• Αναζήτηση
  • Μανώλης Μητσιάς – Δημήτρης Λινός

    Η επικοινωνία της τέχνης με την επιστήμη έχει πάρει μέσα στην Ιστορία πολλές μορφές, οι οποίες κλιμακώνονται από την αγαθή προαίρεση ως την εκρηκτική επιθετικότητα.

    Φωτογραφίες: Ανδρέας Σιμόπουλος

    Η επικοινωνία της τέχνης με την επιστήμη έχει πάρει μέσα στην Ιστορία πολλές μορφές, οι οποίες κλιμακώνονται από την αγαθή προαίρεση ως την εκρηκτική επιθετικότητα. Οι σχέσεις, όμως, των επιστημόνων με τους καλλιτέχνες μόνο άριστες θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν από πάντα, τόσο περισσότερο που λαμπροί επιστήμονες – γιατροί ιδιαίτερα – υπήρξαν πολύ καλοί ποιητές, πεζογράφοι και ζωγράφοι. Μπορεί να είναι η τέχνη που έκανε φίλους τον χειρουργό Δημήτρη Λινό και τον τραγουδιστή Μανώλη Μητσιά και η σχέση τους να βάθυνε ακόμη περισσότερο, με τον πρώτο να συμπαρίσταται στον δεύτερο στην περιστασιακή περιπέτεια που είχε με την υγεία του, υπάρχει όμως ένας ακόμη λόγος που αισθανόμαστε να τους έχει ενώσει βαθιά. Μεγάλης ευγένειας άτομα και τα δυο τους, όσον αφορά τον Μανώλη Μητσιά το πιστοποιεί η σχεδόν 50χρονη δημόσια παρουσία του στον χώρο του τραγουδιού, ενώ για τον Δημήτρη Λινό το επιβεβαιώνει, για όσους συμβαίνει να μην το γνωρίζουν, η σημερινή συνέντευξη. Οταν εμμέσως πλην σαφώς εννοεί πως όσο χρεωμένος είναι ένας ασθενής στον γιατρό του, άλλο τόσο είναι ένας γιατρός στον ασθενή του.


    Κύριε Λινέ, ποια είναι τα αισθήματα ενός χειρουργού όταν πρόκειται να χειρουργήσει έναν φίλο; Εχουμε ακούσει στο παρελθόν για συναδέλφους σας που έχουν αρνηθεί να χειρουργήσουν συγγενικά ή φιλικά τους πρόσωπα.
    Δηµήτρης Λινός: «Για τον χειρουργό, ο κάθε ασθενής είναι μοναδικός και η κάθε επέμβαση, από τη θεωρητικά πιο απλή έως την πιο δύσκολη, είναι μοναδική. Προσωπικά, από τότε που τελείωσα στην Κλινική Mayo, αισθάνομαι το κάθε χειρουργείο, καθημερινά, ως κάτι το μοναδικό. Τρέμω και κάνω εσωτερικά την προσευχή μου να πάνε όλα καλά, γιατί όχι μόνο η πιο σύνθετη, αλλά και η πιο απλή επέμβαση μπορεί να έχει τις επιπλοκές της. Ακόμη και στον καλύτερο χειρουργό στον κόσμο θα παρουσιαστούν επιπλοκές που προφανώς τις απεύχεται για κάθε ασθενή και τις φοβάται το ίδιο. Ομως, όπως και να το κάνουμε – είναι ανθρώπινο -, τις φοβάται λίγο περισσότερο όταν ο ασθενής είναι μέλος της οικογένειάς του, ή φίλος του, ή κάποιο σημαντικό δημόσιο πρόσωπο. Βέβαια, με την πάροδο των χρόνων και την εμπειρία, ο καλός χειρουργός μοιάζει να μην επηρεάζεται, και όταν, για παράδειγμα, συμβεί στο χειρουργείο μια αιμορραγία, θα παραμείνει ψύχραιμος και αποφασιστικός. Συνηθίζω, όμως, να λέω στους συνεργάτες μου ότι τα λάθη γίνονται όταν ξεκινάει κανείς την καριέρα του, έχοντας τη σχετική απειρία και, αργότερα, όταν στην καριέρα του πιστέψει ότι είναι καλός. Ο χειρουργός πρέπει να είναι πολύ ταπεινός και προσεκτικός πριν, κατά τη διάρκεια και μετά το χειρουργείο».
    Mανώλης Mητσιάς: «Με τον Δημήτρη Λινό είμαστε φίλοι πολλά χρόνια και είχα προσωπική πείρα της επιστημονικής του επάρκειας γιατί είχε υπάρξει φίλος και χειρουργός του φίλου μου Νίκου Γκάτσου. Καταλάβαινα πως πέρα από το νυστέρι έχει και πνευματικά ενδιαφέροντα – μάθαινα στο μεταξύ για τις σχέσεις του με τους άλλους πνευματικούς δημιουργούς και καλλιτέχνες – και αυτό μου ενέπνεε εμπιστοσύνη. Να μην έχω, δηλαδή, να κάνω με έναν γιατρό που – πώς να το πω; – αισθάνεται ότι επεμβαίνει σε ένα κομμάτι κρέας, αλλά ότι διατηρεί μια σχέση με το Σύμπαν. Οταν χρειάστηκε να χειρουργηθώ και άκουγα διάφορους φίλους γιατρούς να μου λένε – επρόκειτο για επέμβαση στον θυρεοειδή – ότι «είναι λίγο επικίνδυνο γιατί ενδέχεται να θιγούν οι φωνητικές χορδές», μου έκανε εντύπωση ο τρόπος με τον οποίο μου μίλησε ώστε να με απελευθερώσει από κάθε φόβο».
    Δ.Λ.: «Νομίζω ότι ο Μανώλης Μητσιάς είναι το παράδειγμα ασθενούς που εύχεται να έχει ο κάθε χειρουργός. Ο ασθενής που δίνει την πραγματική του εμπιστοσύνη στον χειρουργό. H εμπιστοσύνη του ασθενούς προς τον χειρουργό του είναι από τους πιο αποφασιστικούς παράγοντες προκειμένου τα πράγματα να πάνε καλά. Το έχω δει να συμβαίνει στη ζωή μου. Τα πιο σοβαρά περιστατικά που ενδέχεται να έχουν διώξει άλλοι χειρουργοί, όταν ο ασθενής ήρθε με εμπιστοσύνη και αγάπη, πήγαν πολύ καλά. Αντίθετα, όταν ο ασθενής είναι – πώς να το πω; – γρουσούζης, όταν δεν έχει εμπιστοσύνη (και αυτό είναι κάτι που το διαισθάνεται ο γιατρός), τότε τα πράγματα δεν πάνε καλά. Βέβαια, δεν πρέπει ποτέ να ωραιοποιούμε ένα πράγμα που είναι αφύσικο, όπως το να μπεις κάτω από το μαχαίρι, ενώ σε έχουν κοιμίσει. Πώς να το κάνουμε, είναι κάτι εξαρχής επικίνδυνο. Επικίνδυνο είναι ακόμη κι όταν σου βάζουν έναν ορό, φτάνει να σκεφτούμε πόσοι και πόσοι πέθαναν από αναφυλακτικό σοκ ενώ γινόταν η ένεση του αντιβιοτικού. Πόσοι και πόσοι δεν πέθαναν λόγω της αναισθησίας, πριν ή μετά. Με κάθε επέμβαση σημαίνει ότι αποδέχεσαι εξ αρχής έναν κίνδυνο. Επομένως, η σχέση του ασθενούς με τον γιατρό είναι πολύ σημαντική προκειμένου να πετύχει η επέμβαση. Είναι ενδιαφέρον ότι η σχέση εμπιστοσύνης «επισημοποιείται» όταν πρόκειται για τον πρόεδρο των ΗΠΑ, όταν ταξιδεύει σε ξένες χώρες. Είχα την επίσημη διαβεβαίωση από τους γιατρούς του Λευκού Οίκου, τόσο για τον πατέρα Μπους όσο και για τον Μπιλ Κλίντον, όταν επισκέφθηκαν επίσημα την Ελλάδα, ότι η εμπιστοσύνη τους στο πρόσωπό μου είναι ξεκάθαρη και κανείς (ούτε καν η σύζυγος) δεν θα αντιτίθετο στην οποιαδήποτε ιατρική μου απόφαση, περιλαμβανομένου του χειρουργείου. Με την καθιερωμένη αυτή τακτική της απόλυτης εμπιστοσύνης στον χειρουργό που επιλέγουν σε κάθε χώρα, η αμερικανική κυβέρνηση αποφεύγει το «σύνδρομο VIP» από το οποίο κινδυνεύουν όλοι οι «επώνυμοι»».  
    Σκεφτήκατε ποτέ, κύριε Μητσιά, όταν πληροφορηθήκατε το είδος της ασθένειάς σας, το πολύ ανθρώπινο «Γιατί άραγε σε μένα;».
    Μ.Μ.: «Θα ήταν ψέματα να πω ότι δεν το σκέφτηκα, αν και είχα μια περίεργη σιγουριά ότι δεν συμβαίνει τίποτε σοβαρό. Από την άλλη, όμως, το φιλοσόφησα κιόλας λέγοντας: «Και τι έγινε; Τη ζωή μου, την καλλιτεχνική, την έχω ζήσει, τραγουδάω σχεδόν πενήντα χρόνια τώρα, σε σχέση με τη γενιά μου έχω τραγουδήσει τους σημαντικότερους δημιουργούς, τι άλλο;». Ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου έλεγε «99 και ένα εκατό» και εκεί τέλειωνε η ιστορία. Βεβαίως, θα πρέπει να είναι αφελής κανείς για να πιστεύει ότι μια πλούσια καλλιτεχνική ζωή μπορεί να σε παρηγορήσει σε μια σοβαρή περιπέτεια υγείας. Νιώθει κανείς το ίδιο ανυπεράσπιστος όπως οποιοσδήποτε άλλος άνθρωπος. Το πρόβλημα θα πρέπει μάλλον να υπάρχει για τον γιατρό, να μην του πεθάνει δηλαδή στα χέρια του ένας άνθρωπος που λογαριάζεται επώνυμος. Ο ασθενής, όποιος κι αν είναι, μπροστά στην αρρώστια αισθάνεται ένα τίποτε. Μπροστά στην αρρώστια η δόξα είναι ένα τίποτε».
    Δ.Λ.: «Θεωρώ πως όταν βλέπει κανείς τα πράγματα όπως τα βλέπει ο Μανώλης Μητσιάς, λόγω της θητείας του κοντά στον Νίκο Γκάτσο, ή όπως τα έμαθα εγώ χάρη σε δύο μοναχούς Αγιορείτες, το αποτέλεσμα είναι να συνειδητοποιείς εντονότερα σε σχέση με άλλους τι είναι το περιττό και το επιβαρυντικό και τι είναι το σημαντικό και ουσιαστικό προκειμένου να χαρείς πραγματικά τη ζωή. Και που δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια απλότητα και μια ταπεινότητα, κυρίως ο σεβασμός της αξιοπρέπειας του άλλου, με το να αισθάνεσαι εσύ ο ίδιος πάντοτε μικρότερος ή και ατελέστερος σε σχέση με τον καθένα. Μιλάμε, βέβαια, για μια αρετή που απαιτεί πολύ κόπο για να κατακτηθεί, αν και συνήθως είναι κάτι που σου αποκαλύπτεται, που σου δίνεται ως ένα δώρο, όπως ακριβώς συμβαίνει με τον έρωτα, αφού μόνος του δεν μπορεί να ερωτευτεί κανείς. Το ακόμη σημαντικότερο είναι πως αν ο Μανώλης Μητσιάς σκέφτεται σε καθετί που κάνει τι θα του έλεγε ο Νίκος Γκάτσος – γεγονός που ισχύει και για μένα σε σχέση με τους δύο Αγιορείτες που ανέφερα -, αυτό οφείλεται κυρίως σε μια αδιόρατη καθοδήγηση των ανθρώπων αυτών, οι οποίοι δεν θα σου υποδείκνυαν ποτέ τι θα έπρεπε να κάνεις. Χρειάζεται να έχουμε τα μάτια μας και, κυρίως, την καρδιά μας ανοιχτά, ώστε να επιλέγουμε τους ανθρώπους που, είτε τους ξέρουμε είτε δεν τους ξέρουμε, μπορούν να μας κατευθύνουν στην πορεία μας για να μην πηγαίνει στράφι η ζωή μας. Καλή και η δημοσιότητα, καλές και οι επιτυχίες, καλά και τα μπράβο, καλή και η οικογένεια, καλά και τα παιδιά, αλλά αν δεν είμαστε βαθιά μέσα μας ήρεμοι, χαρούμενοι, ευχαριστημένοι, δεν έχουμε καταφέρει τίποτε. Αυτό το «εντάξει», βρε παιδάκι μου, που δεν το κερδίζεις κάνοντας μόνο ένα πράγμα, αλλά είναι κι ένα θείο δώρο που, όταν έρθει, χρειάζεται να είναι η καρδιά σου ανοιχτή».
    Μ.Μ.: «Ολα αυτά αποκτούν μια ξεχωριστή βαρύτητα όταν πρόκειται να κάνεις μια σοβαρή επέμβαση και με τη νάρκωση, ή με τις επιπλοκές που ενδέχεται να υπάρξουν, είναι σαν να πηγαίνεις ξυπόλυτος ή, μάλλον, γυμνός μπροστά στον Θεό. Αν δεν έχεις αποβάλει όλα τα κακά που είχες μέσα σου, αν δεν έχεις παραδεχθεί ότι είσαι ένα τίποτε, αφού μπορεί και να μην ξυπνήσεις, τότε η ζωή σου σού φαίνεται κάτι τελείως ακατανόητο και παράλογο. Ετσι, δεν μπορώ να μην υποκλιθώ για μία ακόμη φορά στον τρόπο που επέλεξε για να φύγει ο Μάνος Χατζιδάκις. Το τελευταίο διάστημα της αρρώστιας του είχε τελείως απομονωθεί. Ημουν πολύ κοντά του εκείνη την περίοδο, είχα πάει μαζί του στο Λονδίνο όταν επρόκειτο να χειρουργηθεί. Εδειχνε να τα έχει τακτοποιήσει όλα – μέσα του εννοώ – κι έτσι έφευγε ήρεμος. Είχε καταλάβει γενικότερα τι συμβαίνει, τον ενοχλούσαν ήδη πάρα πολλά πράγματα στην κοινωνία μας, ίσως γι’ αυτό και να επέλεξε μια στάση που θα τον βοηθούσε να πεθάνει, δεν θα άντεχε να ζει – να δει τις πολύ άσχημες μέρες που θα έρχονταν. Φρόντισε, λοιπόν, να «φύγει», αφού αν έκανε κανονικά τη θεραπεία θα μπορούσε να ζήσει, αλλά έκανε ακριβώς το αντίθετο».
    Δ.Λ.: «Είναι αλήθεια ότι τον θάνατο αλλά και την προετοιμασία για το μόνο σίγουρο στη ζωή μας, όλοι μας, περιλαμβανομένων των γιατρών, τα αποφεύγουμε επιμελώς. Στη χώρα μας δεν υπάρχει οργανωμένη δομή hospice για εκείνους τους συνανθρώπους μας που δεν πρέπει να βρίσκονται στα νοσοκομεία και δεν μπορούν να φιλοξενούνται σε οικογενειακό περιβάλλον τούς τελευταίους μήνες της ζωής τους. Οταν η μητέρα μου διαγνώστηκε με καρκίνο του ήπατος και συνεστήθη βιοψία και χημειοθεραπεία, η ίδια αποφάσισε να μην ακολουθήσει τη συνήθη αυτή πορεία, αλλά να ζήσει ειρηνικά το υπόλοιπο διάστημα της ζωής της στο σπίτι της, ανάμεσα στα παιδιά και στα εγγόνια της. Τα χειρουργεία, οι χημειοθεραπείες και οι ακτινοθεραπείες βοηθούν σε αρκετές περιπτώσεις, αλλά φοβάμαι ότι πολλές φορές είναι καλύτερα να μην «μπλέξεις» με γιατρούς και νοσοκομεία. Λέω πολλές φορές σε ασθενείς μου: «Πρέπει να έχεις έναν φίλο γιατρό, για να σε προφυλάσσει από τους γιατρούς!». Είναι ενδιαφέρον ότι και πρόσφατες επιστημονικές έρευνες, όπως π.χ. για τον καρκίνο του προστάτη, έδειξαν ότι τα αποτελέσματα τόσο της χειρουργικής αντιμετώπισης όσο και της ακτινοθεραπείας ήταν τα ίδια με εκείνα της «προσεκτικής παρακολούθησης», χωρίς άλλη θεραπευτική παρέμβαση. Την ίδια συντηρητική αγωγή πλέον ακολουθούμε και για τον καρκίνο του θυρεοειδούς, αλλά και για άλλες μορφές καρκίνου. Αυτό, όμως, που σίγουρα δεν πρέπει να ξεχνάμε είναι ότι το 90% της υγείας μας και της ζωής μας το κρατάμε στα χέρια μας. Οταν δεν καπνίζουμε, όταν γυμναζόμαστε, όταν τρεφόμαστε σωστά, όταν ο ύπνος μας είναι καλός, τότε δεν θα «μπλέξουμε» με γιατρούς και νοσοκομεία».

    Μήπως έχετε αυτή την άποψη επειδή πιστεύετε στον Θεό;
    M.M.: «Αν μου επιτρέπετε, να προηγηθώ στην απάντηση αυτή της ερώτησης. Η σχέση μας με τον Θεό επιβεβαιώνεται κάθε ημέρα στη ζωή μας. Δεν υπάρχει λόγος να επικαλείσαι συνεχώς τον Θεό, όταν στη ζωή σου είσαι αυτός που πρέπει να είσαι. Χρειάζεσαι τον Θεό όταν αισθάνεσαι εσύ ο ίδιος ότι έχεις διαπράξει κάποια ατοπήματα. Μην ξεχνάμε ότι ο φίλος μου ο Χαρίλαος Φλωράκης, προτού πεθάνει, αν και άθεος, πήγε και εξομολογήθηκε. Πήγε στο Αγιον Ορος και συνάντησε τον πατέρα Αθανάσιο, που ήταν συντοπίτης του από τα Τρίκαλα. Την ανάγκη του Θεού τη δημιουργούν τα δικά μας ατοπήματα μέσα στη ζωή. Φαίνεται ότι λόγω του Εμφυλίου θα είχε κάνει κάποιο έγκλημα, ήταν η εποχή που ο ένας σκότωνε τον άλλο. Πήγαινα κάθε Πέμπτη μεσημέρι στο σπίτι του και τρώγαμε, του έφερνε η αδελφή του μπαρμπούνια από τη Χαλκίδα. Το γεγονός ότι πήγε στο Αγιον Ορος και εξομολογήθηκε – έστω και την τελευταία στιγμή – τον ανέβασε μέσα μου πολύ ψηλά».
    Δ.Λ.: «Ο συμπατριώτης και συναγωνιστής του Φλωράκη στην Αντίσταση, Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ, λίγο καιρό πριν αρρωστήσει, μπαίνοντας στον άδειο ναό της Μονής Πεντέλης και νομίζοντας ότι είναι μόνος, φωνάζει προς την εικόνα της Παναγίας ενώ κάνει τον σταυρό του: «Σχώρα με τον μασκαρά». Ο σέρβος θεολόγος και επίσκοπος Αθανάσιος Γιέφτιτς, κατά τη διάρκεια του πρόσφατου εμφυλίου πολέμου, μεταξύ Σέρβων και Βοσνίων, έλεγε σε μικρή παρέα γνωστών μου: «Και εμείς είμαστε το ίδιο εγκληματίες και ληστές όπως και οι άλλοι. Το ερώτημα είναι αν θα είμαστε εκ δεξιών ή εξ αριστερών του Εσταυρωμένου». Αυτό που λέει ο Μητσιάς, ότι «η σχέση μας με τον Θεό επιβεβαιώνεται κάθε μέρα στη ζωή μας», είναι τόσο αληθινό, αλλά και τόσο δύσκολο να διατηρηθεί. Η ελευθερία που δίνει ο Θεός δεν έχει καμία σχέση ούτε με τους θρησκευτικούς ούτε με τους αριστερούς «ινστρούχτορες» που καταπιέζουν την ελευθερία του ανθρώπου. Είναι από τα μεγαλύτερα δώρα για τον γιατρό να συναντά τέτοιους απελευθερωμένους ανθρώπους, μορφωμένους ή αμόρφωτους, πλούσιους ή πτωχούς, γνωστούς ή συνήθως άγνωστους στους πολλούς. Αισθάνεσαι την παρουσία του Θεού σε αυτούς τους ανθρώπους, που σε ηρεμούν μέσα στην απλότητα των λόγων τους».
    Μ.Μ.: «Καθώς όλα αυτά που λέει ο Δημήτρης Λινός κατά βάθος προϋποθέτουν ένα είδος απολογισμού, οφείλω να ομολογήσω ότι δεν περίμενα να αρρωστήσω για να τον κάνω. Ισως να με βοήθησε το γεγονός ότι έχω δει σπουδαίους τραγουδιστές, όπως ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης και η Σωτηρία Μπέλλου, που αρρώστησαν, έχασαν τη φωνή τους και δεν μπορούσαν να μιλήσουν. Από τα χειρότερα πράγματα που μπορεί να συμβούν σε κάθε άνθρωπο, πόσω μάλλον σε έναν τραγουδιστή. Πήγαινα στο νοσοκομείο κι έβλεπα την Μπέλλου να ανοίγει το στόμα της και να μην μπορεί να μιλήσει, είναι αδύνατον να περιγράψω πώς αισθανόμουν. Δεν θα ήθελα να ζήσω κάτι τέτοιο. Καλύτερα να παθαίνανε τα νεφρά μου, η καρδιά μου ή και να πέθαινα ακόμη».

    Ποιο είναι το μυστικό της δικής σας επιτυχίας, κύριε Λινέ;
    Δ.Λ.: «Στην κουζίνα μας κρέμεται μια ζωγραφιστή ξύλινη κουτάλα που γράφει: «Πίσω από έναν πετυχημένο άνδρα κρύβεται μια έκπληκτη γυναίκα!». Εκπληκτη θα ήταν η μητέρα μου που είδε το πρώτο από τα επτά παιδιά της να πηγαίνει καλά στα γράμματα και να πετυχαίνει στην Ιατρική Σχολή. Εκπληκτη θα παραμένει η γυναίκα μου που παντρεύτηκε αυτόν τον φοιτητή της Ιατρικής, που τα πήγε καλά ακαδημαϊκά και επαγγελματικά, αλλά κυρίως παραμένει ερωτευμένος μαζί της πάνω από σαράντα χρόνια. Εκπληκτες είναι και οι τέσσερις κόρες μας που βλέπουν τον πατέρα τους να έρχεται για λίγες ώρες ή ημέρες στο Σαν Φρανσίσκο ή στη Νέα Υόρκη για να φιλήσει τα πέντε εγγόνια του και αυτές, αλλά και τον γιο του, και μετά να επιστρέφει στην Ελλάδα. Μήπως το μυστικό της επιτυχίας είναι η αγάπη της μητέρας μας, της γυναίκας μας, της κόρης μας;».

    Στις 19 Νοεμβρίου ο Μανώλης Μητσιάς θα εμφανιστεί στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης μαζί με τον Σταύρο Σιόλα και τη Γεωργία Νταγάκη.

    * Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2016

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    BHMAgazino