Φαντάζεστε τον Θόδωρο Αγγελόπουλο να σκηνοθετεί στο Χόλιγουντ μια ταινία με πρωταγωνίστρια την Αντζελίνα Τζολί; Τι, αν όχι αμηχανία, θα μπορούσε να προκαλέσει και η σκέψη μόνον ενός τέτοιου εγχειρήματος; Κάπως έτσι αμήχανα θα πρέπει να ένιωσε ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ όταν το 1962 γύριζε την «Περιφρόνηση», μια διασκευή του μυθιστορήματος του Αλμπέρτο Μοράβια «Το φάντασμα του μεσημεριού».
Παρ΄ ότι είχε ήδη γίνει γνωστός πριν από μερικά χρόνια με την επιτυχία του «Με κομμένη την ανάσα», ο πάπας της νουβέλ βαγκ ήταν εξίσου γνωστός για το ανορθόδοξο σκηνοθετικό ύφος ταινιών όπως το «Ζούσε τη ζωή της» και «Οι καραμπινιέροι». Ασπρόμαυρες, δυσνόητες, εσωστρεφείς δημιουργίες απευθυνόμενες σε ένα στρατευμένα φανατικό, σινεφίλ κοινό. Παρ΄ όλα αυτά ο Γκοντάρ δέχτηκε να παίξει το παιχνίδι μιας μεγάλης, έγχρωμης, σινεμασκόπ παραγωγής. Μάλιστα, αρχικώς είχε στο μυαλό του τον Φρανκ Σινάτρα και την Κιμ Νόβακ στους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Οταν αυτό κατέστη αδύνατον, σκέφτηκε τη μούσα και σύντροφό του Ανα Καρίνα. Η πρόταση ενός εκ των παραγωγών, του Κάρλο Πόντι, ήταν να πρωταγωνιστήσει η δική του σύντροφος Σοφία Λόρεν με τον Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, όμως ο άλλος παραγωγός, ο Αμερικανός Τζόζεφ Ε. Λιβάιν, ήθελε πρωταγωνίστρια τη σουπερστάρ της εποχής, την Μπριζίτ Μπαρντό.
Και αυτό έγινε. Και όπως ήταν φυσικό, προέκυψαν προβλήματα. Τεράστια προβλήματα.
Ο Οδυσσέας του Κάπρι
Στο φιλμ ένας αμερικανός παραγωγός στην Ευρώπη, ο Τζέρεμι Πρόκος ( Τζακ Πάλανς ), προσλαμβάνει τον γνωστό αυστριακό σκηνοθέτη Φριτς Λανγκ (που υποδύεται τον εαυτό του στην «Περιφρόνηση») για να μεταφέρει στον κινηματογράφο την Οδύσσεια του Ομήρου. Δυσαρεστημένος από την «καλλιτεχνική» προσέγγιση του σκηνοθέτη, ο παραγωγός προσλαμβάνει τον Πολ ( Μισέλ Πικολί ), έναν συγγραφέα αστυνομικών ιστοριών, για να επεξεργαστεί το σενάριο. Η σύγκρουση μεταξύ καλλιτεχνικής έκφρασης και εμπορικής απήχησης θα ακολουθήσει μια παράλληλη πορεία με την προοδευτική αποξένωση του συγγραφέα από τη σύζυγό του Καμίλ (Μπαρντό). Καρδιά της «Περιφρόνησης» είναι το ίδιο το σινεμά και η σύγκρουση του δημιουργού με το σύστημα των συμβιβασμών που επιβάλλει το εμπόριο. Διόλου τυχαία με αφορμή αυτή την ταινία ο Γκοντάρ είπε για τον εαυτό του: «Είμαι μια πόρνη που αγωνίζεται εναντίον των μαστροπών του κινηματογράφου ». Και επίσης διόλου τυχαία, ο Γκοντάρ στην ταινία υποδύεται τον βοηθό σκηνοθέτη του Λανγκ.
Η οδύσσεια της «Περιφρόνησης»
Οδύσσεια θέλησαν να γυρίσουν στο Κάπρι, οδύσσεια έγιναν και τα γυρίσματα της ταινίας. Ολα πήγαν στραβά, όμως αυτό που προέκυψε ήταν η δημιουργία μιας από τις ομορφότερες ταινίες του ευρωπαϊκού κινηματογράφου! Είναι πράγματι ειρωνικό που κάθε τι σχετικό με την πλοκή της ταινίας αντανακλούνταν στα παρασκήνια των γυρισμάτων της: η σύγκρουση ανάμεσα στον ευρωπαίο καλλιτέχνη σκηνοθέτη (Λανγκ/Γκοντάρ) με τον «χω ριάτη» αμερικανό παραγωγό (Πάλανς/Λιβάιν), ο εξαναγκασμός του δεύτερου να ξαναγραφτεί το σενάριο- ο Γκοντάρ αναγκάστηκε να γυρίσει μια έξτρα σκηνή της ταινίας για να φανούν τα προκλητικά κάλλη της Μπαρντό-, ακόμη και η προβληματική σχέση του Γκοντάρ με την τότε σύντροφό του Ανα Καρίνα εντάσσονται στην ταινία.
Η έξτρα σκηνή της ταινίας που αναφέρεται παραπάνω είναι η εισαγωγή της «Περιφρόνησης», όπου καταγράφεται κάθε λεπτομέρεια του αγαλματένιου κορμιού της Μπριζίτ Μπαρντό στο κρεβάτι με τον Μισέλ Πικολί. Η σκηνή γυρίστηκε κατά παραγγελία από τον παραγωγό Τζόζεφ Ε. Λιβάιν επειδή ο Γκοντάρ δεν είχε διόλου ενδιαφερθεί για τη σέξι απεικόνιση της ηθοποιού του. Βέβαια, η σκηνή όπου η Καμίλ/Μπαρντό ζητεί την επιβεβαίωση από τον Πολ/ Πικολί και εκείνος τη διαβεβαιώνει πως την αγαπά ολοκληρωτικά ανήκει στις ομορφότερες, όχι μόνον στη φιλμογραφία της Μπαρντό, αλλά και του ερωτισμού στον κινηματογράφο.
Ο διανοούμενος Γκοντάρ δεν ήταν συνηθισμένος να δουλεύει σε τόσο μεγάλη κλίμακα και χάθηκε ανάμεσα στα μιλιούνια των παπαράτσι που ακολουθούσαν σαν βδέλλα την Μπαρντό στο Κάπρι, ως την ίδια τη συμπεριφορά της ντίβας που φλέρταρε διαρκώς με τον νέο της φίλο, τον ηθοποιό Σαμί Φρέι.
Ο Γκοντάρ είχε προβλήματα ακόμη και με τον αμερικανό ηθοποιό Τζακ Πάλανς, ο οποίος ενώ είχε κάποιες ιδέες για τον ρόλο του, έβλεπε τον σκηνοθέτη να τον αγνοεί. Λέγεται μάλιστα ότι ο Πάλανς είχε θιχτεί τόσο πολύ που ζητούσε από τον ατζέντη του να τον απομακρύνει από την ταινία.
CASA MALAPARTE
Σημαντικό ρόλο για τη δημοτικότητα της «Περιφρόνησης» έπαιξε η Casa Μalaparte όπου έγιναν σχεδόν εξ ολοκλήρου τα γυρίσματα.Ο αρχικός σχεδιασμός της απομονωμένης βίλας στην ανατολική πλευρά του Κάπρι έγινε τη δεκαετία του 1930 από τον ιταλό ρασιοναλιστή αρχιτέκτοναΑνταλμπέρτο Λίμπερα για λογαριασμό του δημοσιογράφου- μυθιστοριογράφου- θεατρικού συγγραφέαΚούρτσιο Μαλαπάρτε.
Ωστόσο ο Μαλαπάρτε δεν συμφώνησε με το σχέδιο του αρχιτέκτονα και ξανασχεδίασε μόνος του το οίκημα.Στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα τεράστιο κόκκινο κουτί στην κορυφή ενός βράχου,το οποίο μετά τον θάνατο του Μαλαπάρτε το 1957 εγκαταλείφθηκε για να αποκτήσει και πάλι αίγλη το 1963, όταν ο Γκοντάρ το χρησιμοποίησε ως δραματουργικό χώρο της ταινίας του.
Η «Περιφρόνηση» προβάλλεται στις αίθουσες CΙΝΕΨΥΧΙΚΟ, λεωφ.Κηφισιάς 290 και Παρίτση, Ψυχικό, τηλ. 210 6777.330, και ΛΑΪΣ, ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, Ιερά οδός 48 και Μεγάλου Αλεξάνδρου (μετρό Κεραμεικός), τηλ. 210 3609.695.
