ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

Υδάτινα μυστικά

Ιούνιος του 1854, νότια της Ιάβας. Ο καπετάνιος του αμερικανικού κλίπερ «Shooting Star» γράφει στο ημερολόγιο του πλοίου: «Ολόκληρος ο ωκεανός έμοιαζε με πεδιάδα καλυμμένη από χιόνι.Δεν υπήρχε ούτε ένα σύννεφο, παρ΄ όλα αυτά ο ουρανός φαινόταν κατάμαυρος,σαν να μαινόταν μια καταιγίδα.Το τοπίο είχε ένα φοβερό μεγαλείο,η θάλασσα που είχε αρχίσει να φωσφορίζει,και οι ουρανοί που κρέμονταν μες στη μαυρίλα,και τα αστέρια που είχαν σβήσει,έμοιαζαν να δείχνουν ότι όλη η φύση ετοιμαζόταν γι΄ αυτή την τελευταία μεγάλη κόλαση φωτιάς που,όπως μας έχουν μάθει,θα εξοντώσει κάποτε τον κόσμο».

η γαλακτερή θάλασσα
Ιούνιος του 1854, νότια της Ιάβας. Ο καπετάνιος του αμερικανικού κλίπερ «Shooting Star» γράφει στο ημερολόγιο του πλοίου: «Ολόκληρος ο ωκεανός έμοιαζε με πεδιάδα καλυμμένη από χιόνι.Δεν υπήρχε ούτε ένα σύννεφο, παρ΄ όλα αυτά ο ουρανός φαινόταν κατάμαυρος,σαν να μαινόταν μια καταιγίδα.Το τοπίο είχε ένα φοβερό μεγαλείο,η θάλασσα που είχε αρχίσει να φωσφορίζει,και οι ουρανοί που κρέμονταν μες στη μαυρίλα,και τα αστέρια που είχαν σβήσει,έμοιαζαν να δείχνουν ότι όλη η φύση ετοιμαζόταν γι΄ αυτή την τελευταία μεγάλη κόλαση φωτιάς που,όπως μας έχουν μάθει,θα εξοντώσει κάποτε τον κόσμο».

Παρ΄ ότι εξαιρετικά λυρικός, ο πλοίαρχος Κίνγκμαν δεν ήταν ο μόνος που εξιστόρησε αυτή την παράξενη και ταυτόχρονα συγκλονιστική σκηνή. Εκατοντάδες ναυτικοί ανά τους αιώνες, ακόμη και ο φανταστικός Κάπτεν Νέμο στο 20.000 λεύγες υπό τη θάλασσα, έχουν μιλήσει για τη «γαλακτερή θάλασσα», μια θάλασσα που φωσφορίζει με μια υπόλευκη λάμψη κάτω από έναν κατάμαυρο ουρανό, σε ένα τοπίο που θυμίζει αρνητικό ασπρόμαυρης φωτογραφίας. Ολες οι εξιστορήσεις προέρχονται από τον Ινδικό Ωκεανό, ως πρόσφατα όμως καμία τους δεν είχε επιβεβαιωθεί και όλες αποδίδονταν στην καλπάζουσα ναυτική φαντασία. Αποδείχθηκαν τελικά πέρα ως πέρα αληθινές χάρη στην επιμονή ενός ερευνητή.

Ο Στιβ Μίλερ, μετεωρολόγος του αμερικανικού Εργαστηρίου Ναυτικών Ερευνών της Καλιφόρνιας, σκέφτηκε να τις διερευνήσει εξετάζοντας τις φωτογραφίες από τα αρχεία των μετεωρολογικών δορυφόρων. Αν και οι αναφορές από το 1915 ως τις μέρες μας ήταν εκατοντάδες- μόνο τα βρετανικά αρχεία περιέχουν 235-, μόνο μία από αυτές διευκρίνιζε την ακριβή χρονική στιγμή της καταγραφής του φαινομένου και τις συντεταγμένες του πλοίου, στον Νότιο Ινδικό Ωκεανό, το 1995. Εξετάζοντας τις αντίστοιχες εικόνες των δορυφόρων ο κ. Μίλερ και οι συνεργάτες του εντόπισαν πράγματι στη συγκεκριμένη περιοχή έναν φωτεινό σχηματισμό ο οποίος ακολουθούσε τα επιφανειακά θαλάσσια ρεύματα, εκτεινόταν σε 15.400 τετραγωνικά χιλιόμετρα- έκταση μεγαλύτερη από τη Θεσσαλία- και επαναλαμβανόταν ο ίδιος επί τρεις συνεχείς ημέρες. Αρχικά οι επιστήμονες έμειναν έκπληκτοι γιατί δεν μπορούσαν να ερμηνεύσουν το φαινόμενο. Η πιο λογική εξήγηση- αυτή που δίνει και ο Ιούλιος Βερν – ήταν ότι προκαλείται από βιοφωταυγή βακτήρια. Οι περισσότεροι τέτοιου είδους μικροοργανισμοί όμως εκπέμπουν μικρές σύντομες λάμψεις και, για να προκαλέσουν τέτοια φωτεινότητα, θα έπρεπε να έχουν συγκεντρωθεί σε εξωπραγματικές ποσότητες. Επίσης, τα δείγματα νερού που ελήφθησαν από τις περιοχές δεν περιείχαν τέτοια βακτήρια. Η λύση στο «βιοφωταυγές αίνιγμα», όπως το ονόμασαν οι επιστήμονες, ήρθε το 2006 από τον Κένεθ Νίλσον και τον Γούντλαντ Χέιστινγκς, βιολόγους του Πανεπιστημίου της Νότιας Καλιφόρνιας. Οι δύο ερευνητές έδειξαν ότι η εντυπωσιακή φωτεινότητα της γαλακτερής θάλασσας προκαλείται από βακτήρια τα οποία φέρονται σε αποικίες επάνω σε φύκη. Υπό αυτές τις συνθήκες προκαλείται στους μικροοργανισμούς το φαινόμενο της αυτεπαγωγής ή αίσθησης απαρτίας (quorum sensing), ένα είδος διακυτταρικής επικοινωνίας που εντείνει τη φωτεινότητά τους. Αν και η θάλασσα φαίνεται στο ανθρώπινο μάτι και στα επιστημονικά όργανα λευκή, στην πραγματικότητα το φως της είναι γαλάζιο.

το «μουρμουρητό» της γης

Οταν δύο κύματα με την ίδια συχνότητα κινούνται αντίθετα μεταξύ τους αλληλοεξουδετερώνονται, με αποτέλεσμα η επιφάνεια της θάλασσας από κυματοειδής να γίνεται επίπεδη. VΙSUΑL

Α λλοι το αποκαλούν μουρμουρητό, άλλοι συμφωνία της Γης. Γεγονός είναι ότι ο πλανήτης μας δεν μένει σιωπηλός ούτε ένα δευτερόλεπτο. Παράγει έναν συνεχή βόμβο, ασύλληπτο για το ανθρώπινο αφτί και σχεδόν ανεπαίσθητο για τους περισσότερους σεισμογράφους. Το μουρμουρητό- ένας συνεχής ήχος συχνότητας μικρότερης των 10 miliΗerz ο οποίος συλλαμβάνεται στο έδαφος ακόμη και όταν δεν υπάρχει καμία σεισμική δραστηριότητα- εντοπίστηκε για πρώτη φορά το 1998 από ιάπωνες ερευνητές, οι οποίοι το απέδωσαν σε μεταβολές στις ατμοσφαιρικές πιέσεις που «χτυπούν» την επιφάνεια της Γης.

Εξι χρόνια αργότερα, το 2005, μια ομάδα ερευνητών του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Μπέρκλεϊ με επικεφαλής τη γεωλόγο Μπάρμπαρα Ρομάνοβιτς αποφάσισε να διερευνήσει περισσότερο το παράξενο αυτό τραγούδι του πλανήτη μας. Μελετώντας στοιχεία από σεισμογράφους στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Ιαπωνία οι ερευνητές εντόπισαν την κατεύθυνση από την οποία ερχόταν ο ήχος στην καθεμία από τις 60 ημέρες του χρόνου στις οποίες δεν παρατηρήθηκε καμία σεισμική δραστηριότητα. Ετσι κατόρθωσαν να εντοπίσουν την πηγή του θορύβου. Τον Ιανουάριο και τον Μάρτιο αυτός ερχόταν κυρίως από τον Βόρειο Ειρηνικό Ωκεανό. Τους επόμενους μήνες η πηγή μετατοπιζόταν στην Ανταρκτική και τον Οκτώβριο επανερχόταν στον Βορρά. Η ερμηνεία ήταν προφανής: αφού ο βόμβος της Γης ακολουθούσε τον χειμώνα σε κάθε ημισφαίριο, δεν μπορεί παρά να προερχόταν από τα κύματα των φουρτουνιασμένων θαλασσών.

Τον επόμενο χρόνο η θεωρία της κυρίας Ρομάνοβιτς ενισχύθηκε όταν ένας ερευνητής του Πανεπιστημίου Κολούμπια, ο Γκόραν Εκστρομ, έδειξε ότι το εύρος του βόμβου αντιστοιχούσε με τον μέσον όρο της ενέργειας των κυμάτων. Δύο χρόνια αργότερα, τον Φεβρουάριο του 2007, ο ερευνητής παρουσίασε τον ακριβή τρόπο με τον οποίο παράγεται αυτός ο θόρυβος: όταν δύο κύματα με την ίδια συχνότητα κινούνται αντίθετα μεταξύ τους αλληλοεξουδετερώνονται, με αποτέλεσμα η επιφάνεια της θάλασσας από κυματοειδής να γίνεται επίπεδη. Η μεταβολή αυτή δημιουργεί έναν ήχο ο οποίος «χτυπάει» τον βυθό του ωκεανού και προκαλεί το περίφημο μουρμουρητό.

Εκεί ωστόσο όπου το ζήτημα άρχισε να θεωρείται λήξαν, μια νέα μελέτη ήρθε τον περασμένο Μάρτιο να ταράξει τα νερά. Μια ομάδα γερμανών επιστημόνων οι οποίοι έκαναν έρευνες σε ένα από τα πιο «ήσυχα» παρατηρητήρια του κόσμου, στον Μέλανα Δρυμό, διεπίστωσαν ότι, εκτός από τις ως τώρα γνωστές σφαιροειδείς ταλαντώσεις, ο βόμβος της Γης παρουσιάζει επίσης ταλαντώσεις σε σχήμα δακτυλίων οι οποίες- εδώ είναι το παράξενοέχουν σχεδόν την ίδια ένταση με τις σφαιροειδείς. Αυτό υποδεικνύει ότι το φαινόμενο είναι πολύ πιο πολύπλοκο απ΄ ό,τι αναμενόταν και οφείλεται σε έναν συνδυασμό παραγόντων: από τις ταραγμένες θάλασσες ως κινήσεις στην ατμόσφαιρα, ίσως ακόμη και σε επιδράσεις που ασκούνται από τον ήλιο. Νέες έρευνες ίσως δώσουν στο μέλλον μια σαφή απάντηση.

πράσινη αχτίδα στον ορίζοντα

Σε πολύ συγκεκριμένες και σπάνιες συνθήκες, όταν ο ήλιος δύει σε ανοιχτό ορίζοντα και η ατμόσφαιρα είναι απολύτως καθαρή, η τελευταία εντύπωση που αφήνει στον ουρανό είναι μια σύντομη, πράσινη αναλαμπή

«Εχετε παρατηρήσει ποτέ τον ήλιο να δύει στον θαλασσινό ορίζοντα; Ναι, πιθανότατα. (…) Εχετε όμως παρατηρήσει το φαινόμενο που συντελείται ακριβώς τη στιγμή που το λαμπρό άστρο αφήνει την τελευταία του αχτίδα,όταν ο ουρανός είναι χωρίς ομίχλη και έχει μια απόλυτη καθαρότητα;Οχι,μάλλον.Ελοιπόν,την πρώτη φορά που θα σας δοθεί αυτή η ευκαιρία- παρουσιάζεται πάρα πολύ σπάνια- αυτό που θα φθάσει στον αμφισβληστροειδή σας δεν θα είναι,όπως θα πίστευε κανείς,μια κόκκινη αχτίδα,θα είναι μια αχτίδα “πράσινη”.Με ένα πράσινο θαυμαστό, ένα πράσινο που κανένας ζωγράφος δεν μπορεί να έχει στην παλέτα του, ένα πράσινο που η φύση δεν έχει ποτέ,ούτε στην ποικιλία των τόνων των φυτών της,ούτε στο χρώμα των πιο καθάριων θαλασσών της,αναπαράγει την απόχρωσή του!Αν υπάρχει πράσινο στον Παράδεισο,δεν μπορεί παρά να είναι αυτό το πράσινο,το αληθινό πράσινο της Ελπίδας».

Στο μυθιστόρημα Η πράσινη αχτίδα (1882) ο Ιούλιος Βερν ήταν ο πρώτος που περιέγραψε με τόση σαφήνεια ένα φαινόμενο εξαιρετικά σπάνιο αλλά καθ΄ όλα φυσικό, το οποίο ως τότε δεν είχε απασχολήσει ιδιαίτερα τους επιστήμονες και η φήμη του περιοριζόταν μόνο σε θρύλους και παραδόσεις. Πράγματι, σε πολύ συγκεκριμένες και σπάνιες συνθήκες, όταν ο ήλιος δύει σε ανοιχτό ορίζοντα και η ατμόσφαιρα είναι απολύτως καθαρή, η τελευταία εντύπωση που αφήνει στον ουρανό είναι μια σύντομη, πράσινη αναλαμπή. Το ίδιο φαινόμενο μπορεί να παρατηρηθεί κατά την ανατολή- τότε πράσινη είναι η πρώτη ακτίνα του άστρου- και είναι ορατό μόνο στην ανοιχτή θάλασσα ή όταν κάποιος κοιτάζει από πολύ ψηλά, όπως από ένα βουνό ή ένα αεροπλάνο.

Οι γραπτές αναφορές στην πράσινη αναλαμπή ή πράσινη αχτίδα πριν από τον 19ο αιώνα είναι ανύπαρκτες και, όσο κι αν σήμερα η εξήγηση ακούγεται απλή, οι μανιώδεις μελέτες που πυροδότησε το έργο του Βερν, ακόμη και από τους μεγαλύτερους φυσικούς και αστρονόμους της εποχής, δυσκολεύτηκαν να την ερμηνεύσουν. Επειδή οι περισσότερες αναφορές ήταν από ανθρώπους που την είχαν δει στη θάλασσα, κάποιοι επιστήμονες την απέδωσαν σε ένα «φιλτράρισμα» του φωτός από τα κύματα, ενώ άλλοι υποστήριξαν ότι επρόκειτο για οφθαλμαπάτη που δημιουργούν τα είδωλα του δύοντος ήλιου.

Η ερμηνεία είναι σήμερα γνωστή σε όλους τους φυσικούς και αστρονόμους, παρ΄ ότι οι περισσότεροι από αυτούς δεν έχουν δει την πράσινη αναλαμπή ποτέ στη ζωή τους. Πρόκειται για ένα ατμοσφαιρικό φαινόμενο το οποίο οφείλεται στη διάθλαση. Καθώς το φως του ήλιου μετακινείται προς τα κατώτερα και πιο πυκνά στρώματα αέρα της ατμόσφαιρας, οι ακτίνες του διαθλώνται και ακολουθούν ελαφρώς καμπύλη πορεία, στην ίδια κατεύθυνση με την καμπύλη της Γης. Στις υψηλότερες συχνότητες (πράσινο και γαλάζιο) το φως σχηματίζει καμπύλη πιο εύκολα από τις χαμηλότερες συχνότητες (κόκκινο και πορτοκαλί). Ετσι οι πράσινες και γαλάζιες ακτίνες του τελευταίου «κομματιού» του ήλιου εξακολουθούν να είναι ορατές όταν οι κόκκινες και πορτοκαλί έχουν κρυφτεί από την καμπύλη της Γης.

Το να δει κανείς την πράσινη αναλαμπή είναι πολύ σπάνιο, το να κατορθώσει να συλλάβει τη γαλάζια είναι ακόμη σπανιότερο, αλλά όχι απίθανο. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, σύμφωνα με τους θρύλους, η πράσινη αχτίδα θεωρείτο παλαιότερα σημάδι μεγάλης τύχης. Αν θέλετε να δοκιμάσετε τη δική σας, θα έχετε περισσότερες πιθανότητες αν κατευθυνθείτε σε κάποιον ανοιχτό ωκεανό. Τώρα το καλοκαίρι διαλέξτε ένα σημείο που να βλέπει τη θάλασσα προς τα βορειοδυτικά και μην αφήσετε από τα μάτια σας τον ήλιο ώσπου να χαθεί εντελώς από τον ορίζοντα.

φως στην άβυσσο

Οι «μαύροι καπνιστές» είναι υδροθερμικές πηγές σε σχήμα καπνοδόχου που βρίσκονται στις κορυφές υποθαλάσσιων ηφαιστείων. SΡL/VΙSUΑL

Τα βάθη των ωκεανών αποκαλούνται από τους επιστήμονες άβυσσος και, όπως υποδεικνύει η λέξη, ως πριν από δύο δεκαετίες όλοι πίστευαν ότι σε αυτά επικρατεί ένα βαθύ σκοτάδι το οποίο συνεπάγεται μεγάλο ψύχος και σχεδόν παντελή απουσία ζωής. Ολες αυτές οι υποθέσεις όμως αποδείχθηκαν λανθασμένες. Η πρώτη έκπληξη για τους ειδικούς ήρθε το 1977, όταν ανακαλύφθηκαν στον βυθό του Ειρηνικού οι λεγόμενοι black smokers («μαύροι καπνιστές»), υδροθερμικές πηγές σε σχήμα καπνοδόχου που βρίσκονται στις κορυφές υποθαλάσσιων ηφαιστείων. Στο θερμό περιβάλλον που δημιουργεί ο καυτός μαύρος «καπνός» που αναβλύζει από τα στόμιά τους κινείται ένα πλήθος παράξενων μορφών ζωής.

Το 1986 η Σίντι Λι βαν Ντόβερ, μεταπτυχιακή τότε φοιτήτρια στο Ωκεανογραφικό Ινστιτούτο Γουντς Χόουλ της Μασαχουσέτης και σήμερα καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο της Αλάσκας, μελετούσε ένα είδος τυφλής, όπως νόμιζε, γαρίδας που ζει κοντά σε «μαύρους καπνιστές» στον Ατλαντικό. Η γαρίδα δεν είχε μάτια και όλοι είχαν θεωρήσει ότι αυτό ήταν λογικό, εφόσον η όραση θα ήταν άχρηστη στο σκοτάδι της αβύσσου. Η κυρία Βαν Ντόβερ παρατήρησε όμως στη ράχη της δύο φωτεινές κηλίδες, οι οποίες, όπως διεπίστωσε, αντιστοιχούσαν σε δύο μεγάλου μεγέθους όργανα που ήταν συνδεδεμένα με τον εγκέφαλο με ένα νεύρο. Παρά το γεγονός ότι τα όργανα αυτά δεν διέθεταν φακούς, η ερευνήτρια θεώρησε ότι είναι ένα παράξενο είδος ματιών.

Η υποψία της επιβεβαιώθηκε δύο χρόνια αργότερα από τους φυσιολόγους του Γουντς Χόουλ και η επιβεβαίωση γέννησε ένα νέο ερώτημα: σε τι χρησιμεύουν αυτά τα μάτια αν δεν υπάρχει φως στον βυθό του ωκεανού; Το 1988, συμμετέχοντας σε μια ερευνητική αποστολή του Πανεπιστημίου της Ουάσιγκτον, η ερευνήτρια έπεισε τους συναδέλφους της να διερευνήσουν την ύπαρξη φωτός στην άβυσσο, παρ΄ όλο που αυτό δεν συμπεριλαμβανόταν στο πρόγραμμά τους. Η επιμονή της ανταμείφθηκε: τα όργανα μέτρησης αποκάλυψαν ένα αδρό, αόρατο στο ανθρώπινο μάτι, αλλά υπαρκτό φως, μια λάμψη γύρω από τα στόμια των «μαύρων καπνιστών».

Η ανακάλυψη ήταν συνταρακτική, όπως συμβαίνει όμως πολύ συχνά στην επιστήμη δεν φαινόταν να έχει μια απολύτως ικανοποιητική εξήγηση. Η προφανής ερμηνεία είναι αυτή της θερμικής ακτινοβολίας- ο «καπνός» που εκλύεται από τις πηγές ξεπερνά τους 350 βαθμούς Κελσίου-, δεν είναι όμως αρκετή. Ισχύει σε έναν πολύ μεγάλο βαθμό, ιδιαίτερα κοντά στο στόμιο των πηγών, δεν επαρκεί όμως για να εξηγήσει την ένταση της ακτινοβολίας και το γεγονός ότι αυτή φαινόταν μερικές φορές πιο έντονη σε απόσταση δέκα εκατοστών από τους «καπνιστές», όπου οι διαφορές θερμοκρασίας είναι μικρότερες απ΄ ό,τι κοντά στο στόμιο.

Μια θεωρία που προτάθηκε για την πλεονάζουσα ακτινοβολία ήταν η θραύση των κρυστάλλων θειούχων μετάλλων που περιέχονται στον μαύρο «καπνό» που βγαίνει από τις πηγές. Μια άλλη το φαινόμενο της «ηχοφωταύγειας», μιας λάμψης που μπορεί να προκαλείται από την «έκρηξη» μικροσκοπικών φυσαλίδων που φθάνουν σε πολύ υψηλές θερμοκρασίες και πιέσεις. Εντεκα χρόνια μετά την ανακάλυψη της λάμψης της αβύσσου, το 1999, δύο ερευνητές, ο Ντέιβιντ Τάπλεϊ του Κολεγίου του Σάλεμ και ο Μάλκομ Σικ του Πανεπιστημίου του Μέιν, έφθασαν στην πιο λογική αιτία: η ακτινοβολία προκαλείται από τις χημικές αντιδράσεις των στοιχείων που εκλύονται από τους «μαύρους καπνιστές». Πριν από μερικά χρόνια, το 2005, οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι η ερυθρή ακτινοβολία των υδροθερμικών πηγών χρησιμοποιείται από βακτήρια για να επιτελέσουν τη λειτουργία της φωτοσύνθεσης σε παντελή έλλειψη ηλιακού φωτός. Αυτό οδηγεί πολλούς στο να πιστεύουν ότι ανάλογα φωτοσυνθετικά βακτήρια μπορεί να υπάρχουν, ως μια μορφή ζωής, σε άλλους πλανήτες.

οταν η αύρα μεταφέρει δεδομένα

Εναν ασφαλή τρόπο για να παρακολουθούν το ευαίσθητο Μεγάλο Κοραλλιογενές Φράγμα βρήκαν αυστραλοί ερευνητές εκμεταλλευόμενοι το φαινόμενο του σχηματισμού «αγωγών εξάτμισης» VΙSUΑL

Ως πρόσφατα ήταν απλώς ενοχλητικό για τα ραντάρ και κυρίως για τους ναυτικούς που έβλεπαν ξαφνικά το σήμα να χάνεται από τις οθόνες τους. Σήμερα το φαινόμενο του σχηματισμού «αγωγών εξάτμισης» ανάμεσα στα ρεύματα του θαλασσινού αέρα αποκτά μια πολύτιμη χρησιμότητα. Οπως ανακοινώθηκε πριν από μερικές εβδομάδες, ερευνητές στην Αυστραλία σκοπεύουν να το εκμεταλλευθούν ως έναν απόλυτα φυσικό και μη παρεμβατικό τρόπο μεταφοράς δεδομένων για να παρακολουθούν επί εικοσιτετραώρου βάσεως τις συνθήκες στο εξαιρετικά ευαίσθητο Μεγάλο Κοραλλιογενές Φράγμα.

Η παρακολούθηση του απειλούμενου με εξαφάνιση κοραλλιογενούς συμπλέγματος στα ανοιχτά των βορειοανατολικών ακτών της Αυστραλίας αποτελεί μεγάλο πρόβλημα για τους ειδικούς. Τα κοράλλια είναι υπερβολικά ευαίσθητα και αντιδρούν στις παραμικρές μεταβολές και παρεμβάσεις, οπότε η χρήση κεραιών με αναμεταδότες ή καλωδίων οπτικών ινών μπορεί να έχει καταστρεπτικές συνέπειες για το ήδη τραυματισμένο οικοσύστημα. Η μεταφορά των δεδομένων σε «ασφαλή» απόσταση χωρίς αναμεταδότη είναι ωστόσο αδύνατη γιατί, εξαιτίας της καμπύλης της Γης, τα σήματα δεν μπορούν να ταξιδέψουν παράλληλα με την επιφάνειά της σε αποστάσεις μεγαλύτερες των 30 περίπου μέτρων χωρίς κάποια «εκτροπή» η οποία θα τα κατευθύνει στη σωστή πορεία. Αυτό ακριβώς κάνει, με φυσικό τρόπο, το φαινόμενο του σχηματισμού αγωγών εξάτμισης στην επιφάνεια των ωκεανών.

Αυτό προκαλείται ουσιαστικά από τις διαφορές στην υγρασία της ωκεάνιας ατμόσφαιρας και κατευθύνει τα ραδιοκύματα μέσα σε διόδους οι οποίες τα μεταφέρουν σε αποστάσεις μεγαλύτερες από αυτές που θα διήνυαν υπό κανονικές συνθήκες. Η υγρασία στα στρώματα αέρα επάνω από τους ωκεανούς μειώνεται απότομα όσο μεγαλώνει το υψόμετρο. Οταν τα ραδιοκύματα που ανεβαίνουν προς τα επάνω συναντούν ένα στρώμα με χαμηλότερη υγρασία, ανακλώνται και κατευθύνονται προς τα κάτω, ενώ παράλληλα τα ραδιοκύματα που κατευθύνονται προς τα κάτω «χτυπούν» στην υγρασία του ωκεανού και αλλάζουν πορεία προς τα επάνω. Αυτή η συνεχής αναπήδηση δημιουργεί ένα είδος καναλιού μέσα στο οποίο τα ραδιοκύματα μπορούν να κινηθούν κατά μήκος της επιφάνειας του ωκεανού σε μεγάλες αποστάσεις. Οι επιστήμονες έχουν ονομάσει αυτά τα κανάλια «αγωγούς εξάτμισης».

Παρ΄ ότι το φαινόμενο είχε γίνει αντιληπτό από τις πρώτες κιόλας ημέρες των ναυτικών ραντάρ, οι ειδικοί ως τώρα δεν είχαν εξετάσει την εκμετάλλευσή του για τις επικοινωνίες γιατί οι αγωγοί μπορούν να διακοπούν απότομα από μεταβολές της θερμοκρασίας, της ταχύτητας του ανέμου ή των συνθηκών της θάλασσας. Ο Γκράχαμ Γουντς, ο ερευνητής του Πανεπιστημίου Τζέιμς Κουκ της Κουίνσλαντ που ανέπτυξε το σύστημα παρακολούθησης των κοραλλιών, υποστηρίζει ωστόσο ότι στις τροπικές ζώνες του ωκεανού οι συνθήκες παραμένουν σχετικά σταθερές, εξασφαλίζοντας περίπου 80% αξιοπιστία. Στις ως τώρα δοκιμές το σύστημά του δείχνει ότι μπορεί να μεταφέρει δεδομένα που ισοδυναμούν με την ταυτόχρονη ζωντανή μετάδοση δέκα υψηλής ποιότητας βίντεο, ικανότητα την οποία φιλοδοξεί σύντομα να δεκαπλασιάσει. Αν αποδείξει την αξιοπιστία του, το νέο σύστημα θα μπορούσε επίσης να χρησιμοποιηθεί για τον έλεγχο της παράνομης αλιείας και του λαθρεμπορίου ναρκωτικών. τα κριλ και οι κλιματικές αλλαγές

Τα κριλ είναι μικροσκοπικά οστρακόδερμα που μοιάζουν με γαρίδες και μετακινούνται πάντοτε σε σμήνη, εξαιρετικά πολυπληθή. Οταν τα σμήνη ανεβαίνουν μαζικά προς την επιφάνεια προκαλούν τεράστιες αναταράξεις SΡL/VΙSUΑL

Ζουν σε όλους τους ωκεανούς, τρέφονται με πλαγκτόν και αποτελούν το πρωτεϊνούχο γεύμα που υπάρχει σε μεγαλύτερη αφθονία στη Γη. Τα κριλ είναι μικροσκοπικά οστρακόδερμα που μοιάζουν με γαρίδες και συνιστούν έναν σημαντικό κρίκο της διατροφικής αλυσίδας και της οικολογικής ισορροπίας του πλανήτη. Αν και η πλειονότητα των ειδών τους έχουν μήκος μόλις ένα με δύο εκατοστά, εντυπωσιάζουν με το πλήθος τους: μόνο το κριλ της Ανταρκτικής, το οποίο θεωρείται το πιο επιτυχημένο από αυτή την άποψη είδος στη Γη, εκτιμάται ότι έχει βιομάζα γύρω στα 500 εκατομμύρια τόνους, πενταπλάσια από αυτή του ανθρώπου.

Ακριβώς επειδή είναι τόσο μικρά, τα κριλ ακολουθούν την τακτική τού «η ισχύς εν τη ενώσει» και μετακινούνται πάντοτε σε σμήνη, εξαιρετικά πολυπληθή. Η συνήθεια αυτή έχει, όπως ανακάλυψαν σχετικά πρόσφατα οι επιστήμονες, μερικές απρόσμενες συνέπειες για το θαλάσσιο περιβάλλον και, ενδεχομένως, για το κλίμα του πλανήτη. Αυτό γιατί, όταν ανεβαίνουν μαζικά προς την επιφάνεια προς αναζήτηση της τροφής τους, προκαλούν τεράστιες αναταράξεις κάνοντας τα ήρεμα θαλασσινά νερά να αφρίζουν και να αναδεύονται με δύναμη.

Το 2006 ο Ερικ Κούνζε και ο Τζον Ντάουερ του Πανεπιστημίου της Βικτόρια του Καναδά μέτρησαν για πρώτη φορά τις αναταράξεις που προκαλούν τα κριλ στον όρμο Σάανιτς και κατέληξαν σε συμπεράσματα τα οποία άφησαν έκπληκτους τους επιστήμονες. Ενας λόγος γι΄ αυτή την έκπληξη ήταν το γεγονός ότι ως τότε η θεωρία πως οι βιολογικές διαδικασίες μπορούν να επηρεάσουν τις θαλάσσιες αναταράξεις αμφισβητείτο έντονα. Ενας δεύτερος ήταν αυτή καθαυτή η ένταση των βιολογικών αναταράξεων που προκαλούν τα μικροσκοπικά ζώα.

Οι μετρήσεις των καναδών ερευνητών έδειξαν ότι η βραδινή μαζική μετακίνηση των κριλ προς την επιφάνεια της θάλασσας αυξάνει τις αναταράξεις κατά τρεις ως τέσσερις μονάδες και εκατονταπλασιάζει τις αναμείξεις των στρωμάτων του νερού. Η ανάμειξη των στρωμάτων του νερού θεωρείται πολύ σημαντική από τους επιστήμονες επειδή τα επιφανειακά στρώματα των ωκεανών αναμειγνύονται με τα κατώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας και παίζουν ρόλο στην απορρόφηση του διοξειδίου του άνθρακα. Αν, με περαιτέρω έρευνες, αποδειχθεί ότι οι μετακινήσεις των κριλ έχουν ανάλογες επιπτώσεις σε όλα τα μήκη και πλάτη των θαλασσών, τότε οι αναταράξεις που προκαλούν θα πρέπει να ληφθούν υπόψη στα μοντέλα των ειδικών για τη μελέτη του «φαινομένου του θερμοκηπίου» και της κλιματικής μεταβολής.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Science
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk