Έξι Όσκαρ για τον Πολ Τόμας Άντερσον και το φιλμ «One Battle after Another». Ένα για τον Μάικλ Μπ. Τζόρνταν του «Sinners» που πήρε την μπουκιά από το στόμα του Τιμοτέ Σαλαμέ.
Το πρώτο βραβείο στην 98χρονη ιστορία του θεσμού σε γυναίκα για το μοντάζ (βλ. Ότομν Άρκανπο) και μια ιστορική νίκη για την ελληνικής καταγωγής Κασσάνδρα Κουλουκουντή που καταγράφθηκε στην ιστορία ως η πρώτη νικήτρια του νεότευκτου Όσκαρ για το κάστιγνκ.

Αυτή θα μπορούσε να είναι η τίμια σύνοψη της τελετής απονομής των κορυφαίων βραβείων της βιομηχανίας του θεάματος.
Εάν βέβαια δεν επικυριαρχούσε η εγγενής, σχεδόν κωμική αμηχανία του θεσμού που εκφράστηκε με ποικίλους τρόπους.
Το Χόλιγουντ σε μετάβαση
Στην 98η τελετή των Όσκαρ που πραγματοποιήθηκε στο Dolby Theatre η αναντιστοιχία ανάμεσα στο αυστηρό, παραδοσιακό DNA του Χόλιγουντ και τον φρενήρη, κατακερματισμένο ρυθμό πλατφορμών όπως το TikTok δεν κρύφτηκε κάτω από το κόκκινο χαλί – αντίθετα, λειτούργησε ως ο άβολος αλλά υπαρκτός ελέφαντας στο δωμάτιο.

Ο παρουσιαστής Κόναν Ο’ Μπράιεν – μάλλον πιο κουρασμένος, παρά πιο έμπειρος από το περσινό βάπτισμα του πυρός του – έκανε επανειλημμένες αναφορές στην απόφαση για τη μετάδοση των βραβείων από το YouTube αρχής γενομένης από το 2029 ενώ στην ίδια την τελετή υπήρχαν διάσπαρτες ειρωνικές αλλά πικρές αναφορές για το εάν και το κατά πόσο ένας θεσμός σχεδόν 100 ετών μπορεί να γίνει ξανά θελκτικός για τις νεότερες γενιές.

Κάτω από το πέπλο του υπαρξιακού άγχους για την ίδια την επιβίωση του φορμάτ, τα φετινά Όσκαρ έπρεπε να αποδείξουν ότι το ίδιο το σινεμά, ως τέχνη και ως αφήγηση, παραμένει επίκαιρο – και κυρίως σε διάλογο με το κοινό.

Ίσως γι’ αυτό η Ακαδημία επέλεξε φέτος να γυρίσει την πλάτη στα εύκολα, κατασκευασμένα blockbusters και να υποκλιθεί στο πραγματικά οραματικό, τολμηρό σινεμά, επιχειρώντας να διασώσει το κύρος της.
Ο θρίαμβος του Πολ Τόμας Άντερσον & ο άφαντος Σον Πεν
Αυτή η στροφή προς την ουσία προσωποποιήθηκε στον απόλυτο θρίαμβο του Πολ Τόμας Άντερσον. Έπειτα από 14 άκαρπες υποψηφιότητες –ένα στατιστικό που έμοιαζε πλέον με κακόγουστο αστείο της βιομηχανίας προς έναν από τους σπουδαιότερους εν ζωή Αμερικανούς auteur– το «One Battle After Another» αποκατέστησε με έναν τρόπο την τάξη.

Η μεταφορά του χαοτικού, δυστοπικού «Vineland» του Τόμας Πίντσον δεν είναι το τυπικό οσκαρικό δόλωμα αλλά ένα δύστροπο, μεγαλεπήβολο έργο. Η Ακαδημία, ωστόσο, παραδόθηκε, χαρίζοντάς του έξι αγαλματίδια, συμπεριλαμβανομένων αυτών της Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσίας και Διασκευασμένου Σεναρίου.
Ο Άντερσον, ανεβαίνοντας στη σκηνή, δεν αναλώθηκε σε δακρύβρεχτες κοινοτοπίες. Η αναφορά του πως η ταινία λειτουργεί ως μια «συγγνώμη» της γενιάς του για τον διαλυμένο κόσμο που κληροδοτεί στα παιδιά της, είχε το βάρος μιας πολιτικής δήλωσης σε μια βραδιά που συνήθως ασφυκτιά στη λάμψη.

Στον θρίαμβο της ταινίας προστέθηκε και η επιστροφή του Σον Πεν, που απέσπασε το Όσκαρ Β’ Ανδρικού Ρόλου. Αλλά δεν εμφανίστηκε ποτέ για να το παραλάβει.
Τιμοτέ Σαλαμέ με άδεια χέρια
Το μεγάλο αντίπαλο δέος της βραδιάς δεν ήταν άλλο από το «Sinners» του Ράιαν Κούγκλερ. Φτάνοντας στην τελετή με το θηριώδες, ιστορικό ρεκόρ των 16 υποψηφιοτήτων (ξεπερνώντας ακόμα και τον «Τιτανικό»), το σκοτεινό φιλμ έφυγε τελικά με τέσσερα βραβεία, επιβεβαιώνοντας πως η ορμή του ήταν αδύνατον να αγνοηθεί εντελώς.

Σε μια από τις πιο σκληρές αναμετρήσεις των τελευταίων ετών, ο Μάικλ Μπ. Τζόρνταν κατάφερε να αποσπάσει το Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου από τα χέρια του πολύφερνου Τιμοτέ Σαλαμέ – που ευτυχώς έχει έναν ώμο να γείρει, εκείνον της συμβίας του Κάιλι Τζένερ.
Ο Κούγκλερ έφυγε από την τελετή και με το Όσκαρ για το Πρωτότυπο Σενάριο, εδραιώνοντας τη θέση του ως ένας από τους πιο οξυδερκείς χαρτογράφους της σύγχρονης αμερικανικής πραγματικότητας.

Στα γυναικεία ερμηνευτικά βραβεία, είχαμε τη μέχρι κεραίας επιβεβαίωση των προγνωστικών. Η Τζέσι Μπάκλεϊ, αέρινη και σπαρακτική στο «Hamnet», κατέκτησε το βραβείο για τον Α’ Γυναικείο ρόλο, προσφέροντας ίσως τον πιο γνήσια φορτισμένο ευχαριστήριο λόγο της βραδιάς, μακριά από στημένα λογύδρια.
Η επιστροφή της Barbs & η ελληνική έκπληξη
Στον Β’ Γυναικείο, η βετεράνος Έιμι Μάντιγκαν συνοδευόμενη στην απονομή από τον σύζυγό της Εντ Χάρις επικράτησε για το «Weapons», υπενθυμίζοντας πως το Χόλιγουντ μπορεί να τα πηγαίνει μέτρια με τη βραχυπρόθεσμη μνήμη, αλλά διαθέτει μνημονικό ελέφαντα όσον αφορά στην ιστορία του.
Βεβαίως, αν μιλάμε για γυναικείες παρουσίες στη φετινή απονομή, την παράσταση δεν έκλεψε άλλη από την Μπάρμπαρα Στρέιζαντ. Η εμβληματική σταρ ανέλαβε το αφιέρωμα στον Ρόμπερτ Ρέντφορντ, διανθίζοντας το με προσωπικές αναμνήσεις και αναφορές στο ακτιβιστικό και καλλιτεχνικό έργο του αγαπημένου της φίλου και κυρίως ολοκληρώνοντάς το τραγουδώντας μερικούς στίχους από το αξέχαστο «The way we were».

Όσο για το ελληνικό ενδιαφέρον, μπορεί το «Bugonia» του Γιώργου Λάνθιμου να μην έκανε τη μεγάλη επέλαση, μένοντας στις τέσσερις υποψηφιότητες (με την Έμμα Στόουν σταθερά παρούσα), αλλά η εγχώρια υπερηφάνεια σώθηκε από ένα ιστορικό ορόσημο.
Στην παρθενική εμφάνιση της κατηγορίας Καλύτερου Κάστινγκ –μια αργοπορημένη αναγνώριση των αφανών ηρώων της βιομηχανίας– το βραβείο κατέληξε στην ελληνικής καταγωγής Κασσάνδρα Κουλουκουντή για το «One Battle After Another».

Πολιτικά μηνύματα μέσω κονκάρδας
Στις τεχνικές κατηγορίες, η Ακαδημία μοίρασε την τράπουλα με χειρουργική ακρίβεια. Η γοτθική φαντασμαγορία του Γκιγιέρμο ντελ Τόρο στο «Frankenstein» σάρωσε δίκαια σε Σκηνογραφία, Μακιγιάζ και Κοστούμια, το εκκωφαντικό «F1» πήρε τον Ήχο και το «Avatar: Fire and Ash» τα Ειδικά Εφέ – γιατί κάποια πράγματα στο Λος Άντζελες δεν αλλάζουν ποτέ.
Το νορβηγικό «Sentimental Value» του Χοακίμ Τρίερ κέρδισε το Διεθνές Φιλμ, ενώ στα ντοκιμαντέρ, το «Mr. Nobody against Putin» έδωσε λίγο γεωπολιτικό χρώμα.

Σε ό,τι αφορά τις πολιτικές (συμπαρα)δηλώσεις από κοντά ήταν η κονκάρδα του Χαβιέρ Μπαρδέμ υπέρ της Παλαιστίνης – η ίδια, όπως είπε που φορούσε και πριν από 23 χρόνια σε οσκαρική απονομή -, αλλά και το μήνυμα του απονεμητή στις κατηγορίες του ντοκιμαντέρ Τζίμι Κίμελ προς τον Ντόναλντ Τραμπ, το ντοκιμαντέρ της Μελάνια Τραμπ και τη λογοκρισία του CBS.

Συνολικά, η 98η απονομή άφησε την αίσθηση μιας τελετής σε πλήρη μετάβαση. Με το βλέμμα στραμμένο στο ψηφιακό μέλλον του YouTube και το ένα πόδι ακόμα βυθισμένο στο ένδοξο παρελθόν του, το Χόλιγουντ έκανε το μόνο που ξέρει καλά όταν νιώθει να απειλείται: βράβευσε τους πραγματικούς δημιουργούς του, ελπίζοντας ότι η τέχνη τους θα λειτουργήσει ως σωσίβιο για τον ίδιο τον θεσμό.
