H Αριστερά και η μυθολογία του ηθικού πλεονεκτήματος

Αν πάμε αρκετά πίσω στον χρόνο, στον καιρό αμέσως μετά τη Γαλλική Επανάσταση ή στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, μπορούμε όντως να εντοπίσουμε ένα «ηθικό πλεονέκτημα».

Αν πάμε αρκετά πίσω στον χρόνο, στον καιρό αμέσως μετά τη Γαλλική Επανάσταση ή στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, μπορούμε όντως να εντοπίσουμε ένα «ηθικό πλεονέκτημα». Με την εξής έννοια: οι καινούργιες δυνάμεις, τα διανοητικά και κοινωνικά υποκείμενα που συμμερίζονταν τις βασικές αρχές και αξίες του 1789 είχαν συνείδηση της υπεροχής τους έναντι των δυνάμεων που υπερασπίζονταν το Παλαιό Καθεστώς. Τα συμφέροντα, οι αξίες και οι θεσμοί της ανερχόμενης αστικής κοινωνίας είχαν την (αυτο)πεποίθηση ότι εκπροσωπούσαν την κίνηση προς τα εμπρός έναντι της ανάσχεσης και της αδράνειας, την υλική και κοινωνική πρόοδο έναντι της αντίδρασης και της νοσταλγίας για τις παραδοσιακές τάξεις πραγμάτων.
Κάπως έτσι μια αναδυόμενη «αριστερά» συνδέθηκε με τη βασική αίσθηση της αστικής εποχής ότι αποτελεί πρόοδο έναντι όλων των μορφών της παραδοσιακής κοινωνίας. Το πρώτο χνάρι της ηθικής υπεροχής μπορεί έτσι να εντοπιστεί στην ίδια την αρχή κίνησης της νεωτερικότητας. Τόσο στην αξονική της ιδέα όσο και στις μεγάλες επιφάνειες του αστικού πολιτισμού, στις συνταγματικές θεσμίσεις, στην κεφαλαιοκρατική οικονομία της αγοράς και στο ίδιο το μοντέρνο ορθολογικό κράτος.
Οταν όμως η Αριστερά θα αποσχιστεί από την αστική έννοια της προόδου για να προσκολληθεί στα διάφορα σοσιαλιστικά/κομμουνιστικά σχέδια, θα αλλάξει και η ιδέα της ηθικής υπεροχής. Δεν συνδέεται πια με την αυτοσυνείδηση της αστικής νεωτερικότητας αλλά με μια πολύ ιδιαίτερη ιδεολογική ερμηνεία και μια συγκεκριμένη φιλοσοφία της Ιστορίας. Κόμματα, διανοούμενοι και κινήματα αρχίζουν και διεκδικούν ένα μονοπώλιο σε μια αφηρημένη «ηθική υπεροχή», απλώς επειδή εναντιώνονται σε διάφορα δεινά της αστικής κοινωνίας. Ηθικό θεωρείται πλέον καθετί που καταλύει, καταργεί ή αρνείται τον καπιταλισμό, την αστική συνθήκη και αυτό που ο Μαρξ ονόμαζε κοινωνία των εγωιστών. Η ηθική υπεροχή προσδένεται κατόπιν στις εμπειρίες των εχθρών της νέας αστικής κοινωνίας, στα τραύματα, στη δυσφορία ή στις φαντασιώσεις τους για τη δική τους προμηθεϊκή αρετή.
Από αυτή τη θρησκευτική παρέκκλιση μιας αρχικής έγκυρης ιδέας τρέφεται και αναπαράγεται η αληθινή Αριστερά, όλες δηλαδή οι εκδοχές ριζοσπαστικής πολιτικής και κοινωνικής σκέψης που θεωρούν πως οι αστικές κοινωνίες είναι το «παλαιό καθεστώς» της εποχής μας και η Αριστερά, δηλαδή ο σοσιαλισμός, το αληθινά νέο.
Οταν όμως μια πολιτική δύναμη αναλαμβάνει να κυβερνήσει μια συγκεκριμένη χώρα, δεν μπορεί να επικαλείται κάποιο ηθικό πλεονέκτημα. Πολιτικά, αυτός ο όρος δεν έχει κανένα νόημα, είναι κυριολεκτικά ανόητος. Μπορεί φυσικά να τον διεκδικεί κάποιος που πιστεύει ότι η διακυβέρνηση κρατών και κοινωνιών σαν τις δικές μας έχει φάει τα ψωμιά της. Ή ότι μόνο ένα τελείως άλλο καθεστώς πολιτικής, οικονομίας και πολιτισμού μπορεί να εκπροσωπεί το νέο, και μάλιστα το αγαθό.
Οποιοσδήποτε άλλος κάνει πολιτική στο παρόν, στον δικό μας ιστορικό χρόνο, με τα εργαλεία της διαθέσιμης πολιτικής, δεν έχει κανένα δικαίωμα στην επίκληση «ηθικού πλεονεκτήματος». Πρώτον, διότι εδώ και πολύ καιρό όλες οι πολιτικές οικογένειες του σύγχρονου κόσμου, πλην της ριζοσπαστικής και νεοφασιστικής Ακροδεξιάς, έχουν αποδεχθεί τον ορίζοντα της προόδου, της ισότητας και της ελευθερίας. Διαφέρουν ως προς τους ορισμούς και την ιδιαίτερη πολιτική μετάφραση των εννοιών αυτών, αλλά είναι όλες τους, υπό μία έννοια, «στην αριστερά».
Κανένας δεν θέλει την παλινόρθωση μιας απόλυτης μοναρχίας, ούτε μια θεοκρατική και δεσποτική διακυβέρνηση, ούτε, βεβαίως, μια αγροτική, προαστική κοινωνία. Και οι κεντροδεξιοί και οι νεοφιλελεύθεροι και οι μετριοπαθείς συντηρητικοί αποτελούν, με αυτή την έννοια, «αριστερά». Αν μάλιστα θεωρήσουμε πως το αρχικό νόημα της αριστερής στάσης ήταν η επιθυμία για επιτάχυνση της υλικής και κοινωνικής προόδου και η υπέρβαση των παλαιών τρόπων, τότε μπορούμε να ισχυριστούμε πως η πρωτοπορία του προοδευτισμού και του ριζοσπαστισμού στις μέρες μας είναι η Σίλικον Βάλεϊ, είναι οι τεχνο-καπιταλιστές και ο τρόπος με τον οποίο επείγονται να κατασκευάσουν μια νέα ανθρωπότητα, μια καινούργια πλανητική νοημοσύνη.
Για να επανέλθω όμως στα ελληνικά, τα πιο γήινα και φυσικά λιγότερο φουτουριστικά. Οταν κάποιος αναλαμβάνει να κάνει πολιτική και να ασκήσει διοίκηση (αχ, τι πεζό πράγμα είναι τούτο!), απεκδύεται αυτόματα κάθε ηθικού ή ιστορικού πλεονεκτήματος έναντι των αντιπάλων του. Αυτό σημαίνει κάνω πολιτική επί του συγκεκριμένου: γίνομαι όπως οι άλλοι στο μέτρο που εκπίπτω από το βάθρο μου, από τον ναρκισσισμό της διαφοράς, και ειδικά της «Μεγάλης Διαφοράς» μου. Αν καταφέρω όντως να κάνω κάτι καλύτερο από τους άλλους, αυτό θα οφείλεται στις πράξεις μου, όχι στην προέλευση και στο προνόμιο μιας ειδικής καταγωγής. Αν, για παράδειγμα, κάποιος θέλει να είναι αριστερός και του πέσει ο κλήρος της ευθύνης ενός ασφαλιστικού οργανισμού, μιας υπηρεσίας, μιας διεύθυνσης υπουργείου κ.λπ., δεν έχει κανένα δικαίωμα να επικαλείται τη δεκαετία του ’40, τον Γκράμσι, το ’44, τους δωσιλόγους, την ηγεμονία κ.λπ. Αν το κάνει, αυτό δεν αφορά τον κοινό μας κόσμο, δεν αφορά την οργάνωση της ελληνικής πολιτείας, παρά μόνο τον ίδιο και όσους αναγνωρίζονται σε αυτά που λέει ο συγκεκριμένος.
Ως πολιτική έννοια, λοιπόν, το ηθικό πλεονέκτημα δεν μπορεί να σταθεί για κανέναν, εκτός αν πάμε στο σύνορο μεταξύ όλων των δημοκρατών και των θιασωτών του ολοκληρωτισμού. Αυτή η τομή έχει πάντα νόημα και χρειάζεται να την επιμελούμαστε, να την ανανεώνουμε, να την προσαρμόζουμε στις προκλήσεις της εποχής. Δεν είναι όμως εύκολο, γιατί, εκτός των απροκάλυπτα φασιστών, υπάρχουν πολλά ανοιχτά ζητήματα για το τι συνιστά σήμερα αυταρχική εκτροπή, σεβασμό των νόμων ή υπονόμευση του πλουραλισμού.
Ολα όμως τα θέματα πολιτικής, αυτά δηλαδή που οι Αγγλοσάξονες αποκαλούν policy matters, δεν μπορεί να φυλακίζονται στην Ιστορία, ή μάλλον σε ιδιαίτερες φιλοσοφίες και θεολογίες της Ιστορίας. Στον βαθμό που σε αυτή τη χώρα η Αριστερά υπήρξε κατά 90% ένα σύνολο παραλλαγών της κομμουνιστικής πίστης, δεν μπορεί να εκκοσμικευθεί παρά μόνο αν πάψει να πιστεύει ότι υπερέχει εκ φύσεως και ότι οι «άλλοι» είναι τέκνα του Διαβόλου.
Από όσο όμως δείχνουν τα πράγματα, είμαστε πολύ μακριά από αυτό.
Ο κ. Νικόλας Σεβαστάκης είναι καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.