Η ατμόσφαιρα στο Γουεστμίνστερ αυτή την εβδομάδα θυμίζει περισσότερο πολιτικό πεδίο έντασης παρά μια συνηθισμένη κοινοβουλευτική λειτουργία.
Στους διαδρόμους της Βουλής των Κοινοτήτων, μικρές ομάδες βουλευτών σχηματίζονται σφιχτά, μιλώντας χαμηλόφωνα, με τις συζητήσεις να διακόπτονται απότομα, κάθε φορά που πλησιάζει κάποιος δημοσιογράφος ή συνεργάτης.
Ένας πολιτικός σεισμός ταρακουνά το Γουεστμίνστερ αυτή την εβδομάδα, καθώς η κυβέρνηση του Κιρ Στάρμερ βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σοβαρή κρίση εμπιστοσύνης, που ξεπερνά τα όρια ενός διοικητικού λάθους και αγγίζει τον πυρήνα της κρατικής αξιοπιστίας.
Οι αποκαλύψεις για την αποτυχία του Πίτερ Μάντελσον να περάσει τον απαιτούμενο έλεγχο ασφαλείας, πριν τον διορισμό του ως πρεσβευτή στις Ηνωμένες Πολιτείες, έχουν μετατραπεί σε πολιτική θύελλα, την ώρα που πλησιάζουν οι κρίσιμες τοπικές εκλογές της 5ης Μαΐου.
Ο αυστηρός έλεγχος (developed vetting), που αποτελεί βασική προϋπόθεση για πρόσβαση σε διαβαθμισμένες πληροφορίες, φαίνεται πως δεν ακολουθήθηκε στην περίπτωση του Πιτερ Μαντελσον.
Παρότι οι υπηρεσίες ασφαλείας φέρονται να είχαν εκδώσει αρνητική σύσταση, ο διορισμός προχώρησε, προκαλώντας ερωτήματα για το ποιος έλαβε τις τελικές αποφάσεις και γιατί η προειδοποίηση δεν ανέκοψε τη διαδικασία.
Ο Κιρ Στάρμερ αναμένεται να εμφανιστεί τη Δευτέρα στη Βουλή των Κοινοτήτων, όπου θα επιχειρήσει να ανακτήσει τον έλεγχο της πολιτικού αφηγήματος.
«Το βασικό ερώτημα όμως τώρα είναι, αν θα τα καταφέρει να ανατρέψει το ήδη αρνητικό κλίμα εναντίον του προσώπου του και της κυβέρνησης», λέει βουλευτής στο «Β».
Ένα ακόμα βασικό ερώτημα που καλείται να αντιμετωπίσει είναι, αν το Κοινοβούλιο παραπλανήθηκε σχετικά με το αν τηρήθηκε η σωστή διαδικασία διορισμού.
Η κυβέρνηση επιμένει ότι ο πρωθυπουργός δεν είχε ενημερωθεί για την αποτυχία του ελέγχου, την οποία χαρακτήρισε «σοκαριστική» και «απαράδεκτη».
Ωστόσο, η αντιπολίτευση αμφισβητεί έντονα αυτή τη γραμμή.
Τα κόμματα της αντιπολίτευσης υποστηρίζουν ότι οι προηγούμενες διαβεβαιώσεις περί «πλήρους διαδικασίας» και «ανεξάρτητης έγκρισης από τις υπηρεσίες ασφαλείας», δε συμβαδίζουν με τις νεότερες αποκαλύψεις.
Παράλληλα, πολιτικοί αντίπαλοι του πρωθυπουργού μιλούν για σοβαρές αστοχίες στη διαχείριση της υπόθεσης και για πιθανή παραπλάνηση του Κοινοβουλίου, έστω και ακούσια.
Οι βασικές πολιτικές πιέσεις χωρίς προσωπικές αναφορές
Στο εσωτερικό του Εργατικού Κόμματος, αρκετοί βουλευτές εκφράζουν έντονη ανησυχία για τον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκε η κυβέρνηση τον διορισμό.
Ορισμένοι μιλούν για «σοβαρή αποτυχία συντονισμού» μεταξύ υπουργείων και υπηρεσιών ασφαλείας, ενώ άλλοι κάνουν λόγο για ένα σύστημα, στο οποίο οι κρίσιμες πληροφορίες δε φτάνουν εγκαίρως στην κορυφή της εξουσίας.
Υπάρχουν επίσης βουλευτές που θεωρούν ότι η υπόθεση έχει πλήξει την εικόνα αξιοπιστίας της κυβέρνησης, ειδικά σε μια περίοδο όπου η δημόσια εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς είναι ήδη εύθραυστη.
Άλλοι, πιο συγκρατημένοι, επισημαίνουν ότι το πρόβλημα μπορεί να οφείλεται σε διοικητική αποτυχία και όχι σε πολιτική πρόθεση, αλλά παραδέχονται ότι η πολιτική ζημιά είναι ήδη σημαντική.
Την ίδια στιγμή, ορισμένοι κυβερνητικοί βουλευτές εκφράζουν ανησυχία ότι η διαχείριση της κρίσης ενισχύει την εικόνα μιας κυβέρνησης που αντιδρά καθυστερημένα και αποσπασματικά, αντί να ελέγχει πλήρως τις διαδικασίες.
Η αίσθηση αυτή εντείνεται από το γεγονός ότι κρίσιμες αποφάσεις φαίνεται να ελήφθησαν σε υπηρεσιακό επίπεδο, χωρίς σαφή πολιτική εποπτεία.
Τα κρίσιμα ερωτήματα προς τον πρωθυπουργό
Καθώς πλησιάζει η εμφάνιση του πρωθυπουργού στο Κοινοβούλιο, πέντε βασικά ερωτήματα κυριαρχούν στη δημόσια συζήτηση:
- Πρώτον, αν το Κοινοβούλιο έλαβε λανθασμένη εικόνα για τη διαδικασία διορισμού, όταν γινόταν λόγος για «πλήρη και σωστή διαδικασία».
- Δεύτερον, γιατί μια αρνητική σύσταση των υπηρεσιών ασφαλείας δε σταμάτησε τον διορισμό και ποιο επίπεδο της διοίκησης έλαβε την απόφαση να προχωρήσει.
- Τρίτον, πώς είναι δυνατόν, κρίσιμες πληροφορίες για την ασφάλεια να μην έφτασαν στον πρωθυπουργό ή στο άμεσο επιτελείο του.
- Τέταρτον, ποιος τελικά φέρει την πολιτική ευθύνη για μια διαδικασία που φαίνεται να διέφυγε του κεντρικού ελέγχου.
- Πέμπτον, γιατί απέτυχε η διαδικασία ελέγχου του Πιτερ Μαντελσον; Θα ενημερωθεί το κοινό για το ποιοι ήταν οι λόγοι ανησυχίας;
Η απάντηση, προς το παρόν, παραμένει αβέβαιη και αποτελεί ένα από τα πιο ευαίσθητα σημεία της υπόθεσης, που έχει προκαλέσει πολιτική ένταση στο Γουεστμίνστερ.
Εκλογές 5ης Μαΐου και πολιτικό κλίμα
Η υπόθεση έρχεται σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη χρονική στιγμή, καθώς στις 5 Μαΐου διεξάγονται τοπικές εκλογές σε Αγγλία, Σκωτία και Ουαλία.
Οι εκλογές αυτές θεωρούνται κρίσιμη δοκιμασία για την κυβέρνηση, καθώς θα αποτελέσουν ένδειξη, για το κατά πόσο διατηρεί τη λαϊκή εμπιστοσύνη, μετά τον πρώτο χρόνο διακυβέρνησης.
Αν και δεν υπάρχει ένδειξη άμεσης εσωκομματικής αμφισβήτησης της ηγεσίας, η πολιτική ανησυχία αυξάνεται.
«Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει κάποιο αδιαμφισβήτητο φαβορί, για να μπει στο νούμερο 10 της Ντάουνινγκ Στρίτ και επίσης θα ήταν επιζήμιο για την ίδια τη χώρα, να γίνει κάτι τέτοιο, με έναν πόλεμο που είναι ακόμα στο προσκήνιο», λένε στελέχη των Εργατικών.
Βουλευτές αναγνωρίζουν ότι μια κακή εκλογική επίδοση, σε συνδυασμό με την τρέχουσα κρίση, μπορεί να εντείνει τις πιέσεις προς την κυβέρνηση και να δημιουργήσει νέο κύκλο εσωτερικής συζήτησης για την πολιτική κατεύθυνση.
Το πολιτικό προφίλ του Στάρμερ υπό πίεση
Η κρίση αναδιαμορφώνει την εικόνα του Κιρ Στάρμερ ως πρωθυπουργού.
Από την αρχική εικόνα του θεσμικού ηγέτη, που βασίζεται στη διαφάνεια και στη νομιμότητα, περνά σε μια πιο σύνθετη φάση, όπου τίθεται υπό αμφισβήτηση η ικανότητα πλήρους ελέγχου του κρατικού μηχανισμού.
«Το πρόβλημα δεν είναι μόνο το ίδιο το περιστατικό, αλλά η αίσθηση ότι η ροή πληροφόρησης προς την κορυφή της κυβέρνησης μπορεί να είναι ανεπαρκής ή κατακερματισμένη», λένε ανώτατοι αξιωματούχοι του Γουέστμινστερ.
Αυτό δημιουργεί πολιτική ευαλωτότητα, καθώς ενισχύει την εικόνα μιας κυβέρνησης, που μαθαίνει για κρίσιμα ζητήματα, εκ των υστέρων.
Η υπόθεση Μάντελσον έχει εξελιχθεί σε δοκιμασία αξιοπιστίας για την κυβέρνηση Στάρμερ.
Με τις τοπικές εκλογές της 5ης Μαΐου να πλησιάζουν, το πολιτικό διακύβευμα δεν είναι πλέον μόνο η διαχείριση ενός μεμονωμένου σκανδάλου, αλλά η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης, ότι το κέντρο εξουσίας στο Λονδίνο λειτουργεί με έλεγχο, συνοχή και πλήρη ενημέρωση.
