Πρόσφατα το περιοδικό Economist (11/12) παρατήρησε ότι η Άκρα Δεξιά χτυπά την πόρτα της εξουσίας στις μεγαλύτερες χώρες της Ευρώπης. Στη Βρετανία, δεκαοκτώ μήνες μετά τις κάλπες, το ακροδεξιό Reform του Νάιτζελ Φάρατζ προηγείται σταθερά και με διαφορά τόσο των κυβερνώντων Εργατικών όσο και της αντιπολίτευσης των Συντηρητικών (YouGov 16/2). Στη Γαλλία, ο Εθνικός Συναγερμός της Λεπέν και του Μπαρντελά προηγείται επίσης και θεωρείται φαβορί για τις επόμενες προεδρικές εκλογές. Στη Γερμανία, έναν μόλις χρόνο μετά τις κάλπες, το ακροδεξιό ΑfD είναι δημοσκοπικά ισοδύναμο με τους κυβερνώντες Χριστιανοδημοκράτες (Politico Europe). Παράλληλα η Μελόνι είναι ήδη τέσσερα χρόνια στην πρωθυπουργία της Ιταλίας διατηρώντας σαφές προβάδισμα στις δημοσκοπήσεις.
Στην Ελλάδα αντιθέτως (όπως και σε μερικές ακόμα χώρες) η εικόνα είναι διαφορετική. Η ενίσχυση της Άκρας Δεξιάς (σε όλες τις εκδοχές), είναι υπαρκτή, ορατή και συνολικά διψήφια. Είναι όμως και κατακερματισμένη. Έτσι ήταν στις πρώτες εκλογές της κρίσης του 2012, έτσι ήταν και στις πιο πρόσφατες.
Στις κάλπες του Ιουνίου 2023, το μεγαλύτερο κόμμα που εισήλθε στη Βουλή έλαβε 4,7% (Σπαρτιάτες), ενώ αθροιστικά όσα εξέλεξαν βουλευτές συγκέντρωσαν 12,8% (Σπαρτιάτες, Ελληνική Λύση, Νίκη). Στις Ευρωκάλπες 2024, το μεγαλύτερο κόμμα που εξέλεξε ευρωβουλευτή έλαβε 9,3% (Λύση), ενώ αθροιστικά όσα κέρδισαν έδρα έλαβαν 16,7% (Λύση, Νίκη, Φωνή Λογικής).
Δημοσκοπικά σήμερα η εικόνα δεν εκπέμπει δυναμική. Βάσει της εκτίμησης ψήφου της Μetron, η Λύση λαμβάνει 10,9%, η Φωνή Λογικής 4,2% ενώ η Νίκη μένει εκτός κοινοβουλίου (1,9%). Στην έρευνα της GPO (16/2) η κατάσταση δείχνει πιο αδύναμη: η Λύση είναι και πάλι στο 10,9%, ενώ η Φωνή Λογικής και η Νίκη μένουν κάτω από το όριο εισόδου στη Βουλή (2,3% και 2,2% αντίστοιχα).
Σε αντίθεση, επομένως, με την ευρωπαϊκή τάση σε μεγάλες χώρες, η Άκρα Δεξιά στην Ελλάδα μένει ακόμα στο περιθώριο χωρίς κάποιο από τα κόμματα να συγκροτεί ισχυρό πόλο εξουσίας.
Το ερώτημα είναι γιατί.
Ξεχωρίζουν τρεις λόγοι.
Πρώτον, ο κομματικός ανταγωνισμός διαφέρει. Στην Ελλάδα εξακολουθεί να υπάρχει ισχυρή Κεντροδεξιά. Η κυβέρνηση, παρά την φθορά, παραμένει σταθερά πρώτη και με διαφορά σε όλες τις μετρήσεις. Το προβάδισμα της διευκολύνεται από τη γενική πολιτική ατμόσφαιρα. Το 52% των πολιτών επιθυμεί «εξάντληση της τετραετίας» και σχεδόν τέσσερις στους δέκα (37%) επιζητούν «πολιτική σταθερότητα» (Μetron 19/2).
Σε μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, η εικόνα είναι αντίστροφη. Για παράδειγμα στη Βρετανία, οι Συντηρητικοί κατέγραψαν πτώση 20 μονάδων στις τελευταίες εκλογές και στις μετρήσεις κινούνται κάτω από το 20%. Στη Γαλλία, ο Εθνικός Συναγερμός διαθέτει ήδη πολύ περισσότερες έδρες από τους Ρεπουμπλικάνους, έχοντας επί της ουσίας υποκαταστήσει τον παραδοσιακό δεξιό πόλο. Την ίδια στιγμή το AfD προσελκύει ψηφοφόρους τόσο από τους Χριστιανοδημοκράτες όσο και τους Σοσιαλδημοκράτες.
Δεύτερον, τα θέματα που συνήθως κυριαρχούν στην ακροδεξιά ατζέντα, βρίσκονται χαμηλά στις προτεραιότητες της κοινής γνώμης στην Ελλάδα. Μεταξύ άλλων, το μεταναστευτικό, η δημόσια ασφάλεια, η εθνική άμυνα και η εξωτερική πολιτική, δεν ανιχνεύονται δημοσκοπικά στα «πέντε σημαντικότερα προβλήματα της χώρας» (Metron 19/2). Αυτό ενδεχομένως συνδέεται και με τον συντηρητικό χαρακτήρα της κυβερνητικής πολιτικής, που δεν αφήνει στους εν λόγω τομείς ουσιαστικό πολιτικό κενό προς αξιοποίηση από δυνάμεις του δεξιού λαϊκισμού.
Τρίτον, τα κόμματα στα δεξιά της ΝΔ στερούνται κυβερνησιμότητας. Είναι κατά βάση σχήματα προσωποπαγή με ηγεσίες που καταγράφουν μονοψήφια ποσοστά στο δείκτη καταλληλότητας για την πρωθυπουργία. Επίσης δεν έχουν συγκροτήσει διακριτή ηγετική ομάδα, ούτε συνεκτικό πρόγραμμα με άξονα το κυρίαρχο ζήτημα της οικονομίας και της αντιμετώπισης του πληθωρισμού. Παράλληλα εμφανίζονται απρόθυμα για συμμετοχή σε μια πιθανή κυβέρνηση συνεργασίας διατηρώντας την εικόνα αντισυστημικών κομμάτων διαμαρτυρίας.
Οι συνθήκες βεβαίως δεν είναι στατικές. Αν αλλάξουν οι ισορροπίες στο κομματικό σύστημα ή μεταβληθούν οι προτεραιότητες της κοινής γνώμης, είναι πιθανό να επηρεαστεί και το σημερινό σκηνικό. Προς το παρόν πάντως η Άκρα Δεξιά στη χώρα παραμένει κατακερματισμένη και ως εκ τούτου εκτός τροχιάς εξουσίας.
Ο Πάνος Κολιαστάσης είναι δρ Πολιτικής Επιστήμης του Queen Mary University of London (QMUL) και διδάσκων στη Σχολή Κοινωνικών Επιστημών του ΕΑΠ.