Από τη δεκαετία της κρίσης στη δεκαετία της πρόκλησης

Η δεκαετία 2009-2019 ήταν η δεκαετία της εκδήλωσης μιας κρίσης που επωάστηκε το λιγότερο όλη τη μεταπολιτευτική περίοδο. Ηταν η δεκαετία της συνολικής δοκιμασίας των αντοχών της χώρας. Οικονομικών, θεσμικών, κοινωνικών, πολιτικών και κυρίως ηθικών. Τα οικονομικά μεγέθη απομειώθηκαν, η ίδια η κοινωνική διαστρωμάτωση μεταβλήθηκε, οι πολιτικές συμπεριφορές έφτασαν σε οριακό σημείο, οι συνταγματικοί όμως θεσμοί άντεξαν. Η Ελλάδα, παρότι φλέρταρε επικίνδυνα με καταστροφικές επιλογές, παρέμεινε εντός του ευρωπαϊκού πλαισίου και έθεσε υπό έλεγχο τη δημοσιονομική της κατάσταση. Το κόστος που καταβλήθηκε λόγω της εσωτερικής αμφιθυμίας, της πολιτικής παλινδρόμησης και της ακατάβλητης γοητείας του λαϊκισμού είναι μεγαλύτερο από αυτό που καταβλήθηκε λόγω της τεχνικής ανεπάρκειας των θεσμών μπροστά σε καινοφανείς καταστάσεις και της πολιτικής μυωπίας που χαρακτηρίζει συχνά τα κέντρα λήψης των ευρωπαϊκών αποφάσεων.

Το ερώτημα είναι αν αυτή η δεκαετία της κρίσης κατέληξε να είναι και η δεκαετία της επίγνωσης. Του εθνικού και κοινωνικού αναστοχασμού. Της ex post αξιολόγησης συλλογικών και ατομικών επιλογών που έμοιαζαν αυτονόητες και εύκολες, αλλά δεν είχαν ούτε σταθερό υπόβαθρο, ούτε ασφαλή προοπτική. Η επιστροφή στην κανονικότητα μιας χώρας-μέλους της ΕΕ και της ευρωζώνης δεν αρκεί να διακηρύσσεται. Πρέπει να συνοδεύεται από την αναγκαία εγρήγορση για την προστασία του εθνικού κεκτημένου που ξεκινά από το τιμαλφές της ευρωπαϊκής φιλελεύθερης δημοκρατίας, προϋποθέτει την κοινωνική συνοχή και κινητοποιεί όλες τις δημιουργικές δυνάμεις του τόπου σε μια αναπτυξιακή πανστρατιά. Χωρίς τίποτα να είναι αυτονόητο ή εύκολο.

Η νέα δεκαετία που ξεκινά τώρα – πολιτικά και όχι ημερολογιακά – είναι συνεπώς η δεκαετία της πρόκλησης. Των πολλαπλών στοιχημάτων που πρέπει να κερδηθούν, με πρώτο αυτό της επίγνωσης και δεύτερο αυτό της επιστροφής στην κανονικότητα. Το τρίτο, εξίσου σημαντικό, στοίχημα είναι να διασφαλιστεί η σχέση μας με τα σημεία αναφοράς. Η ΕΕ, εν όψει και του επικείμενου Brexit, αναζητεί με εμφανή αμηχανία τον βηματισμό της, προσπαθεί να διαχειριστεί τις εσωτερικές της αντιθέσεις και ανισότητες, την κρίση της εθνικής ταυτότητας που τείνει να γίνει διαρθρωτικό στοιχείο της ευρωπαϊκής ταυτότητας. Το κρισιμότερο όμως είναι ότι η ανιστόρητη θεώρηση των ευρωαμερικανικών σχέσεων, που ξεκινά από την ιδιομορφία Τραμπ, αλλά τροφοδοτείται και από πολλούς άλλους παράγοντες, διαταράσσει πλέον εμφανώς την ίδια την έννοια της Δύσης. Το ειδικότερο ζήτημα για μια χώρα όπως η Ελλάδα είναι να μειώνει την απόσταση από το ευρωπαϊκό και δυτικό optimum, που αμφισβητείται όμως εκ των έσω. Τα σημεία αναφοράς θολώνουν και μετακινούνται.

Η κρατούσα αντίληψη είναι ότι η μεγάλη πρόκληση της νέας δεκαετίας είναι τεχνολογική και συνεπώς παγκόσμια. Η τέταρτη βιομηχανική επανάσταση, η τεχνητή νοημοσύνη και η μηχανική μάθηση, η επεξεργασία των big data, οι δυνατότητες και τα διλήμματα της βιοτεχνολογίας, η νέα σχέση κεφαλαίου και εργασίας κ.ο.κ. Ολα αυτά προφανώς ισχύουν. Κάθε χώρα ή κάθε περιφερειακή ολοκλήρωση, όπως η ΕΕ, αντιμετωπίζει όμως όχι μόνο τις τεχνολογικές και τις αναπτυξιακές, αλλά πολύ πιο σύνθετες και αντιφατικές προκλήσεις. Τα θεμελιώδη ζητήματα, όπως αυτό της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αυτό της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφάλειας και άμυνας, της διαχείρισης των μεταναστευτικών ροών και βεβαίως αυτό της δημογραφικής κρίσης, επηρεάζουν καθοριστικά τη στάση κάθε κοινωνίας – προφανώς και της δικής μας -, ακόμη και αν αυτό δεν φαίνεται πάντα διά γυμνού οφθαλμού.

Η επόμενη δεκαετία θα κριθεί συνεπώς για την Ελλάδα από το αν η ελληνική κοινωνία θα διαχειριστεί τις προκλήσεις, τις ευκαιρίες, τους φόβους και τις αβεβαιότητες αξιοποιώντας την εμπειρία που απέκτησε τη δεκαετία της κρίσης. Μετατρέποντας, για να το διατυπώσω ακριβέστερα, την εμπειρία της κρίσης σε συνείδηση της Ιστορίας. Σε καλή αίσθηση του χρόνου και του μη γραμμικού τρόπου με τον οποίο αυτός εξελίσσεται καθώς υπάρχουν στιγμές που διαμορφώνουν διαρκείς καταστάσεις.

Είναι «σκανδαλωδώς» ενδιαφέρον από ιστορικής απόψεως το γεγονός ότι η δεκαετία 2009-2019, που έχει καταγραφεί ως η δεκαετία της οικονομικής κρίσης, ολοκληρώνεται για την Ελλάδα με νέες προκλήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο ως προς τις θαλάσσιες ζώνες και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Είχα την ευκαιρία στην πρόσφατη σχετική εκδήλωση του Κύκλου Ιδεών (16.12.2019) να διατυπώσω τις εκτιμήσεις και τις προτάσεις μου. Οι πολιτικές και διπλωματικές κινήσεις που διαμορφώνουν τα καλύτερα δυνατά συμφραζόμενα με τις χώρες που έχουν συμφέροντα στην περιοχή έχουν ιδιαίτερη σημασία. Ακόμη μεγαλύτερη σημασία έχει η δική μας εθνική στρατηγική αυτογνωσία που ξεκινά από τη σωστή εκτίμηση γύρω από το αν η πάροδος του χρόνου λειτουργεί θετικά ή αρνητικά για τον Ελληνισμό. Το βασικό ζητούμενο είναι να αναληφθούν πολιτικές και διπλωματικές πρωτοβουλίες που αναγκάζουν την Τουρκία να αποδεχθεί το πλαίσιο του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας και εν τέλει την υπογραφή συνυποσχετικού προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο ταυτοχρόνως.

Οι ιστορικές συμπτώσεις είναι όμως ακόμη περισσότερες καθώς το 2020 είναι το έτος προετοιμασίας για την είσοδο στο εμβληματικό 2021 και στον εορτασμό της επετείου των διακοσίων ετών από την Εθνική Παλιγγενεσία. Ο εορτασμός αυτός πρέπει να είναι πρωτίστως διανοητικός. Η ευκαιρία ενός μεγάλου εθνικού αναστοχασμού. Η εορτή των εθνικών Φώτων. Ενός ανανεωμένου νεοελληνικού διαφωτισμού. Μια οργανωμένη προσπάθεια αντίστασης στα αλλεπάλληλα κύματα του λαϊκισμού, της δημαγωγίας, της συνωμοσιολογικής ερμηνείας των καταστάσεων. Αν αρχίσει με τον τρόπο αυτόν η νέα δεκαετία, οι οιωνοί θα είναι καλοί.

 

Ο κ. Ευάγγελος Βενιζέλος είναι πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, πρώην υπουργός Εξωτερικών και Αμυνας, καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.