Οι φωτογραφίες από τις εκτελέσεις στην Καισαριανή έφεραν ένα κλίμα συγκίνησης. Τη συγκίνηση που προκαλούν άνθρωποι όταν τους βλέπεις να βαδίζουν στον θάνατο.
Για όποιον λόγο. Όποιοι κι αν είναι.
Αλλά έχουν μικρή προστιθέμενη ιστορική αξία. Τα γεγονότα είναι γνωστά, επιβεβαιωμένα κι αδιαμφισβήτητα. Τα πρόσωπα καταγεγραμμένα. Έχουν αποτελέσει αντικείμενο πολλών άρθρων, ερευνών, δημοσιευμάτων. Ακόμη και μιας ταινίας.
Συγκινηθήκαμε δηλαδή, αλλά δε μάθαμε τίποτα που δεν ξέραμε.
Από εκεί και πέρα, για ακατανόητους λόγους, αναζωπυρώθηκαν οι γνωστές ιστορικές παλιομοδίτικες διαμάχες. Στην Ελλάδα, δεν μπορούμε να συζητήσουμε ούτε τι καιρό κάνει, χωρίς να φτάσουμε στον Εμφύλιο, την Κατοχή και την αδικημένη Αριστερά.
Όλα καταλήγουν σε επιχειρήματα που αποκαθιστούν την «ιστορική αδικία» που υπέστησαν οι ηττημένοι, χωρίς κανείς να μπορεί να πει γιατί αδικήθηκαν. Ήταν βρεγμένο το γήπεδο;
Αλλά κυρίως καταγράφουν και μια ενόχληση, επειδή οι νικητές «δεν πρόκειται ποτέ να συγχωρέσουν την αφοσίωση των κομμουνιστών στην κοινωνική δικαιοσύνη και την πατρίδα» (Θ. Καρτερός, «Η Εφημερίδα των Συντακτών», 24/2).
Είναι αλήθεια πως «η αφοσίωση στην πατρίδα» δε συμβαδίζει αυτονόητα με το «Ζήτω ο Λένιν, ζήτω ο Στάλιν, ζήτω ο Κόκκινος Στρατός», αλλά οι κομμουνιστές είχαν υποθέτω και μερικές διεθνιστικές υποχρεώσεις.
Έως εδώ, κανένα πρόβλημα. Ο καθένας μπορεί να τραγουδάει ό,τι του κατέβει στο κεφάλι.
Ο ουρανός σκοτεινιάζει από τη στιγμή που οι φωτογραφίες των εκτελεσμένων στην Καισαριανή έρχονται (υποτίθεται) να διαψεύσουν «τη θεωρία των δύο άκρων».
Η οποία είναι (κατ’ αυτούς) καταφανώς «ανιστόρητη», «ανυπόστατη», «κατασκευασμένη» κ.λπ. Και η οποία «αγνοεί τη δολοφονία της αλήθειας, της ιστορίας, ψυχών τε και σωμάτων που για δεκαετίες καθόριζε τη μοίρα των ηττημένων» (Θ. Καρτερός, 25/2 και Τ. Παππάς, 28/2).
Την ίδια στιγμή, οι πρώην «ηττημένοι» γιορτάζουν υπερήφανα τα «80 χρόνια του ΔΣΕ» και τα «77 χρόνια από τη μάχη της Φλώρινας», στην οποία (σημειωτέον) απέτυχαν παταγωδώς και με πολλά θύματα (Τομεακή Επιτροπή Φλώρινας του ΚΚΕ, 1/3).
Αν δεν κάνω λάθος, είναι ο πρώτοι ηττημένοι παγκοσμίως, που πανηγυρίζουν ενθουσιασμένοι για την ήττα τους.
Τέλος πάντων, από τότε έχουν περάσει πάνω από ογδόντα χρόνια. Υποθέτω πως και οι «αγωνιστές» και οι «δωσίλογοι» έχουν προ πολλού εγκαταλείψει τον μάταιο τούτο κόσμο κι ύστερα τους ακολούθησαν τα παιδιά τους, πιθανότατα τα εγγόνια και τα δισέγγονά τους.
Αδίκως λοιπόν φωνάζουν.
Ακόμη περισσότερο που στην πραγματικότητα, «θεωρία των δύο άκρων» δεν υπάρχει. Είναι μια απλή ιστορική καταγραφή από τη Γερμανία του Μεσοπολέμου, όταν τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης πολεμούσαν με το ίδιο μένος, οι ναζί και οι κομμουνιστές. Ιδεολογικά η αντιδημοκρατική αυτή σύγκλιση αποκλήθηκε «Μαύρο Μέτωπο».
Μεταπολεμικά, η μόνη σοβαρή θεωρητική προσέγγιση αφορούσε το φαινόμενο του ολοκληρωτισμού από τη Χάνα Αρεντ, που ενέτασσε σε μια κοινή φαινομενολογία τον ναζισμό και τον κομμουνισμό (The Origins of Totalitarianism, 1951).
Μια θεωρητική προσέγγιση που αμφισβητήθηκε, αλλά δε διαψεύστηκε ποτέ επί της ουσίας. Η Άρεντ κέρδισε την παρτίδα.
Μετά το 2000, ένας πολυγραφότατος συγγραφέας, αλλά μάλλον δευτερεύων φιλόσοφος, ανέπτυξε τη «θεωρία του πέταλου» που (πάνω-κάτω) καταχωρίσθηκε στα μέρη μας ως «θεωρία των δύο άκρων».
Η παρατήρησή του ήταν απλή και εμπειρική: υποστήριξε ότι το δεξιό και το αριστερό άκρο συγκλίνουν μεταξύ τους πολύ περισσότερο απ’ ό,τι συγκλίνουν με το «πολιτικό κέντρο» (Jean Pierre Faye, Le Siecle des Ideologies, 2002, και αργότερα Langages Totalitaires, 2004).
Ο άνθρωπος δεν είπε κάτι εξωφρενικό, ούτε καν κάτι ιδιαίτερα σοφό. Κι άλλωστε, στην εποχή μας, κανείς δεν αμφισβητεί σοβαρά τον εγκληματικό χαρακτήρα δύο αποκρουστικών καθεστώτων.
Από εκεί και πέρα, μπορούμε να συζητήσουμε για τις διαφορές τους σε ζητήματα όπως το έθνος ή η φυλή. Αλλά αν κάποια τους χωρίζουν, αυτό δεν εμποδίζει να υπάρχουν και πολλά άλλα που τους ενώνουν.
Οι αντιδράσεις άλλωστε που προήλθαν, κυρίως από την πλευρά της Αριστεράς, σπανίως αγγίζουν τη φύση των καθεστώτων.
Αφορούν σε πρώτο επίπεδο, τη δυσκολία ταύτισης των «θυμάτων» με τους «θύτες», παρ’ όλο που οι δύο ρόλοι ήταν ιστορικά εναλλασσόμενοι. Αλλοτε έσφαζαν οι μεν, άλλοτε οι δε κι όχι πάντα με την ίδια σειρά.
Όπως ενόχλησε και η συνακόλουθη ηθική ακύρωση της Αριστεράς και του κομμουνισμού, που συνήθως επαίρονται για το «ηθικό πλεονέκτημά» τους.
Τι να κάνουμε, όμως; Δε γίνεται συνεχώς να συμψηφίζουμε εγκληματίες, για να αθωώσουμε κάποιους άλλους.
Με άλλα λόγια, πολύ κακό για το τίποτα. Μπορεί να μην υπάρχει στην πραγματικότητα «θεωρία των δύο άκρων», με μια αυστηρή επιστημονική έννοια, αλλά η ουσία της παρατήρησης που κρύβει, παραμένει ισχυρή.
Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι Άκρα Δεξιά και Άκρα Αριστερά συγκλίνουν μεταξύ τους πολύ περισσότερο από όσο συνέκλιναν ποτέ με το «πολιτικό κέντρο».
Ούτε υπάρχει αμφιβολία ότι ο ναζισμός, ο φασισμός κι ο κομμουνισμός υπήρξαν εγκληματικά συστήματα. Τα θύματά τους μετριούνται σε δεκάδες εκατομμύρια.
Είναι ίσως επαρκής και πειστικός λόγος για να ενσωματωθούν στο ίδιο φαινόμενο.
Δεν ξέρω όμως αν δικαιούμαστε να οικοδομήσουμε πάνω στους τάφους των αμέτρητων θυμάτων τους και όσων τους υπέστησαν, μια διαχρονική αντίθεση μεταξύ κέντρου και άκρων ή μετριοπάθειας και ριζοσπαστισμού.
Ακόμη περισσότερο, που στον 21ο αιώνα, ο ναζισμός κι ο κομμουνισμός, παιδιά του προηγούμενου αιώνα, είναι νεκρές πολιτικές υποθέσεις.
Μπορεί κανείς λοιπόν να υποθέτει ό,τι θέλει, κοιτάζοντας φωτογραφίες του 1944, μπορεί να συγκινείται ή να εξοργίζεται, μπορεί να ζει φαντασιακές ιστορίες στο μυαλό του, αλλά δύσκολα θα αναστήσει την εγκληματική πραγματικότητα.
Άλλο το όραμα. Κι άλλο ο εφιάλτης.
