτε λόγος, γιατί απλώς παρίσταται).

Ο Τζαφάρ Τζάκσον ως Μάικλ και η Νία Λονγκ ως Κάθριν Τζάκσον στο «Michael». Photo Credit: Hilary Bronwyn Gayle.
Απουσίες
Η μεγάλη απούσα της οικογένειας είναι η Τζάνετ Τζάκσον, μία από τις πιο επιδραστικές καλλιτέχνιδες της ποπ και της R&B, με δική της ξεχωριστή καριέρα μακριά από τη σκιά του αδερφού της Μάικλ. Δεν εμφανίζεται καν στην ταινία. Γνωρίζουμε, μετά από όσα έχουν διαρρεύσει, ότι η Τζάνετ Τζάκσον διαφώνησε με το «Michael» και αποστασιοποιήθηκε πλήρως από την βιογραφία του αδερφού της. Καλύτερα για εκείνη.

Οι Jackson Five στην ταινία «Michael». Photo Credit: Glen Wilson
Το πρόβλημα με τις αποσιωπήσεις προσώπων, γεγονότων και στοιχείων στις βιογραφίες διασημοτήτων είναι το μεγάλο κενό πληροφορίας που δημιουργείται στο παζλ ανάπτυξης μιας πλήρους εικόνας του βιογραφούμενου προσώπου. Σε τούτη τη βιογραφία το κενό πληροφορίας υπάρχει σε πολλά επίπεδα – στις ανύπαρκτες σχέσεις της οικογένειας, στους απλοϊκά δοσμένους χαρακτήρες, στην καλοκάγαθη φιγούρα του συμπονετικού απέναντι στα πάσχοντα από καρκίνο παιδιά, Μάικλ, στην υπερστιλβωμένη επιφάνεια της μουσικής βιομηχανίας των ΄80s που αποδίδεται σαν μια σύγχρονη Ντίσνεϊλαντ όπου ο Μάικλ Τζάκσον λύνει και δένει με το χαμόγελο του «Τζόκερ» και τη βοήθεια του δεξιού χεριού του, του δικηγόρου, Τζον Μπράνκα (τον υποδύεται μηχανικά ο Μάιλς Τέλερ).
Ψάχνοντας την αλήθεια
Ο Μάικλ Τζάκσον υπήρξε ένα απόκοσμο πολιτισμικό φαινόμενο. Η μουσική του ευφυΐα λατρεύτηκε και λατρεύεται, συγκίνησε και συγκινεί. Η εκκεντρικότητά του χτύπησε «κόκκινο» με τις αλλεπάλληλες πλαστικές επεμβάσεις και τις αλλαγές χρώματος στο δέρμα του, ενώ η εμπνευσμένη από το παραμύθι του Πίτερ Παν «Neverland» που έφτιαξε, έκρυβε ασχήμιες και τραγωδίες παιδικής κακοποίησης.
Ο Μάικλ Τζάκσον αθωώθηκε στο δικαστήριο όπου βρέθηκε κατηγορούμενος για παιδική κακοποίηση το 2005. Το μιντιακό τσίρκο που στήθηκε γύρω από εκείνη τη δίκη παραμένει ένα φαινόμενο από μόνο του, το ίδιο και η τελετουργική κάθοδος προς την πτώση του μεγάλου πρωταγωνιστή του.
Ο καλλιτέχνης Μάικλ Τζάκσον για όσους τον έζησαν στην ακμή του παραμένει μια σπουδαία ανάμνηση, αλλά ως ολοκληρωμένη φυσιογνωμία είναι μια «χαλασμένη» εμπειρία. Πολλοί από τους πιστούς φαν του δεν καταφέραμε να δούμε ποτέ το ντοκιμαντέρ «Leaving Neverland», που έχει αποσυρθεί πλέον από το HBO (κατόπιν συμφωνίας με τους κληρονόμους της περιουσίας του Μάικλ Τζάκσον), όπου περιγράφονται ενδελεχώς οι μαρτυρίες σεξουαλικής κακοποίησης από τους κατηγόρους του. Είναι αμφίβολο αν οι μαρτυρίες αυτές θα ενσωματωθούν ποτέ σε μια κινηματογραφική κατασκευή που ελέγχει πλήρως η οικογένεια Τζάκσον. Η ιστορία στη μεγάλη οθόνη συνεχίζεται, όπως μας πληροφορεί η ταινία στο φινάλε της, αλλά η αλήθεια αναζητείται κάτω από στρώσεις κέρινης επιφάνειας.

