Τοξικό για τον Τραμπ το χτύπημα στη Συρία

Οι βομβαρδισμοί της Δύσης εναντίον στόχων του καθεστώτος του Μπασάρ αλ Ασαντ στη Συρία το περασμένο Σάββατο πρέπει να έχουν αφήσει μια στυφή γεύση στον Ντόναλντ Τραμπ.

Οι βομβαρδισμοί της Δύσης εναντίον στόχων του καθεστώτος του Μπασάρ αλ Ασαντ στη Συρία το περασμένο Σάββατο πρέπει να έχουν αφήσει μια στυφή γεύση στον Ντόναλντ Τραμπ. Αν και έσπευσε να τουιτάρει «αποστολή εξετελέσθη», το όλο εγχείρημα είτε δεν θα κάνει καμία διαφορά στον συριακό εμφύλιο είτε μεσοπρόθεσμα θα παρασύρει τις ΗΠΑ βαθύτερα μέσα στον πόλεμο. Ιδίως αν ο Ασαντ ξαναρίξει χημικά όπλα εναντίον της αντιπολίτευσης για να αλλάξει την έκβαση μιας μάχης, όπως εκτιμούν πολλοί αναλυτές, οι ΗΠΑ θα ρεζιλευτούν και ο Τραμπ θα αναγκαστεί είτε να «καταπιεί» τις «κόκκινες» γραμμές του είτε να αναμειχθεί εντονότερα στον εμφύλιο.
Ο αμερικανός πρόεδρος είναι πιεσμένος από πολλές πλευρές και η επίθεση στη Συρία δεν φαίνεται να λειτούργησε καθόλου καλά για τον ίδιο. Θεωρήθηκε ευρέως ότι η μεγάλη κερδισμένη από την επιχείρηση των ΗΠΑ, της Βρετανίας και της Γαλλίας είναι η Μόσχα, καθώς οι τρεις δυτικές χώρες έκαναν το παν ώστε να μην πλήξουν με κανέναν τρόπο ρωσικούς στόχους ή συμφέροντα στη Συρία. Είναι αμφίβολο αν τελικά έπληξαν και το ίδιο το συριακό καθεστώς, καθώς οι δυτικοί πύραυλοι όχι μόνο δεν προκάλεσαν κανένα ανθρώπινο θύμα στη Συρία αλλά και εκφράζονται πολλές αμφιβολίες για το αν όντως έπληξαν τα χημικά όπλα του Ασαντ.
Δεν υπήρξαν αναφορές για τοξικούς καπνούς από χημικά που καίγονταν μετά την αμερικανο-βρετανο-γαλλική επίθεση ενώ αντίθετα είχαν προηγηθεί πάμπολλες αναφορές ότι ο Ασαντ, τις ημέρες που μεσολάβησαν από την απειλή μέσω Τwitter του Τραμπ ότι «οι πύραυλοι έρχονται και θα είναι ωραίοι, νέοι και έξυπνοι» μέχρι την ώρα που οι δυτικοί πύραυλοι όντως ήρθαν, είχε προλάβει να μεταφέρει στρατιωτικό και άλλο υλικό μέσα στις ρωσικές βάσεις στη Συρία. Εκεί προστατεύονταν από την «ομπρέλα» των ρωσικών αντιαεροπορικών συστημάτων αλλά και τη μεταφορική ομπρέλα της αποφυγής μιας ευθείας σύγκρουσης ανάμεσα στις ΗΠΑ και τη Ρωσία.

Θα απολύσει τον Μιούλερ;

Τα δεινά του Τραμπ στην Ουάσιγκτον όμως είναι πολύ σοβαρότερα από την οργή της εκλογικής του βάσης. Εδώ και εβδομάδες σφίγγει ο κλοιός γύρω από τον πρόεδρο λόγω του ειδικού ανακριτή Ρόμπερτ Μιούλερ που ερευνά τις πιθανές προεκλογικές διασυνδέσεις ανάμεσα στο επιτελείο του Τραμπ και τη Ρωσία με στόχο να επηρεαστεί η έκβαση των προεδρικών εκλογών στις ΗΠΑ, τις αποκαλύψεις για τη σχέση του με την πορνοστάρ Στόρμι Ντάνιελς λίγο μετά τη γέννηση του γιου του με τη Μελάνια Τραμπ και την απαγγελία κατηγοριών εναντίον του προσωπικού του δικηγόρου Μάικλ Κόεν για παρανομίες από τις οποίες μερικές σχετίζονται με τη δωροδοκία της Ντάνιελς προκειμένου να κρατήσει το στόμα της κλειστό.
Παράλληλα εντάθηκαν οι φήμες για το αν η Μόσχα «κρατάει όμηρο» τον Τραμπ με ενδεχόμενα ενοχοποιητικά στοιχεία. Αφορμή ήταν η ανακοίνωση το περασμένο Σαββατοκύριακο ότι ως τη Δευτέρα η Ουάσιγκτον θα επέβαλλε νέες κυρώσεις στη Ρωσία. Η Δευτέρα παρήλθε και ο Λευκός Οίκος όχι μόνο δεν επέβαλε κυρώσεις αλλά προσπάθησε να βγάλει και τρελή την πρέσβη των ΗΠΑ στον ΟΗΕ, Νίκι Χέιλι, βάζοντας το επιτελείο του να διαδώσει ότι η Χέιλι βρισκόταν σε σύγχυση όταν πραγματοποίησε την επίμαχη ανακοίνωση. «Με όλον τον σεβασμό, δεν παθαίνω σύγχυση» ανέφερε η Χέιλι σε δήλωσή της –κατηγορώντας εμμέσως τον Τραμπ ότι άλλαξε γνώμη. Με αυτόν τον τρόπο αναζωπυρώθηκαν οι φήμες για το ποια στοιχεία μπορεί να έχει ο Βλαντίμιρ Πούτιν για τον Τραμπ. Και ξεκίνησαν νέες φήμες για την επιδείνωση της σχέσης της Χέιλι με τον πρόεδρο, με τον οποίο κάποτε τα πήγαινε περίφημα.
Σοβαρότερο από όλα τα εσωτερικά προβλήματα του Τραμπ είναι η έρευνα του Μιούλερ, η οποία σαφώς προκαλεί νευρικότητα και ανησυχία στον πρόεδρο. Τελευταίως ο Τραμπ όλο αφήνει να εννοηθεί ότι θα απολύσει τον Μιούλερ, προκαλώντας με τη σειρά του ανησυχία σε πολλούς κύκλους της Ουάσιγκτον, ακόμη και ρεπουμπλικανικούς, για ένα νέο Γουότεργκεϊτ.

Ενα νέο Γουότεργκεϊτ

Ενδεικτικό της έκρυθμης κατάστασης στις ΗΠΑ είναι ότι η αστυνομία του Πίτσμπουργκ ανακοίνωσε προχθές ότι προετοιμάζεται για «αναταραχές μεγάλης κλίμακας» σε περίπτωση που ο Τραμπ απολύσει τον Μιούλερ. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν «πάρει φωτιά» από ψηφίσματα και καλέσματα για μεγάλες διαδηλώσεις διαμαρτυρίας αν ο Τραμπ απολύσει τον ειδικό ανακριτή. Η πιθανότητα να αποπεμφθεί ο Μιούλερ μεγαλώνει όσο σφίγγει τον κλοιό γύρω από τον πρόεδρο ο οποίος δεν κάνει τίποτε για να ηρεμήσει την κατάσταση: συνεχίζει τα tweets για «κυνήγι μαγισσών» και αναφέρεται ανοιχτά στο ενδεχόμενο απόλυσης του ειδικού ανακριτή.

«Βρίσκονται οι ΗΠΑ στα πρόθυρα του επόμενου Γουότεργκεϊτ;»
αναρωτήθηκε σε άρθρο του στον «Guardian» ο Στάνλεϊ Κλάουντ, δημοσιογράφος που είχε καλύψει για λογαριασμό του περιοδικού «Time» το σκάνδαλο που οδήγησε στην καθαίρεση του προέδρου Ρίτσαρντ Νίξον. «Μετά το Γουότεργκεϊτ στη δεκαετία του ’70, ο χρυσός κανόνας για τους προέδρους που βρίσκονται υπό έρευνα είναι να μην απολύουν το πρόσωπο που πραγματοποιεί την έρευνα».
Τον Τραμπ τον συμβουλεύουν συνεχώς να μην το κάνει, «όμως διαρροές βγαίνουν συνεχώς από τον Λευκό Οίκο ότι δεν θα επιθυμούσε τίποτε περισσότερο από το να απολύσει τον Μιούλερ. Μέχρι στιγμής έχει συμμορφωθεί με τις προειδοποιήσεις. Αλλά για πόσο ακόμη ο άνδρας που κάποτε κόμπασε ότι θα μπορούσε να πυροβολήσει κάποιον στην Πέμπτη Λεωφόρο και να τη γλιτώσει θα αντιστέκεται στον πειρασμό να απολύσει τον ειδικό ανακριτή;» αναρωτήθηκε ο Κλάουντ. Θύμισε ότι στις 20 Οκτωβρίου 1973 ο Νίξον απέλυσε τον ειδικό ανακριτή του Γουότεργκεϊτ, Αρτσιμπαλντ Κοξ. Η συνέχεια είναι γνωστή.

Ενας νέος πόλεμος μέσα στον συριακό εμφύλιο

Στο Ισραήλ, πολλοί περίμεναν ένα χτύπημα από το Ιράν την Πέμπτη, στους εορτασμούς για την 70ή επέτειο από την ίδρυση του κράτους, ως αντίποινα για την ισραηλινή αεροπορική επιδρομή εναντίον της βάσης Τ4 κοντά στη Χομς της Συρίας στις 9 Απριλίου, κατά την οποία σκοτώθηκαν τουλάχιστον επτά ιρανοί στρατιωτικοί. Το ιρανικό πλήγμα δεν ήρθε – τουλάχιστον μέχρι στιγμής. Η κλιμάκωση της έντασης ανάμεσα στο Ισραήλ και στο Ιράν αποτελεί μια νέα επικίνδυνη πτυχή του πολέμου στη Συρία.

Η ισραηλινή αυτή επίθεση εναντίον ιρανικών στόχων στη Συρία δεν ήταν η πρώτη. Είχε προηγηθεί, στις 10 Φεβρουαρίου, άλλη ισραηλινή αεροπορική επίθεση εναντίον της ίδιας βάσης, από την οποία είχε απογειωθεί drone με εκρηκτικά που καταρρίφθηκε εντός του Ισραήλ, καθώς και επιθέσεις εναντίον τριών ακόμα ιρανικών στόχων στη Συρία.

Εκτοτε όλο ανεβαίνουν οι τόνοι. Ο ισραηλινός στρατός έδωσε στη δημοσιότητα την Τρίτη εικόνες από δορυφόρο για τις ιρανικές στρατιωτικές δραστηριότητες εντός της Συρίας: πέντε βάσεις όπου δρουν άνδρες του σώματος των Φρουρών της Επανάστασης του ιρανικού στρατού, κυρίως λειτουργώντας επιθετικά και κατασκοπευτικά drones. Στόχος του Ισραήλ ήταν να στείλει το μήνυμα στην Τεχεράνη ότι οι δραστηριότητές της στη Συρία παρακολουθούνται στενά και να την προειδοποιήσει πως οι επόμενοι στόχοι ήδη βρίσκονται στο στόχαστρο.

«Τα πρόσφατα γεγονότα στη Συρία ενισχύουν το σενάριο για μια στρατιωτική σύγκρουση ανάμεσα στο Ισραήλ και στο Ιράν» λέει στο «Βήμα» ο Αβι Μέλαμεντ, πρώην αξιωματούχος των ισραηλινών μυστικών υπηρεσιών και νυν αναλυτής για τη Μέση Ανατολή. «Η Τεχεράνη βρίσκεται μπροστά από το εξής δίλημμα: να απαντήσει στρατιωτικά δείχνοντας ότι δεν αφήνει να καταπατηθούν οι κόκκινες γραμμές της, καθώς μετά την επίθεση της 10ης Φεβρουαρίου είχε δηλώσει ότι νέα ισραηλινή επίθεση θα προκαλούσε αντίποινα, ή να δείξει αυτοσυγκράτηση κινδυνεύοντας να φανεί αδύναμη;».
Το Ιράν θα μπορούσε να πλήξει το Ισραήλ στέλνοντας πυραύλους ή drones από τη Συρία ή να στραφεί εναντίον πιο «μαλακών» εβραϊκών στόχων στο εξωτερικό. Σύμφωνα με τον κ. Μέλαμεντ, η Τεχεράνη δεν θα επιλέξει αυτή τη στρατηγική γιατί, αν το Ισραήλ αποκρούσει τους πυραύλους και τα drones με το αντιπυραυλικό του σύστημα, οι Ιρανοί θα βρεθούν σε δύσκολη θέση και ενδεχομένως θα ακολουθήσει νέα,ευρύτερη ισραηλινή επίθεση εναντίον βάσεων και συμφερόντων τους στη Συρία.

Ενας δεύτερος, ισχυρότερος λόγος για τον οποίο η Τεχεράνη θα δείξει αυτοσυγκράτηση είναι ότι πλησιάζει η προθεσμία της 12ης Μαΐου που έχει θέσει ο Τραμπ για να αναθεωρηθεί η συμφωνία για τα πυρηνικά του Ιράν, διαφορετικά ο αμερικανός πρόεδρος δεν θα υπογράψει νέα ανανέωση της άρσης των κυρώσεων στο Ιράν. «Ο Λευκός Οίκος θα εκμεταλλευθεί τυχόν ιρανική επίθεση για να παρουσιάσει το Ιράν ως πηγή επικινδυνότητας και αστάθειας. Αν εξαπολύσει επίθεση η Τεχεράνη ως εκείνη την ημερομηνία, θα δυσκολέψει τη θέση ευρωπαϊκών κρατών όπως η Γερμανία και η Γαλλία που αντιδρούν στην αμερικανική απαίτηση να αναθεωρηθεί η συμφωνία για τα πυρηνικά και να επιβληθούν νέες αυστηρές κυρώσεις στο Ιράν» λέει ο κ. Μέλαμεντ. Εκτιμά επίσης ότι «η Μόσχα έχει πιθανότατα ζητήσει από την Τεχεράνη να επιδείξει αυτοσυγκράτηση».

Σε κάθε περίπτωση, «η Συρία έχει γίνει πεδίο ανταγωνισμού ανάμεσα στο Ισραήλ και στο Ιράν, και όλο αυξάνονται οι πιθανότητες για μια σοβαρή στρατιωτική σύγκρουση ανάμεσα στις δύο χώρες». Παρομοιάζει το Ιράν με μαραθωνοδρόμο – «προτιμά να δρα όταν οι περιστάσεις είναι ευνοϊκές και σήμερα δεν είναι» – και εκτιμά ότι η Τεχεράνη «θα περιμένει έως ότου οι περιστάσεις να είναι τέτοιες που θα πληρώσει το ελάχιστο δυνατό τίμημα για την επίθεση που θα εξαπολύσει».

Στο παιχνίδι αυτό μπήκε και η Ρωσία, η οποία εξέφρασε έντονη δυσαρέσκεια για τον ισραηλοϊρανικό ανταγωνισμό στη Συρία, θεωρώντας ότι τελικά θα πλήξει το καθεστώς Ασαντ. Σύμφωνα με τον «Monde», η Μόσχα διεμήνυσε προς την Τεχεράνη ότι αν επιθυμεί να κινηθεί εναντίον του Ισραήλ να το πράξει αλλού, όπως στον Λίβανο μέσω της Χεζμπολάχ ή στη Γάζα μέσω της Χαμάς. Προς το Ισραήλ διεμήνυσε να μην υπερβάλλει την ιρανική παρουσία στη Συρία.
Η ισραηλινή κυβέρνηση επιθυμεί να διατηρήσει ελευθερία κινήσεων στη Συρία, στην οποία εισβάλει τα τελευταία έξι χρόνια όποτε αυτή κρίνει αναγκαίο και βομβαρδίζει όποιους στόχους την ενοχλούν. Προσπαθεί να πείσει τη Μόσχα να «μαζέψει» τους ιρανούς συμμάχους της αλλά κυρίως την Ουάσιγκτον, προκειμένου να τρίξει τα δόντια στην Τεχεράνη, ώστε να περιορίσει την περιφερειακή της παρουσία και να μην ξαναρχίσει να εμπλουτίζει ουράνιο σε περίπτωση που ο Τραμπ αποσυρθεί από τη συμφωνία για πυρηνικά του Ιράν.

Ο αμερικανός πρόεδρος περιστοιχίζεται σήμερα από μερικούς από τους πιο αντι-ιρανούς συμβούλους που κυκλοφορούν στην Ουάσιγκτον: τον υπουργό Εξωτερικών Μάικλ Πομπέο και τον σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας Τζον Μπόλτον, οι οποίοι επικρίνουν σφοδρά τη συμφωνία για τα πυρηνικά του Ιράν.

«Η μεγαλύτερη απειλή, ύστερα από επτά χρόνια εμφυλίου στη Συρία, δεν προέρχεται από μια ενδεχόμενη σύγκρουση ανάμεσα στις ΗΠΑ και στη Ρωσία. Στο άμεσο μέλλον, προβάλλει όλο και πιο απειλητικά μια σύγκρουση ανάμεσα στο Ισραήλ και στο Ιράν. Εγκαθιδρύεται ένα στρατηγικό σχήμα ανάμεσα σε Αμερικανούς, Ρώσους, Ιρανούς και Ισραηλινούς που μπορεί να καθοδηγήσει τον πόλεμο – ή να προσθέσει έναν νέο πόλεμο στον πόλεμο» έγραψε ο «Monde».

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.