Με τις ΗΠΑ αμετακίνητες στο ζήτημα της Γροιλανδίας, παρά τις επαφές του αντιπροέδρου των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς και του ΥΠΕΞ Μάρκο Ρούμπιο με τους ομολόγους του από Δανία και Γροιλανδία, οι εξελίξεις σχετικά με το μέλλον του νησιού της Αρκτικής είναι ραγδαίες καθώς οι ευρωπαϊκές χώρες αυξάνουν την στρατιωτική παρουσία τους εκεί, ενώ στο παιχνίδι μπαίνει και η Μόσχα και «ξώφαλτσα» και η Κίνα.
Διάλογο και διπλωματία θέλει ο πρωθυπουργός της Γροιλανδίας
Πιο συγκεκριμένα μετά τις δηλώσεις της Δανής πρωθυπουργού Μέτε Φρεντέρικσεν, πως η «θεμελιώδης διαφωνία» με τις ΗΠΑ παραμένει, σειρά πήρε ο πρωθυπουργός της Γροιλανδίας Γενς-Φρέντερικ Νίλσεν, ο οποίος υποστήριξε πως ο μόνος σωστός δρόμος για την επίλυση του ζητήματος «ακόμα κι όταν τα διακυβεύματα είναι υψηλά και η αισθητή» είναι αυτός του διαλόγου και της διπλωματίας.
Ευρωπαϊκά στρατεύματα συνεχίζουν να φτάνουν στο νησί
Ο Νίλσεν έκανε τις δηλώσεις αυτές, την ίδια ώρα που δυνάμεις του στρατού της Δανίας έφταναν στο νησί, μαζί με στρατιώτες από αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, υπό το πρόσχημα διεξαγωγής ασκήσεων του ΝΑΤΟ. Στο ίδιο πλαίσιο, Ολλανδία, Φινλανδία και Εσθονία προστέθηκαν στις ευρωπαϊκές χώρες στέλνουν στρατιωτικό προσωπικό στη Γροιλανδία.
«Η ασφάλεια στην περιοχή της Αρκτικής, συμπεριλαμβανομένης της Γροιλανδίας, είναι στρατηγικής σημασίας για όλα τα μέλη του ΝΑΤΟ», δήλωσε ο Ολλανδός υπουργός Άμυνας Ρούμπενς Μπρέκελμανς, ανακοινώνοντας ότι η Ολλανδία θα συμμετάσχει, μαζί με άλλες χώρες της Συμμαχίας, σε κοινή αποστολή αναγνώρισης στο πλαίσιο στρατιωτικής άσκησης, στέλνοντας έναν αξιωματικό του ναυτικού.
Παράλληλα, το υπουργείο Άμυνας της Φινλανδίας γνωστοποίησε ότι θα αποστείλει δύο στρατιωτικούς αξιωματικούς συνδέσμους στη Γροιλανδία, με σκοπό τη διερεύνηση πιθανών εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων. Από την πλευρά του ο υπουργός Εξωτερικών της Εσθονίας Μάργκους Τσάκνα υποστήριξε ότι «η Εσθονία θα συμβάλλει στον σχεδιασμό της κοινής ευρωπαϊκής στρατιωτικής άσκησης και είναι έτοιμοι να στείλει στρατεύματα αν της ζητηθεί». Οι ανακοινώσεις αυτές ακολουθούν εκείνες της Γαλλίας, της Σουηδίας, της Γερμανίας και της Νορβηγίας, που έχουν επίσης δηλώσει ότι θα αναπτύξουν στρατιωτικό προσωπικό στην περιοχή.
Η κλιμάκωση της έντασης φέρνει νέα ρωσική παρέμβαση
Οι κινήσεις αυτές που σε ευρύτερο πλαίσιο θεωρούνται ως κλιμάκωση της έντασης, δεδομένης της άκαρπης συνάντησης στην Ουάσινγκτον, δεν πέρασαν απαρατήρητες από την Μόσχα, η οποία έσπευσε να δώσει και δεύτερη απάντηση στο ζήτημα (είχε προηγηθεί ανακοίνωση της ρωσικής πρεσβείας στις Βρυξέλλες για το θέμα), σε υψηλότερο διπλωματικό επίπεδο και σε πιο δραματικό τόνο.
Πιο συγκεκριμένα η Ρωσία, δια στόματος της εκπρόσωπου του υπουργείου Εξωτερικών Μαρίας Ζαχάροβα χαρακτήρισε απαράδεκτο το γεγονός ότι η Δύση συνεχίζει να υποστηρίζει πως η Μόσχα και το Πεκίνο απειλούν τη Γροιλανδία και υποστήριξε ότι η κρίση γύρω από το νησί ανέδειξε την ασυνέπεια της λεγόμενης τάξης που «βασίζεται σε κανόνες».
Όπως ανέφερε η Ζαχάροβα, «αρχικά σκέφτηκαν ότι υπήρξαν κάποιοι επιτιθέμενοι και μετά ότι είναι έτοιμοι να προστατεύσουν κάποιον από αυτούς τους επιτιθέμενους», ενώ όπως τόνισε ούτε η Ρωσία ούτε η Κίνα έχουν δηλώσει ποτέ πως σκοπεύουν να καταλάβουν τη Γροιλανδία.
Προσπάθεια σύνδεσης της κατάστασης στην Γροιλανδία με την Ουκρανία
Η Ζαχάροβα στις δηλώσεις προσπάθησε να συνδέσει την ανάπτυξη δυνάμεων στην Γροιλανδία, με τις εγγυήσεις ασφαλείας που ζητά το Κίεβο για να υπογράψει την συμφωνία ειρήνης με την Ρωσία τονίζοντας πως η Μόσχα θεωρεί απαράδεκτη την ανάπτυξη δυτικών δυνάμεων στο πλαίσιο μιας πιθανής μελλοντικής ειρηνευτικής συμφωνίας και προειδοποίησε ότι οποιαδήποτε ξένα στρατεύματα στο ουκρανικό έδαφος θα θεωρηθούν νόμιμοι στόχοι για τις ρωσικές ένοπλες δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένων και βρετανικών.
Τέλος, σχολιάζοντας δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ προς την Κούβα, η εκπρόσωπος του ρωσικού ΥΠΕΞ έκανε λόγο για απαράδεκτη χρήση «γλώσσας εκβιασμού και απειλών», υπογραμμίζοντας ότι ο κουβανικός λαός και η κυβέρνησή του υφίστανται εδώ και δεκαετίες τις συνέπειες παράνομων και αθέμιτων κυρώσεων.
