Ο πληθυσμός που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμό ανέρχεται στο 35,7%του πληθυσμού της χώρας το 2015, παρουσιάζοντας μια μικρή μείωση σε σχέση με την προηγούμενηχρονιά επισημαίνει η Ελληνική Στατιστική Αρχή.
Ο κίνδυνος φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού είναι υψηλότερος στην περίπτωση τωνατόμων ηλικίας 18-64 ετών (39,4%). Επίσης:
-Ο πληθυσμός ηλικίας 18-64 ετών που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμόεκτιμάται για τους Έλληνες σε 37,4% και για τους αλλοδαπούς που διαμένουν στην Ελλάδα σε 64,3%.
– Ο πληθυσμός ηλικίας 18-64 ετών που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμόεκτιμάται για τους αλλοδαπούς που διαμένουν στην Ελλάδα, αλλά γεννήθηκαν σε χώρα εκτόςΕλλάδος σε 63,4%.
– Το ποσοστό του πληθυσμού, που ενώ δε βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας, διαβιεί σε νοικοκυριά μευλική στέρηση αλλά χωρίς χαμηλή ένταση εργασίας ανέρχεται σε 8,4%.
– Το ποσοστό του πληθυσμού, που δε βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας, και διαβιεί σε νοικοκυριά χωρίςυλική στέρηση αλλά με χαμηλή ένταση εργασίας ανέρχεται σε 4,8%.
– Το ποσοστό του πληθυσμού που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας αλλά διαβιεί σε νοικοκυριά χωρίςυλική στέρηση και χωρίς χαμηλή ένταση εργασίας ανέρχεται σε 7,0%.
Πληθυσμός σε κίνδυνο φτώχειας και μέσο εισόδημα
Σημειώνεται ότι το κατώφλι της φτώχειας ανέρχεται στο ποσό των 4.512 ευρώ ετησίως ανά άτομο και σε 9.475 ευρώγια νοικοκυριά με δύο ενήλικες και δύο εξαρτώμενα παιδιά ηλικίας κάτω των 14 ετών.
Το έτος 2015, το 21,4% του συνολικού πληθυσμού της Χώρας ήταν σε κίνδυνο φτώχειας όταν τοόριο φτώχειας ορίζεται στο 60% του διάμεσου συνολικού ισοδύναμου εισοδήματος του νοικοκυριού.
Ο παραπάνω δείκτης που κατά το 2005 (με περίοδο αναφοράς εισοδήματος το 2004) ανερχόταν στο19,6%, σημείωσε αύξηση κατά το 2011 και το 2012 (στο 21,4% και 23,4% αντίστοιχα), ενώ άρχισενα μειώνεται από το 2013.
Επίσης, το μέσο ετήσιο ατομικό ισοδύναμο εισόδημα ανέρχεται σε 8.796 ευρώ και το μέσο ετήσιο διαθέσιμοεισόδημα των νοικοκυριών της Xώρας σε 17.182 ευρώ.
Τα νοικοκυριά που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας εκτιμώνται σε 860.117 σε σύνολο 4.195.840νοικοκυριών, και τα μέλη τους σε 2.293.172 στο σύνολο των 10.723.089 ατόμων του πληθυσμού τηςΧώρας.
Βασικές διαπιστώσεις
• Ο κίνδυνος φτώχειας για παιδιά ηλικίας 0 ─ 17 ετών (παιδική φτώχεια) ανέρχεται σε 26,6%σημειώνοντας αύξηση κατά 1,1 ποσοστιαία μονάδα σε σχέση με το 2014, ενώ είναι υψηλότερος κατά5,2 ποσοστιαίες μονάδες από το αντίστοιχο ποσοστό του συνολικού πληθυσμού.
• Ο κίνδυνος φτώχειας για άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών ανέρχεται σε 13,7% παρουσιάζονταςμείωση σε σχέση με το 2014.
• Ο πληθυσμός που διαβιεί σε νοικοκυριά που δεν εργάζεται κανένα μέλος ή εργάζεται λιγότερο από 3μήνες, συνολικά, το έτος, ανέρχεται σε 1.111.300 άτομα ή σε 18,7% του πληθυσμού ηλικίας 18 – 59ετών, ενώ το προηγούμενο έτος (2014) ανερχόταν σε 1.165.800 άτομα.
• Από τη μία πλευρά, αύξηση σημείωσε το ποσοστό του πληθυσμού που απειλείται από τη φτώχεια,ως προς το σύνολο του πληθυσμού, στη περίπτωση των:
– Εργαζομένων γυναικών κατά 0,6 ποσοστιαίες μονάδες (11,0%). Η αύξηση αφορά κυρίως στιςπεριπτώσεις αυτοαπασχολούμενων γυναικών (1,8 ποσοστιαίες μονάδες) και λιγότερο στηπερίπτωση όσων εργάζονται σε μισθωτές εργασίες (0,4 ποσοστιαίες μονάδες)
– Μονογονεϊκών νοικοκυριών κατά 4,4 ποσοστιαίες μονάδες (32,2%)
– Νοικοκυριών με έναν ενήλικα κάτω των 65 ετών κατά 4,2 ποσοστιαίες μονάδες (27,8%)
• Από την άλλη πλευρά, μειωμένο εμφανίζεται το ποσοστό του πληθυσμού που απειλείται από τηφτώχεια στην περίπτωση των:
– Μη εργαζομένων γυναικών κατά 1,9 ποσοστιαίες μονάδες (24,0%)
– Λοιπών μη οικονομικά ενεργών γυναικών (εκτός συνταξιούχων) κατά 2,7 ποσοστιαίες μονάδες(25,6%)
– Νοικοκυριών με δύο ενήλικες και ένα εξαρτώμενο παιδί κατά 3,7 ποσοστιαίες μονάδες (18,9%)
– Νοικοκυριών αποτελούμενων από τρείς ή περισσότερους ενήλικες κατά 3,1 ποσοστιαίεςμονάδες (18,6%)
• Ο πληθυσμός σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμό ανέρχεται σε 3.828.500 άτομα ή σε35,7% του συνόλου του πληθυσμού, σημειώνοντας μικρή μείωση κατά 0,3 ποσοστιαίες μονάδες(κατά το έτος 2014 ήταν 3.884.700 άτομα που αντιστοιχούσαν στο 36,0% του πληθυσμού).
• Ο κίνδυνος φτώχειας μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις, υπολογιζόμενος με κατώφλια διάφορα του60% του διάμεσου συνολικού διαθέσιμου ισοδύναμου εισοδήματος, ανέρχεται σε:
– 9,3%, αν το κατώφλι οριστεί στο 40% του διάμεσου συνολικού διαθέσιμου ισοδύναμουεισοδήματος,
– 14,1%, αν το κατώφλι οριστεί στο 50% του διάμεσου συνολικού διαθέσιμου ισοδύναμουεισοδήματος και
– 26,3%, αν το κατώφλι οριστεί στο 70% του διάμεσου συνολικού διαθέσιμου ισοδύναμουεισοδήματος, αντίστοιχα.
Ο δείκτης οικονομικής ανισότητας
Ο δείκτης κατανομής εισοδήματος (S80/S20) σε πεντημόρια εισοδήματος αναφέρεται στο μερίδιο τουισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος του «πλουσιότερου» 20% του πληθυσμού προς το ανάλογοεισόδημα του «φτωχότερου» 20% του πληθυσμού και επηρεάζεται από τις ακραίες τιμές της κατανομήςτου εισοδήματος, δηλαδή στο πλουσιότερο και στο φτωχότερο τμήμα του πληθυσμού.
Ο δείκτης S80/S20 το 2015, με περίοδο αναφοράς εισοδήματος το 2014, παραμένει αμετάβλητοςσε σχέση με το 2014 (με περίοδο αναφοράς εισοδήματος το 2013) και ανέρχεται στο 6,5, δηλαδή,το μερίδιο του εισοδήματος του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού είναι 6,5 φορές μεγαλύτεροαπό το μερίδιο του εισοδήματος του φτωχότερου 20% του πληθυσμού.
• Η οικονομική ανισότητα μεταξύ των ατόμων ηλικίας 65 ετών και άνω παραμένει επίσης στα ίδιαεπίπεδα και διαμορφώνεται στο 4,1 όπως ήταν και το 2014, ενώ μεταξύ των ατόμων κάτω των 65ετών διαμορφώνεται στο 7,4 παρουσιάζοντας μικρή άνοδο σε σχέση με το 2014, που ήταν στο 7,3.
Στερήσεις και για τους μη φτωχούς
Από τη μελέτη των δεικτών για τις συνθήκες διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας προκύπτειότι η στέρηση βασικών αγαθών και υπηρεσιών (δυσκολία ικανοποίησης έκτακτων οικονομικώναναγκών, αδυναμία κάλυψης εξόδων για διακοπές μίας εβδομάδας το χρόνο, αδυναμίαδιατροφής που να περιλαμβάνει κάθε δεύτερη ημέρα κοτόπουλο, κρέας ή ψάρι, αδυναμίαπληρωμής για ικανοποιητική θέρμανση της κατοικίας, έλλειψη βασικών αγαθών όπωςπλυντήριο ρούχων, έγχρωμη τηλεόραση, τηλέφωνο ή αυτοκίνητο, αδυναμία αποπληρωμήςδανείων ή αγορών με δόσεις, δυσκολίες στην πληρωμή πάγιων λογαριασμών), δεν αφοράμόνο το φτωχό πληθυσμό αλλά και μέρος του μη φτωχού πληθυσμού.
Κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών, και κυρίως από το 2009 και μετά, παρατηρείται αύξησητης υλικής στέρησης (δηλαδή αύξηση του πληθυσμού που, λόγω οικονομικών δυσκολιών,στερείται τεσσάρων τουλάχιστον βασικών αγαθών και υπηρεσιών από αυτά που αναφέρθηκανπαραπάνω). Πιο συγκεκριμένα, το ποσοστό του πληθυσμού που αντιμετωπίζει οικονομικέςδυσκολίες με αποτέλεσμα να στερείται, τουλάχιστον, τέσσερις από τις εννέα, συνολικά,διαστάσεις της υλικής στέρησης ανέρχεται σε 22,2% το 2015, ενώ το ποσοστό αυτό ήταν 21,5%το 2014, 20,3% το 2013, και 19,5% το 2012.
Η αύξηση του ποσοστού το 2015, σε σχέση με το 2014, είναι μεγαλύτερη στην περίπτωσητων παιδιών ηλικίας έως και 17 ετών (1,9 ποσοστιαίες μονάδες) συγκριτικά με τιςυπόλοιπες ηλικιακές ομάδες. Η υλική στέρηση των παιδιών ηλικίας έως και 17 ετώνανέρχεται για το 2015 σε 25,7%, ενώ το 2005 ήταν 9,9%.
Για τα άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω, το ποσοστό στέρησης το 2015 έχει σημειώσει μιαμικρή μείωση (κατά 0,3 ποσοστιαίες μονάδες) και ανέρχεται σε 15,2%. Το αντίστοιχοποσοστό το 2005 ήταν 19,4%.
Στα άτομα ηλικίας 18 έως 64 ετών το ποσοστό των ατόμων που στερούνται βασικώναγαθών και υπηρεσιών το 2015 ανέρχεται σε 23,5%.
Ενδεικτικά:
– Το 47,5% των φτωχών νοικοκυριών δηλώνει ότι στερείται διατροφής που περιλαμβάνει κάθεδεύτερη ημέρα κοτόπουλο, κρέας, ψάρι ή λαχανικά ίσης θρεπτικής αξίας, ενώ το αντίστοιχοποσοστό των μη φτωχών νοικοκυριών εκτιμάται σε 1,8%.
– Το ποσοστό των νοικοκυριών που δηλώνουν οικονομική αδυναμία να έχουν ικανοποιητικήθέρμανση το χειμώνα ανέρχεται σε 29,2%, ενώ είναι 50,8% για τα φτωχά νοικοκυριά και 23,7%για τα μη φτωχά νοικοκυριά.
– Το 87,2% των φτωχών νοικοκυριών και το 44,5% των μη φτωχών δηλώνει οικονομική δυσκολίανα αντιμετωπίσει έκτακτες, αλλά αναγκαίες δαπάνες ύψους, περίπου, 410 ευρώ.
– Περιβαλλοντικά προβλήματα από παρακείμενη βιομηχανία ή προβλήματα από την κυκλοφορίααυτοκινήτων δηλώνει ότι αντιμετωπίζει το 19,1% των νοικοκυριών, ενώ ποσοστό 13,0% τωννοικοκυριών αναφέρει ως πρόβλημα τους βανδαλισμούς και την εγκληματικότητα στην περιοχήτου.
– Το 52,4% των νοικοκυριών που έχουν λάβει καταναλωτικό δάνειο για αγορά αγαθών καιυπηρεσιών, δηλώνει ότι δυσκολεύεται πάρα πολύ στην αποπληρωμή αυτού ή των δόσεων.
