Παραχάραξη έργων τέχνης: Οι μεγαλύτεροι απατεώνες της ιστορίας

Μια συναρπαστική περιήγηση στον κόσμο της παραχάραξης έργων τέχνης, εκεί όπου ιδιοφυείς, άπληστοι αλλά και ιδεαλιστές καλλιτέχνες ξεγέλασαν τους ειδικούς, μέχρι που η επιστήμη τούς χάλασε τα σχέδια και ξεσκέπασε την απάτη.

Η υπόθεση του γκαλερίστα Γιώργου Τσαγκαράκη, που τις τελευταίες ημέρες έχει αναδυθεί στον αφρό της επικαιρότητας, είχε και το θετικό της αντίκρισμα. Ειδικά εάν αναλογιστεί κανείς ότι μέσα σε ελάχιστα εικοσιτετράωρα καταναλώσαμε σε ζωντανή τηλεοπτική σύνδεση όση τέχνη ενδεχομένως δεν είχαμε δει ποτέ στη ζωή μας έως τώρα.

Ναι, το Tsagarakis-gate έγινε το σπονδυλωτό δράμα –με νύξεις θρίλερ και υποψίες σαπουνόπερας– που πιθανότατα θα έχει ξεχαστεί μέχρι την εμφάνιση του επόμενου viral θέματος.

Ωστόσο, ήταν και μια ευκαιρία να θυμηθούμε τρανταχτές ιστορίες παραχάραξης της τέχνης και κυρίως να αντιληφθούμε ότι δεν είναι πάντα ο προσωπικός πλουτισμός και τα χρήματα το κίνητρο όσων έχουν κατά καιρούς ξεγελάσει τον κόσμο, (μοσχο)πουλώντας μπογιατισμένους καμβάδες για Ρόθκο ή, κατά το κοινώς λεγόμενο, φύκια για μεταξωτές κορδέλες.

Κανείς δεν μπορεί να αμφιβάλει ότι η παραχάραξη έργων τέχνης είναι μια ενέργεια ξεκάθαρα εγκληματική, που επιφέρει επιπτώσεις και επισείει ποινές. Είναι όμως και μια σπουδή στην ανθρώπινη ματαιοδοξία, στην απληστία, μα και στην ακατανίκητη επιθυμία για ομορφιά.

Καταφέρνει, δε, να επιβιώνει εις τους αιώνας των αιώνων, αφού είναι το τέλειο σημείο φυγής. Εκεί όπου τέμνονται η αλαζονεία του καλλιτέχνη με την άσβεστη δίψα της αγοράς για καλλιτεχνικούς θησαυρούς.

Μιχαήλ Άγγελος: Η νεανική ύβρις

Ένας πρώτης τάξεως τρόπος για να κατανοήσει κανείς την ιστορία της παραχάραξης (και την ψυχολογία και τα κίνητρα πίσω από αυτήν) είναι να επιστρέψει πίσω στο 1496. Μην απορείτε. Η ιστορία της εξαπάτησης στην τέχνη είναι τόσο παλιά όσο η ίδια η τέχνη.

Στα τέλη του 15ου αιώνα, ο Μιχαήλ Άγγελος, ο καλλιτέχνης που κατάφερε τελικά να εξασφαλίσει για τον εαυτό του την αθανασία, ήταν μόλις 21 ετών. Άσημος, άγνωστος, αλλά αποφασισμένος να δημιουργήσει και να αφήσει το διακριτό αποτύπωμά του. Ακόμα κι αν για να πάρει μπρος η καριέρα του χρειαζόταν να σκαρφιστεί ένα αθώο αλλά παραπλανητικό τέχνασμα.

Σκάλισε το άγαλμα ενός κοιμώμενου έρωτα. Και ήταν τόσο τέλειο και αψεγάδιαστο, ώστε ο έμπορος τέχνης Μπαλντασάρε ντελ Μιλανέζε επινόησε τον τρόπο που θα πολλαπλασίαζε εν μία νυκτί την αξία του έργου. Του πρότεινε να το επεξεργαστούν με όξινο χώμα και να το θάψουν, ώστε να μοιάζει με αρχαίο ρωμαϊκό εύρημα.

Όπερ και εγένετο. Το γλυπτό πουλήθηκε στον καρδινάλιο Ραφαέλε Ριάριο ως αυθεντική αρχαιότητα. Όταν ο ιερέας αντιλήφθηκε την απάτη, ζήτησε τα λεφτά του πίσω, αλλά εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ από το ταλέντο του νεαρού καλλιτέχνη, που αντί να τον τιμωρήσει, τον προσκάλεσε στη Ρώμη.

Αυτή η πρώιμη «ύβρις» ανέδειξε μια αλήθεια που θα έμενε διαχρονική: πως δηλαδή το σύστημα μπορεί να καταπιεί και να συγχωρέσει την απάτη, εφόσον το ταλέντο είναι αυταπόδεικτο.

Ο απατεώνας που ρεζίλεψε τον Χίτλερ

Αν το κίνητρο του εμβληματικού καλλιτέχνη της Αναγέννησης ήταν να βγάλει κάτι περισσότερο από ένα κομμάτι ψωμί με το έργο του, οι επίγονοί του στην παραχάραξη είχαν πληθώρα και πλουραλισμό κινήτρων. Όπως για παράδειγμα την εκδίκηση.

Ο Ολλανδός καλλιτέχνης Χαν Βαν Μεέγκερεν θα μπορούσε να ενσαρκώνει την επιτομή αυτής της περίπτωσης.

Τη δεκαετία του 1930, οι κριτικοί τέχνης τον είχαν κατηγοριοποιήσει ως έναν μέτριο, αναχρονιστικό ζωγράφο εγκλωβισμένο στο παρελθόν. Και τον είχαν περιθωριοποιήσει.

Η απάντησή του ήταν η αυθάδης αποδόμηση του συστήματος αξιολόγησής τους. Ο Μεέγκερεν ξεκίνησε κάτι που ισοδυναμούσε με αποκοτιά, αλλά τελικά έπεισε και με το παραπάνω τον μικρόκοσμο της τέχνης.

Ζωγράφισε ο ίδιος, με τα χέρια του, από το μηδέν τα έργα του Γιοχάνες Βερμέερ. Και το έπραξε με χαρακτηριστική επιτυχία.

Λέγεται πως, όταν ο Άμπραχαμ Μπρέντιους, ο κορυφαίος κριτικός της εποχής και ειδικός όσο λίγοι στον Βερμέερ, αντίκρισε το πλαστό «Δείπνο στους Εμμαούς» δάκρυσε. Φυσικά, ούτε που μπορούσε να του περάσει από το μυαλό, ή έστω από την άκρη του ματιού του, πως ο Μεέγκερεν είχε ψήσει τον πίνακα στον φούρνο αναμειγνύοντας τα χρώματα με βακελίτη για να πετύχει την παλαιότητα.

«Δείπνο στους Εμμαούς», το πιο διάσημο παραχαραγμένο έργο τέχνης στην ιστορία

Η ετυμηγορία πως επρόκειτο όχι μόνο για ένα έργο αυθεντικό αλλά για το τέλειο αριστούργημα, έδωσε στον Ολλανδό καλλιτέχνη εκείνο που αναζητούσε μια ζωή. Την αίσθηση πως από αδιάφορος ζωγράφος είχε εκκολαφτεί σε έναν έμπειρο κουκλοπαίχτη που χρησιμοποιούσε ως μαριονέτες τους αλλοτινούς επικριτές του.

Όμως τίποτα δεν κρατάει για πάντα. Στη διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, ο Μεέγκερεν βρέθηκε στο εδώλιο του κατηγορουμένου αντιμετωπίζοντας την ποινή της εσχάτης προδοσίας επειδή είχε πουλήσει έναν «ανεκτίμητο, αυθεντικό Βερμέερ» στον Χέρμαν Γκέρινγκ.

Για να σώσει τη ζωή του από το εκτελεστικό απόσπασμα, αναγκάστηκε να ομολογήσει την απάτη του. Τελικά πέτυχε να μείνει στην ιστορία όχι σαν ζωγράφος, ούτε ως προδότης, μα ούτε και σαν απατεώνας. Οι συμπατριώτες του τον αποκρυστάλλωσαν στη συλλογική μνήμη ως τον ήρωα που κορόιδεψε το πρωτοπαλίκαρο και υπαρχηγό του Χίτλερ.

Η παραχάραξη ως οικογενειακή υπόθεση

Μπορεί να ήταν αγέννητος όταν ο Βαν Μεέγκερεν παραλίγο να θανατωθεί για την πλαστογραφία του, όμως ο 75χρονος σήμερα Βόλφγκανγκ Μπελτράκι ιχνηλάτησε στα βήματά του.

Ο Γερμανός καλλιτέχνης και πλαστογράφος, με συνεργό τη σύζυγό του Ελέν, κατάφεραν να παραπλανήσουν για περίπου τέσσερις δεκαετίες την αγορά τέχνης, συγκεντρώνοντας σύμφωνα με τις εκτιμήσεις περισσότερα από 100 εκατομμύρια ευρώ.

Ο Μπελτράκι δεν αντέγραφε γνωστά και διάσημα έργα, αλλά ζωγράφιζε εξ αρχής χαμένους πίνακες εξπρεσιονιστών, πουλώντας τους για αυθεντικούς. Για να στηρίξει την απάτη, η σύζυγός του φωτογραφιζόταν με ρούχα εποχής πλάι στα έργα που δημιουργούσε, παρουσιάζοντάς τα ως στιγμιότυπα από το οικογενειακό αρχείο.

Το αφήγημά τους υποστήριζε ότι οι πλαστοί, όπως αποδείχτηκε το 2010, πίνακες είχαν αγοραστεί από τον παππού της Ελέν τη δεκαετία του ‘30 από έναν Εβραίο φίλο του, διάσημο έμπορο τέχνης της εποχής, αλλά είχαν χαθεί μέσα στη δίνη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Το ζήτημα βέβαια ήταν πως ο φιλότεχνος, όπως τον παρουσίαζαν, παππούς ήταν πολύ νέος εκείνη την περίοδο για να έχει πάρε-δώσε με γκαλερίστες αλλά και χρήματα για να αγοράζει έργα του Μαξ Ερνστ.

Ο Μπελτράκι κρίθηκε ένοχος για συνολικά 14 παραχαράξεις έργων, ωστόσο ο ίδιος έως σήμερα υποστηρίζει ότι είχε πουλήσει σε συλλέκτες περισσότερα από 100 πλαστά «αριστουργήματα».

Το έργο «Κόκκινος Πίνακας με Άλογα» που αποκάλυψε τον Μπελτράκι

Τραγική ειρωνεία. Ο Γερμανός παραχαράκτης δεν πιάστηκε με τη γίδα στην πλάτη για πίνακα του αγαπημένου του Ερνστ αλλά για το έργο «Κόκκινος Πίνακας με Άλογα», τον οποίο είχε αποδώσει στον εξπρεσιονιστή Χάινριχ Καμπεντόνκ.

Ο ροκ σταρ της πλαστογραφίας

Ακόμα πιο παραγωγικός από τον Γερμανό «ομότεχνό» του ήταν ο Ούγγρος Ελμίρ Ντε Χόρι. Ζωγραφίζοντας με ασύλληπτη ταχύτητα και ακρίβεια, πλημμύρισε μουσεία και ιδιωτικές συλλογές με περισσότερους από 1.000 πλαστούς Πικάσο, Ματίς και Μοντιλιάνι.

Η διαδρομή του, βέβαια, δεν ξεκίνησε με δόλο. Φτάνοντας στο μεταπολεμικό Παρίσι, το αρχικό του σχέδιο ήταν να βιοποριστεί ως γνήσιος καλλιτέχνης. Το ταλέντο του, ωστόσο, έδειξε από νωρίς άλλη κατεύθυνση.

Η μεγάλη αποκάλυψη ήρθε το 1946, όταν πούλησε ένα σχέδιό του με μελάνι σε μια Βρετανίδα, η οποία ενθουσιασμένη πίστεψε ότι είχε μόλις αγοράσει ένα αυθεντικό έργο του Πικάσο. Η άδεια τσέπη νίκησε γρήγορα τις όποιες ηθικές αναστολές.

Ο Ντε Χόρι έπεισε τον εαυτό του ότι η πράξη του ήταν σχεδόν αγαθοεργία: εκείνος γλίτωνε από την κατάρα του πεινασμένου καλλιτέχνη, ενώ οι πελάτες του αποκτούσαν «αριστουργήματα» σε τιμές τ” αφεντικό τρελάθηκε.

Σύντομα, άρχισε να προμηθεύει τις παρισινές γκαλερί, χτίζοντας γύρω του τον μύθο του εκτοπισμένου Ούγγρου αριστοκράτη. Πλάσαρε τα έργα είτε ως απομεινάρια μιας φανταστικής οικογενειακής συλλογής, είτε ως κομμάτια που είχε πάρει απευθείας από τους ίδιους τους ζωγράφους, τους οποίους υποτίθεται ότι συναναστρεφόταν.

Ο «Αρλεκίνος» του Πικάσο δια χειρός Ελμίρ ντε Χόρι

Συνεταιρίστηκε με τον έμπορο τέχνης Ζακ Σαμπερλέν για να αλώσουν μαζί την Ευρώπη, όμως το σχήμα ναυάγησε άδοξα όταν συνειδητοποίησε ότι ο συνεργάτης του τον έκλεβε στη μοιρασιά, αναγκάζοντάς τον να επιστρέψει στη σόλο καριέρα.

Ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή για το Ρίο ντε Τζανέιρο το 1947 έμοιαζε με ευκαιρία για μια νέα, έντιμη αρχή, όμως τα δικά του, αβάν-γκαρντ πορτρέτα δεν του απέφεραν τα χρήματα που του εξασφάλιζαν οι αντιγραφές.

Ταξιδεύοντας το ίδιο καλοκαίρι στις ΗΠΑ, κατάφερε να πουλήσει πλαστούς Πικάσο σε κορυφαίους εμπόρους. Έμεινε εκεί για δώδεκα χρόνια, αλλάζοντας συνεχώς βάση ανάμεσα σε Νέα Υόρκη, Λος Άντζελες, Μαϊάμι και Σικάγο, διευρύνοντας το ρεπερτόριό του με «Ματίς» και «Ρενουάρ».

Καθώς η αγορά άρχισε να μυρίζεται την απάτη, ο Ντε Χόρι κατέφυγε σε πωλήσεις δι’ αλληλογραφίας και σε μια ατελείωτη λίστα ψευδωνύμων – από Λουί Κασού και Ζοζέφ Ντορί, μέχρι βαρόνος Ρενάλ.

Ο Ούγγρος καλλιτέχνης ήταν επιδέξιος και στην πλαστογράφηση του Μοντιλιάνι

Η αρχή του τέλους γράφτηκε στα μέσα της δεκαετίας του ’50, στο Μουσείο Fogg του Χάρβαρντ. Αφού τους πούλησε ένα σχέδιο «Ματίς», έκανε το λάθος να προσφέρει αμέσως μετά έναν «Μοντιλιάνι» και έναν «Ρενουάρ».

Μια οξυδερκής έφορος παρατήρησε μια ανησυχητική στυλιστική συνάφεια ανάμεσα στα τρία έργα. Η άρνησή της να τα αγοράσει και οι μετέπειτα επικοινωνίες της με άλλα ιδρύματα σήμαναν τον συναγερμό για τον μυστηριώδη βαρόνο.

Το αμερικανικό δίκτυο τέχνης άρχισε να ξηλώνει το πουλόβερ της δράσης του, ρίχνοντας φως σε ένα κοσμοπολίτικο γαϊτανάκι εξαπάτησης που ήταν τόσο μυθιστορηματικό, ώστε ο Όρσον Γουέλς το μετέτρεψε το 1973 στο θρυλικό ντοκιμαντέρ «F for Fake».

«Αγνοί» παραχαράκτες εναντίον συστήματος

Αναντίρρητα, η ζωή του Ντε Χόρι ήταν γεμάτη λάμψη και κοσμοπολιτισμό. Ό,τι δηλαδή δεν είχε ο βίος ενός άλλου μεταγενέστερου συναδέλφου του. Του 64χρονου σήμερα Βρετανού Σον Γκρίνχαλ.

Ο αλλοτινός εργάτης, που ζούσε με τους ηλικιωμένους γονείς του σε ένα μεσοαστικό σπίτι στο Μπόλτον, είχε καταφέρει να μιμείται οτιδήποτε έβαζε ο νους του.

Στο ταπεινό υπόστεγο του κήπου μπορούσε να κατασκευάσει από αρχαία αιγυπτιακά αγάλματα μέχρι «αριστουργήματα» του Γκογκέν, χρησιμοποιώντας μάλιστα πρώτες ύλες και εργαλεία από το κατάστημα ειδών κιγκαλερίας της γειτονιάς του.

Οι γονείς του έπαιζαν (με αξιώσεις) τον ρόλο των «αφελών ηλικιωμένων» που ανακάλυπταν τους θησαυρούς στη σοφίτα τους. Το κίνητρο του Γκρίνχαλ δεν ήταν τόσο ο πλούτος, όσο η αντίδρασή του στην καθεστηκυία τάξη της τέχνης. Περιφρονούσε τον σνομπισμό του κατεστημένου και αντλούσε ικανοποίηση βλέποντας τους πλανεμένους επαΐοντες των μουσείων να υποκλίνονται στις δημιουργίες που ο ίδιος είχε αντιγράψει.

Το 2007 ο Βρετανός καταδικάστηκε σε ποινή τεσσάρων ετών. Τρία χρόνια αργότερα, το μουσείο Victoria & Albert αφιέρωσε μια έκθεση στα παραπάνω από πειστικά αντίγραφά του, που κατάφεραν να ξεγελάσουν ακόμα και τους έμπειρους επιτελείς του Βρετανικού Μουσείου.

Το υποτιθέμενο ασσυριακό ανάγλυφο που πρόδωσε τον Γκρίνχαλ

Μάλιστα, ενώ το ίδρυμα είχε πιστοποιήσει ως αυθεντικό ένα από τα τρία υποτιθέμενα ασσυριακά ανάγλυφα (χρονολογημένα στο 600 π.Χ.) του Γκρίνχαλ, βοηθώντας τον να το πουλήσει σε ιδιώτη, οι ειδικοί του οίκου Bonhams που εξέτασαν τα άλλα δύο αποκάλυψαν τελικά την απάτη και οδήγησαν στη σύλληψη της αναμφισβήτητα πολυμήχανης φαμίλιας.

Την ίδια πάντως απέχθεια για τους ειδικούς έτρεφε και ο ζωγράφος Έρικ Χέμπορν. Υποδυόμενος τον έμπορο τέχνης, ο Βρετανός πούλησε στη διάρκεια των δεκαετιών του ‘70 και του ‘80 εκατοντάδες πλαστά έργα του Ρέμπραντ και του Βαν Ντάικ σε εκτιμητές που περηφανεύονταν για το αλάνθαστο μάτι τους.

Θεωρούσε μάλιστα τη δράση του όχι έγκλημα, αλλά δίκαιη τιμωρία για έναν κόσμο που εκτιμούσε την ελιτίστικη άποψη περισσότερο από την ίδια την τέχνη. Ο θάνατός του στην Ιταλία κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες άφησε πίσω του μια κληρονομιά πλαστών έργων που δεν έχουν εντοπιστεί έως σήμερα. Ναι, οι συλλέκτες έχουν κάθε λόγο να κοιτούν καχύποπτα τα αριστουργήματά τους.

Οι χάκερς της πλαστογραφίας

Η τέχνη της πλαστογραφίας και της αντιγραφής δεν τελειοποιείται μόνο στους καμβάδες. Στη Βρετανία της δεκαετίας του ’90, το δίδυμο Τζον Μάιατ και Τζον Ντρου απέδειξε ότι η πραγματική αδυναμία του συστήματος είναι τα αρχεία του.

Ο Μάιατ ζωγράφιζε πλαστούς Σαγκάλ και Τζακομέτι χρησιμοποιώντας κοινή μπογιά τοίχου και λιπαντικό K-Y για υφή. Κανονικά, ένα παιδί θα καταλάβαινε την απάτη.

Εδώ όμως μπήκε στο παιχνίδι ο Ντρου, ο οποίος διείσδυσε στα αρχεία κορυφαίων βρετανικών μουσείων (όπως η Tate και το Ινστιτούτο Courtauld) και φύτεψε πλαστούς καταλόγους παλαιών εκθέσεων. Οι αγοραστές τελικά δεν αγόραζαν τον καμβά· αγόραζαν το χαρτί που τον συνόδευε. Όταν ελέγχεις το αρχείο, ελέγχεις την αλήθεια.

Η υποκρισία του συστήματος αποκαλύφθηκε σε όλο της το μεγαλείο με το σκάνδαλο της Knoedler, της παλαιότερης και πιο αξιοσέβαστης γκαλερί της Νέας Υόρκης, η οποία κατέρρευσε εν μία νυκτί το 2011. Για 15 χρόνια πουλούσε άγνωστα «αριστουργήματα» του Μαρκ Ρόθκο και του Τζάκσον Πόλοκ αποκομίζοντας 80 εκατομμύρια δολάρια.

Τα έργα δεν προέρχονταν από καμία μυστική συλλογή, αλλά τα ζωγράφιζε στο γκαράζ του στο Κουίνς ο Pei-Shen Qian, ένας Κινέζος μετανάστης και πρώην καθηγητής μαθηματικών.

Το ίδιο ταπεινός με τον Qian ήταν και ο Αμερικανός Μαρκ Λάντις. Ίσως ο μοναδικός διάσημος πλαστογράφος που δεν ζήτησε ποτέ ούτε ένα σεντ.

Ντυμένος συχνά ως Ιησουίτης ιερέας ή εκκεντρικός κληρονόμος, δώριζε τα αριστουργήματά του –ζωγραφισμένα ενίοτε με μαρκαδόρους ή καφέ– σε δεκάδες μουσεία, στη μνήμη της μητέρας του.

Διαγνωσμένος με σχιζοφρένεια, δεν αποζητούσε χρήματα, αλλά την προσοχή, τον σεβασμό, τη VIP μεταχείριση και την ανάγκη του να ανήκει κάπου. Για αυτόν, η πλαστογραφία ήταν απλώς ένα εισιτήριο αποδοχής.

Το εργαστήριο αντεπιτίθεται

Η χρυσή εποχή των «ρομαντικών απατεώνων», ωστόσο, φαίνεται να έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Σήμερα, το θρίλερ έχει μετατραπεί σε ψυχρό ιατροδικαστικό δράμα και οι σύγχρονοι οίκοι δημοπρασιών δεν βασίζονται πια στο ένστικτο κανενός.

Ο εφιάλτης του σύγχρονου παραχαράκτη είναι ο εξοπλισμός ενός εργαστηρίου. Μια λάθος επιλογή σωληναρίου μπορεί να αποβεί μοιραία – όπως ακριβώς συνέβη στον Μπελτράκι, η αυτοκρατορία του οποίου γκρεμίστηκε όταν σε πίνακα του 1914 εντοπίστηκε «Λευκό του Τιτανίου», μια χρωστική που δεν κυκλοφόρησε εμπορικά πριν από το 1920.

Μέθοδοι όπως ο Φθορισμός Ακτίνων Χ (XRF) και η Φασματοσκοπία Raman σαρώνουν πλέον τον καμβά και ταυτοποιούν τα μόρια των χρωμάτων χωρίς καν να τον αγγίξουν.

Αν ο επίδοξος απατεώνας νομίζει ότι θα ξεγελάσει το σύστημα χρησιμοποιώντας έναν φθηνό καμβά του 18ου αιώνα πάνω στον οποίο θα ζωγραφίσει το πλαστό του έργο, η Υπέρυθρη Ανακλαστογραφία (IRR) φέρνει στο φως τα κρυμμένα, αδιάφορα αρχικά σκίτσα κάτω από τα ανώτερα στρώματα λαδιού.

Ακόμα όμως κι αν τα υλικά είναι τέλεια, η ίδια η ιστορία έχει αφήσει το ραδιενεργό αποτύπωμά της. Μετά τις πυρηνικές δοκιμές της δεκαετίας του 1950, η συγκέντρωση του Άνθρακα-14 στην ατμόσφαιρα εκτοξεύτηκε. Αν το λινάρι για έναν «άγνωστο Πικάσο του 1920» συγκομίστηκε μετά το 1950, η ραδιοχρονολόγηση θα ξεσκεπάσει την απάτη.

«Ηλιοβασίλεμα στο Μονμαζούρ», Βίνσεντ Βαν Γκο

Το τελειωτικό χτύπημα έρχεται από την Τεχνητή Νοημοσύνη, που σαρώνει την κρακελούρα και ξεχωρίζει, μέσω πολύπλοκων αλγορίθμων, τη φυσιολογική γήρανση 300 ετών από το βιαστικό ψήσιμο σε έναν φούρνο θερμοκρασίας 100 βαθμών.

Εκτός από το ψέμα η τεχνολογία μπορεί να αποκαλύψει και την αλήθεια. Όπως συνέβη το 2013, όταν το έργο «Ηλιοβασίλεμα στο Μονμαζούρ» ταυτοποιήθηκε τελικά ως αυθεντικός πίνακας του Βίνσεντ βαν Γκογκ.

«La Bella Principessa», Λεονάρντο Ντα Βίντσι

Ή όπως στην περίπτωση της περίφημης «La Bella Principessa», ενός σχεδίου που κάποτε πουλήθηκε ως απλό αντίγραφο για περίπου 21.800 δολάρια πριν ορισμένοι ερευνητές υποστηρίξουν —χωρίς ωστόσο να υπάρχει καθολική επιστημονική συναίνεση— ότι μπορεί να πρόκειται για έργο του Λεονάρντο ντα Βίντσι, εκτοξεύοντας την εκτιμώμενη αξία του σε εκατοντάδες εκατομμύρια.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version