Ζωγραφίζει ένα χαμένο στον κόσμο του νησί ειδικά για τους αναγνώστες του «Βήματος», όρθιος, με ολόκληρο το σώμα του, φορώντας μια ολόσωμη ποδιά, πολύχρωμη όσο και η παλέτα του. Γύρω, κοιτάζουν τι κάνουμε, τον Γιώργο Χαδούλη να ζωγραφίζει με εκφραστικές χειρονομίες και εμένα να τον φωτογραφίζω, τα πορτρέτα φίλων που έχει κάνει κατά καιρούς. Παλαιότερα, γιατί τώρα περνά τη φάση των μοναχικών νησίδων, των βράχων καταμεσής στο πέλαγος. Τους ζωγραφίζει σε μεγάλα χαρτιά που συνεχώς τα ξετυλίγει από το ρολό. Σε χαρτιά, «για να μπορείς να αισθάνεσαι» καθώς λέει. Και αυτός ο αισθαντικός περίπατος συνεχώς μακραίνει, καθώς ο ζωγράφος διευρύνει τα περιβάλλοντά του, προσθέτοντας νέα ζωγραφισμένα χαρτιά που δένουν με τα προηγούμενα σε ένα ψηφιδωτό ταξίδι που αγωνίζεται «να σπάσει το πλαίσιο, και το βλέμμα να ταξιδεύει μέσα στο έργο. Είναι σαν να μπαίνεις μέσα σε ένα τοπίο».

Ταξίδι

«Η οικογένεια της μητέρας μου είναι Γάλλοι, εκτός από την προγιαγιά μου που είναι Μαροκινή. Ο πατέρας μου γεννήθηκε στο Λονδίνο. Η οικογένειά του είχε φύγει από την Ανδρο. Και μετά ήρθε εδώ. Θέλω να σου πω ότι αυτή η έννοια της περιπέτειας, του μπερδέματος, του ταξιδιού, είναι απολύτως συνυφασμένη με εμένα, είναι μέσα μου. Το γαλλικό, το μαροκινό, όλο αυτό το μεσογειακό πράγμα, δεν είναι άσχετο. Εχουν σχέση με τη δουλειά μου τελείως περίεργα. Οχι από πρώτο χέρι, αλλά ενδόμυχα. Αλλά κυρίως έχω μεγαλώσει στην Ελλάδα και αυτή είναι μια σπουδαία εγγραφή».
Φως
«Εφυγα 18 ετών για το Παρίσι και εκεί συνειδητοποίησα τη σχέση μου με το φως. Εκεί που μου έλειπε το φως, στο γκρι. Γιατί αλλιώς δεν σκέφτεσαι πόσο σημαντικό είναι για εσένα. Το φως του Βορρά, του Παρισιού, του Λονδίνου, είναι ένα άλλο, ομοιόμορφο φως. Είναι γκρι, είναι λίγο, είναι κάτι άλλο. Δεν έχει τις εντάσεις του μεσογειακού. Και ενώ υποτίθεται ότι ζωγράφιζα εκ του φυσικού, κατά βάθος αναζητούσα τις καθαρές σχέσεις του φωτός που ήξερα, τις εντάσεις του, τη δραματικότητά του. Γιατί είχα μάθει να βλέπω έτσι. Μετά από δέκα χρόνια παραμονής στο Παρίσι, δεν μπορούσα πλέον να ζωγραφίσω».
Ζωγραφική
«Η ζωγραφική θέλει μια άλλου τύπου νηφαλιότητα. Δεν μπορείς να σκέφτεσαι κάτι άλλο εκτός από το έργο. Νομίζω ότι μπαίνεις μέσα στη ζωγραφική, ξεχνιέσαι μέσα στη ζωγραφική. Τότε γίνεται ένα καλό έργο. Οταν το πολυσκέφτομαι, μπλοκάρω. Και αρχίζουν το τι πρέπει να είναι, τι δεν πρέπει να είναι. Ενώ στην πραγματικότητα όταν ένα έργο είναι πετυχημένο, βγαίνει, αδειάζεις κατά μια έννοια. Εκείνη την ώρα που το κάνω, ξεχνώ τι κάνω. Δεν σκέφτεσαι τα βήματα, ένα, δύο, τρία, μπαίνεις μέσα στον ρυθμό και χορεύεις. Και ο χορός σε πάει κάπου αλλού».
Χρώμα
«Για κάποιον λόγο έτσι βλέπουν τα μάτια μου. Χρωματιστά. Δεν ξέρω να απαντήσω γιατί βλέπω έτσι. Για κάποιον λόγο η ευαισθησία μου είναι εκεί, δεν είναι μόνο στα σχήματα. Και αφού έτσι βλέπεις, αρχίζεις και το επεξεργάζεσαι αυτό. Και δοκιμάζεις. Και μετά αρχίζει να έρχεται και αυτή η συλλογική μνήμη από τα παλιά. Ολα αυτά αλληλεπιδρούν μέσα σου με πράγματα που έχεις ήδη. Αλλωστε υπάρχουν εκατομμύρια χρώματα. Δεν είναι κάτι περίεργο. Το χρώμα ενός νησιού είναι και αυτό. Αν κοιτάζεις έναν βράχο για έναν χρόνο συνεχώς, θα παρατηρήσεις εκατομμύρια χρωματικές παραλλαγές του».
Σύμβολα
«Το μυαλό μου δεν δουλεύει τόσο συνειδητά με σύμβολα. Νομίζω ασυναίσθητα αυτά περνούν. Μου φαίνεται περίεργο. Μια εποχή ζωγράφιζα κολυμβητές. Σιγά-σιγά άρχισα να προσθέτω χρωματιστά πράγματα, βατραχοπέδιλα, αναπνευστήρες, μάσκες, όλα αυτά τα αξεσουάρ που έχουν καθαρό χρώμα. Ο τρόπος που τα έκανα δεν ήταν νατουραλιστικός, δεν είχα καταλάβει εγώ ότι ζωγραφίζω παιδιά, κάποιος άλλος μου το καθρέφτισε. Και είναι πολύ περίεργο γιατί ήταν η περίοδος που ξαφνικά αντιμετώπιζα την έννοια της πατρότητας και με κυριάρχησε».
Βλέμμα
«Βρίσκω ενδιαφέρον να παρατηρώ την οποιαδήποτε γωνία. Είμαι φτιαγμένος για τον κόσμο του βλέμματος. Αυτό σε κάνει ζωγράφο νομίζω».
Συγκίνηση
«Προς το τέλος της ζωής του ο Ματίς έκανε αυτές τις νεκρές φύσεις. Ενώ το αποτέλεσμα είναι αρκετά αφηρημένο, τα στρείδια που συμπεριλάμβανε στη σύνθεση έπρεπε να είναι φρεσκότατα και έβαζε και λεμόνι, για να πάλλεται αυτό το πράγμα. Δεν έπαιρνε την εικόνα, αλλά το συναίσθημα. Να είναι φρέσκια η συγκίνηση. Για να κάνεις κάτι καινούργιο, για να προχωρήσεις ακόμη και στο δικό σου όραμα, χρειάζεται να ξεφύγεις από την πραγματικότητα. Γιατί αλλιώς σκέφτεσαι συνέχεια αυτά που ήδη ξέρεις. Στα πορτρέτα που έκανα, χρειαζόμουν το μοντέλο για να το ξεχάσω».
Τοπίο
«Τα τοπία μου είναι δουλεμένα σαν τοιχογραφία. Δεν έχουν τέρμα. Δεν είναι ένα τετράγωνο παράθυρο, αλλά ένα περιβάλλον που μπαίνεις μέσα, ένας κόσμος ολόκληρος που τον περιδιαβαίνεις. Κάνεις βόλτα μέσα στη ζωγραφική».
Βράχος
«Τα νησιά τα δουλεύω με τη μνήμη. Την ώρα που τα κάνω, δεν σκέφτομαι τι συμβολίζουν, αλλά η αλήθεια είναι ότι ο βράχος είναι εκατομμύρια πράγματα. Ο βράχος είμαι εγώ, είμαστε όλοι μόνοι μας, είμαστε όλοι μαζί. Ο βράχος είναι κίνδυνος, αλλά μπορεί να είναι και ασφάλεια, απάγκιο. Είναι ένας ολόκληρος κόσμος. Υπάρχει μια πνευματικότητα, δεν είναι απλώς ένα στιγμιότυπο. Γιατί την ώρα που τους ζωγραφίζεις, κάπως συνδέεσαι μαζί τους και γίνεται πολυσήμαντη η σχέση. Εχει και τον θάνατο και τη ζωή και τον πόνο και τη χαρά. Θα μπορούσε να είναι και ένα πορτρέτο, δικό μου, σαν καθρέφτης. Ο χαρούμενος βράχος, ο λυπημένος βράχος, ο συνοφρυωμένος, όλα τα συναισθήματα. Ετσι λειτουργεί η ζωγραφική. Σου προκαλεί χιλιάδες συναισθήματα. Εχω την ανάγκη να το κάνω κάτι άλλο. Πρέπει να το κάνω κάτι άλλο για να καταλάβω πώς συνδέομαι μαζί του. Να το κάνω εγώ, να γίνει ο δικός μου βράχος. Αυτό είναι στην πραγματικότητα ζωγραφική».

πότε & πού:

Η έκθεση «Βράχοι» παρουσιάζεται στην Γκαλερί Σκουφά (Σκουφά 4, πλατεία Κολωνακίου) έως τις 6 Δεκεμβρίου

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ