Ζωή κόλαση περνούσε ο 17χρονος που σκότωσε τον πατέρα του στη Λέρο και αφέθηκε ελεύθερος με σύμφωνη γνώμη ανακριτή και εισαγγελέα.
Στην απολογία του περιέγραψε όσα πέρναγε στην καθημερινότητά του και τα βασανιστήρια που είχε υποστεί, δείχνοντας μάλιστα και τα σημάδια από την κακοποίησή του.
«Με χτυπούσε πολύ. Με έβριζε συνέχεια “μπάσταρδε, π…..ς γιε, κοπρίτη, τελειωμένο” επειδή μου είχαν γράψει μια φαρμακευτική αγωγή και είχε δει τη μητέρα μου να μου δίνει τα χάπια με φώναζε “πρεζάκια”, “άρρωστο”. Μου έχει πετάξει κατσαβίδι στην πλάτη και έχω ουλή, σας την επιδεικνύω. Μου τρύπησε την παλάμη με κατσαβίδι και βγήκε από την άλλη πλευρά, σας επιδεικνύω την ουλή. Επίσης μου πέταξε κατσαβίδι στο κεφάλι και έχω ουλή, την οποία επίσης σας επιδεικνύω» είπε.
«Τις περισσότερες φορές έκλαιγα και έπαιρνα το μηχανάκι και εξαφανιζόμουν. Ή πήγαινα πάνω στη μάνα μου και έκανα παράπονα. Όταν ερχόταν στο συνεργείο γινόταν άλλος άνθρωπος. Έμπαινε ο διάβολος μέσα του. Ήταν διπρόσωπος. Και τον δείκτη του δεξιού χεριού εκείνος μου το έκοψε με το κλαρκ κατά λάθος, την πρώτη μέρα έκλαιγε και μετά πήγαινε στο καφενείο με τους φίλους του το έλεγε και γέλαγε. Όμως με χτύπησε και άλλη μία φορά στο ίδιο δάκτυλο, που ενώ κοιμόμουν ένα πρωί ήρθε και με ξύπνησε με ξύλο χτυπώντας μου το δάκτυλο με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ανοίξει το δάκτυλό μου πια ενώ πριν άνοιγε» ανέφερε.
«Δεν ήθελα να πάθει κακό»
Μιλώντας για την ημέρα που τον σκότωσε επισήμανε ότι δεν ήθελε να του κάνει κακό και ζήτησε την επιείκεια των Αρχών.
«Εκείνη τη μέρα κάποια στιγμή μπήκε στο συνεργείο και επειδή δεν είχα κάνει πολλή δουλειά άρχισε στην αρχή να με βρίζει. Μετά πάει σ’ ένα ράφι με ακριβά ανταλλακτικά από μηχανάκια, κυλίνδρους και πιστόνια, και άρχισε να παίρνει και να μου τα πετάει. Κάποια στιγμή έπιασε ένα κυλινδροπίστονο πολύ ακριβό και του λέω μην μου το πετάξεις σε παρακαλώ και εκείνος μου το πέταξε και με βρήκε στη δεξιά πλευρά της κοιλιακής χώρας. Τη μελανιά αυτή την έδειξα και στους αστυνομικούς στη Λέρο» είπε.
Και συνέχισε: «Όπως με χτύπησε το κυλινδροπίστονο, το έπιασα στον αέρα και χωρίς να κοιτάξω το πέταξα πίσω. Δεν γύρισα το βλέμμα να δω. Όταν σήκωσα το βλέμμα ήταν πολύ αργά. Δεν έπεσε κατευθείαν κάτω ο πατέρας μου, έκατσε πρώτα, μου ζήτησε να του φέρω λίγο νερό. Είχα καταλάβει από τη στιγμή που τον βγάλαμε από το μαγαζί ότι μπορεί να είχε τελειώσει. Μάλιστα το πρόσωπό του είχε μελανιάσει. Δεν ήθελα να πάθει κακό ο πατέρας μου. Ζητώ την επιείκειά σας”».
