Η «Μεγάλη Βρεταννία» στο στόχαστρο ξένων επενδυτών

Εχουν φουντώσει τα σενάρια ότι βρέθηκε αγοραστής για το ξενοδοχείο, εξ ου και η άνοδος της τιμής της μετοχής, αλλά από το περιβάλλον των βασικών μετόχων το ενδεχόμενο αυτό απορρίπτεται Η «Μεγάλη Βρεταννία» στο στόχαστρο ξένων επενδυτών Στην ιστορική διαδρομή του τακτικοί πελάτες του ξενοδοχείου ήταν αρχηγοί κρατών, βασιλείς και πρίγκιπες της εποχής, πρωθυπουργοί, υπουργοί και διεθνείς προσωπικότητες

Η «Μεγάλη Βρεταννία» στο στόχαστρο ξένων επενδυτών

Στην αρχή της περασμένης εβδομάδας η είδηση που «έπαιζε» πρώτη στα ξένα ειδησεογραφικά πρακτορεία ήταν η κοινή επένδυση του Μπιλ Γκέιτς, ιδιοκτήτη της Microsoft, και του σαουδάραβα μεγαλοεπενδυτή Αλουαλίντ μπιν Ταλάλ (πρώτου και τέταρτου αντίστοιχα στη λίστα του «Forbes» με τους πιο πλούσιους ανθρώπους στον κόσμο), οι οποίοι ξόδεψαν 3,7 δισ. δολάρια (περίπου 2,9 δισ. ευρώ) και αγόρασαν την αλυσίδα ξενοδοχείων Four Seasons. Οι ξενοδοχειακές επιχειρήσεις έχουν γίνει στόχοι εξαγορών χάρη στην εκτίναξη στα ύψη των τιμών των ακινήτων αλλά και γιατί ο τουρισμός, και ιδίως ο «επαγγελματικός» τουρισμός, γνωρίζει μεγάλη άνθηση. Κάτι θα ήξεραν για αυτή την εξέλιξη τα αδέλφια Θ. και Π. Λασκαρίδης του φερώνυμου εφοπλιστικού ομίλου και ο επιχειρηματίας κ. Β. Θεοχαράκης, οι οποίοι στις αρχές του 2004 κάλυψαν αύξηση μετοχικού κεφαλαίου ύψους 45 εκατ. ευρώ της εισηγμένης εταιρείας Λάμψα, που είναι ιδιοκτήτρια της «Μεγάλης Βρεταννίας», και έγιναν οι βασικοί μέτοχοι του ξενοδοχείου. Επισήμως σήμερα η Venture Ability, συμφερόντων του ομίλου Λασκαρίδη, κατέχει το 48% του μετοχικού κεφαλαίου και ο κ. Θεοχαράκης το 10%. Οι εν λόγω επιχειρηματίες γνώριζαν από ξενοδοχειακές business αφού είχαν επενδύσει στο καζίνο και ξενοδοχείο της Hyatt στη Θεσσαλονίκη, από το οποίο αποχώρησαν το 2006 με πολλά κέρδη όταν πούλησαν τα μερίδιά τους στην BC Partners. Τότε η αγοραπωλησία είχε ανέλθει σε 476 εκατ. ευρώ.


Η εξαγορά της «Μεγάλης Βρεταννίας» ξένισε, καθώς η εταιρεία επί 15 χρόνια ήταν ζημιογόνος και, εκτός του ξενοδοχείου, η Λάμψα ΑΕ δεν είχε κανένα άλλο περιουσιακό στοιχείο. Χαριτολογώντας μάλιστα, κάποιοι έλεγαν ότι τα δύο επιχειρηματικά σχήματα με την οικονομική άνεση που διέθεταν απλώς είχαν την πολυτέλεια να αγοράσουν ένα κεντρικό ξενοδοχείο: «Για να πίνουν τον καφέ τους και να κανονίζουν τις επιχειρηματικές τους συναντήσεις».


Μάλλον όμως οι συγκεκριμένοι επενδυτές είχαν άλλα σχέδια. Το ξενοδοχείο μετά και την τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων το 2004 έβγαλε στο τέλος της χρήσης για πρώτη φορά έπειτα από 15 χρόνια καθαρά κέρδη περίπου 1 εκατ. ευρώ. Θετικό αποτέλεσμα εμφάνισε και το 2005 (1,9 εκατ. ευρώ), κάτι που αναμένεται να επαναληφθεί και το 2006 αφού ήδη το πρώτο εξάμηνο τα καθαρά κέρδη ξεπέρασαν τα 2,3 εκατ. ευρώ.


* Η εξαγορά στο Βελιγράδι


Παράλληλα, τον Ιούνιο του 2006, η Λάμψα προχώρησε στην πρώτη της επένδυση στα 132 χρόνια λειτουργίας της. Εξαγόρασε αντί 11,08 εκατ. ευρώ το 51% της εταιρείας που ελέγχει το ξενοδοχείο Hyatt Regency στο Βελιγράδι. Το εν λόγω ακίνητο βρίσκεται στη νέα πόλη του Βελιγραδίου, έχει δυναμικότητα 308 δωματίων και διαθέτει συνεδριακούς χώρους και αίθουσες εκδηλώσεων. Η Hyatt International έχει τη διαχείριση του ξενοδοχείου για τα επόμενα 23 χρόνια.


Σύμφωνα με πληροφορίες, πρόθεση του ομίλου Λασκαρίδη είναι η ενίσχυση του χαρτοφυλακίου των ξενοδοχείων της Λάμψα στα Βαλκάνια, καθώς διαβλέπει σημαντικά περιθώρια ανάπτυξης κυρίως στον «επαγγελματικό» τουρισμό (business ταξίδια λόγω της οικονομικής ανάπτυξης στη συγκεκριμένη περιοχή). Αλλωστε είναι κοινό μυστικό ότι ο όμιλος Λασκαρίδη ενισχύει τα ποσοστά του στη «Μεγάλη Βρετανία». Πρόσφατα θέση στο μετοχικό κεφάλαιο της Λάμψα απέκτησαν η UBS με 5,09% και η ΒΝΡ Paribas με 5,06%. Λέγεται ότι πίσω από τα τμήματα private banking των δύο οίκων βρίσκεται ο όμιλος Λασκαρίδη. Σημειώνεται ότι η μετοχή της εταιρείας βρίσκεται στα 11 ευρώ, στο ανώτατο σημείο των τελευταίων έξι ετών, και η κεφαλαιοποίηση της Λάμψα έχει εκτιναχθεί στα 235 εκατ. ευρώ.


Η αποτίμηση είναι «απαιτητική», αν και είναι πραγματικά δύσκολο να πει κανείς με σιγουριά πόσο κάνει η εταιρεία σε περίπτωση που βασιστεί σε κλασικές μεθόδους αποτίμησης (αξία παγίων μείον τα δάνεια) και δεν προσμετρήσει τις προοπτικές του κλάδου. Ουσιαστικά η περιουσία της Λάμψα σήμερα είναι το κτίριο της «Μεγάλης Βρεταννίας» στο Σύνταγμα και πρόσφατα το κτίριο του ξενοδοχείου Hyatt στο Βελιγράδι. Η φημολογούμενη εμπλοκή (και μετοχική) του γνωστού χρηματιστή κ. Σπ. Μπέλλου, έχει πυροδοτήσει τα σενάρια ότι έχει βρεθεί αγοραστής για το ξενοδοχείο, εξ ου και η άνοδος της τιμής της μετοχής, αλλά από το περιβάλλον των βασικών μετόχων το σενάριο αυτό απορρίπτεται. Οπως αναφέρουν χρηματιστηριακοί παράγοντες, η Λάμψα μπορεί εύκολα να πωληθεί σε funds μεγάλης ακίνητης περιουσίας από το εξωτερικό, καθώς υπάρχει μεγάλη ζήτηση. Το ενδεχόμενο να πωληθεί σε μεγάλη ξενοδοχειακή αλυσίδα είναι μικρό, καθώς η σύμβαση για τη διαχείριση του ξενοδοχείου από τη Starwood για τα επόμενα 25 χρόνια αποτελεί αποτρεπτικό παράγοντα, εκτός βεβαίως αν ενδιαφερθεί η ίδια η Starwood που πρόσφατα απέκτησε το management του Αστέρα Βουλιαγμένης.


* Ο όμιλος Λασκαρίδη


Το 1974 τα αδέλφια Λασκαρίδη απέκτησαν το πρώτο τους πλοίο-ψυγείο. Σήμερα θεωρούνται από τους μεγαλύτερους εφοπλιστές στον κόσμο στη συγκεκριμένη κατηγορία της ποντοπόρου ναυτιλίας.


Το 1999 ο όμιλος Λασκαρίδη αγόρασε την αεροπορική εταιρεία Cronus και τον Οκτώβριο του 2001 η εταιρεία αυτή συγχωνεύθηκε με την Aegean του ομίλου Βασιλάκη, διατηρώντας το 26% του μετοχικού κεφαλαίου. Η μόνη δραστηριότητα όπου τα δύο αδέλφια δεν δρουν από κοινού είναι η ακτοπλοΐα. Εκεί δραστηριοποιείται μόνος του ο κ. Π. Λασκαρίδης, ο οποίος πρόσφατα απέκτησε το 37% της Hellenic Seaways, ενώ ελέγχει και ποσοστό άνω του 5% στις Μινωικές Γραμμές.



132 χρόνια σημείο αναφοράς


Η «Μεγάλη Βρεταννία» δεν είναι απλώς το πολυτελέστερο ξενοδοχείο της Αθήνας. Από τη στιγμή που δέχθηκε τον πρώτο της πελάτη – το 1874 – αποτελεί σημείο αναφοράς της κοινωνικής, πολιτιστικής, πολιτικής και οικονομικής ζωής της Αθήνας και της χώρας.


Στα 132 χρόνια της λειτουργίας του ξενοδοχείου παρακολουθούμε την εξέλιξη μιας κυρίως αγροτικής κοινωνίας, μισό μόνον αιώνα από την απελευθέρωση της χώρας από τον τουρκικό ζυγό και από την ίδρυση ενός μικρού, ανεξάρτητου, φτωχού κρατιδίου, την πορεία της σταδιακής αναβάθμισής του σε ένα σύγχρονο κράτος και τη δημιουργία μιας αστικής τάξης με ευρωπαϊκό προσανατολισμό.


Οι ιστορικές εξελίξεις είχαν σοβαρό αντίκτυπο στην πορεία του ξενοδοχείου. Ο κ. Μορίς Μοντιάνο, πρόεδρος του ΔΣ της ιδιοκτήτριας εταιρείας, λέει: «Η ίδρυση του ξενοδοχείου, χάρη στη διορατικότητα του Στάθη Λάμψα, ήταν σαφώς μια υπέρβαση για την εποχή, η δε λειτουργία του βοήθησε στην εισαγωγή στη νέα τότε κοινωνία των Αθηνών δυτικών προτύπων και στη δημιουργία μιας δυνατής αστικής νοοτροπίας. Η ύπαρξη ενός ξενοδοχείου ισαξίου με τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά, στο οποίο οι επισκέπτες αισθάνονταν άνετα, σε οικείο περιβάλλον, έθεσε τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη ταξιδιωτικού ρεύματος υψηλού επιπέδου και απετέλεσε πρότυπο για την εν συνεχεία ανάπτυξη και άλλων ξενοδοχείων και λοιπών δραστηριοτήτων».


Στην ιστορική διαδρομή τακτικοί πελάτες του ξενοδοχείου ήταν αρχηγοί κρατών, βασιλείς και πρίγκιπες της εποχής, πρωθυπουργοί και υπουργοί, διεθνείς επιχειρηματίες, άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών, επιφανείς δημοσιογράφοι, γνωστοί ηθοποιοί του θεάτρου και του κινηματογράφου και πολλοί περιηγητές. Η αστική κοινωνία της Αθήνας αγκάλιασε το ξενοδοχείο. Η «Μεγάλη Βρεταννία», στο στυλ των μεγάλων πολυτελών ξενοδοχείων της Ευρώπης, ήταν πάντοτε ο χώρος των μεγάλων κοινωνικών εκδηλώσεων. Δεξιώσεις, χοροεσπερίδες, κοτιγιόν, γάμοι, παρουσιάσεις μόδας, συνεστιάσεις γίνονταν πάντοτε στις αίθουσές του, ενώ τα σαλόνια και το μπαρ ήταν τα σημεία συνάντησης επιχειρηματιών και πολιτικών και στέκι των κοσμικών Αθηναίων.


Ας σημειωθεί όμως ότι – με εξαίρεση την προσθήκη 36 νέων δωματίων στον 6ο και στον 7ο όροφο το 1974 και τη δημιουργία το 1976 του «GB Corner» και του νέου τότε μπαρ – καμία ουσιαστική προσπάθεια εκσυγχρονισμού του ξενοδοχείου δεν είχε γίνει από το 1955, οπότε ανακατασκευάστηκε η πλευρά του κτιρίου προς την πλατεία Συντάγματος.


Πρώτος ιδιοκτήτης ήταν ο Ευστάθιος Λάμψας, ενώ για πολλά χρόνια το ξενοδοχείο ανήκε στην Εθνική Τράπεζα και στην πολυεθνική Starwood. Στο Χρηματιστήριο η Λάμψα ΑΕ εισήχθη το 1947.


Το έτος 2000 αποτελεί σημαντικό σταθμό για τη νεότερη ιστορία της «Μεγάλης Βρεταννίας». Τότε η εταιρεία Hyatt Regency ΑΕ απέκτησε τον έλεγχο της εταιρείας Ελληνικά Ξενοδοχεία – Λάμψα ΑΕ. Οι μέτοχοι της Hyatt αποφάσισαν ότι η ριζική ανακαίνιση του ξενοδοχείου είναι απαραίτητη ώστε να ξαναβρεί η «Μεγάλη Βρεταννία» την παλαιά αίγλη της. Το 2005 η Hyatt πούλησε τις μετοχές της στους ιδιοκτήτες του ξενοδοχείου, στην οικογένεια Λασκαρίδη, η οποία ήταν ήδη από τους κύριους μετόχους στη Λάμψα ΑΕ.


Προηγουμένως όμως και εν όψει των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 το ξενοδοχείο ανακαινίστηκε. Το ποσό που επενδύθηκε έφθασε στα 82 εκατ. ευρώ. Η ανακαινισμένη «Μεγάλη Βρεταννία» διαθέτει 290 δωμάτια και 31 σουίτες. Τη διαχείριση του ξενοδοχείου για τα επόμενα 25 χρόνια την έχει αναλάβει η Starwood Hotels & Resorts, η οποία το συγκαταλέγει στη συλλογή Luxury Collection, η οποία περιλαμβάνει μερικά από τα πολυτελέστερα ξενοδοχεία του κόσμου. Η Starwood είναι μία από τις κορυφαίες εταιρείες ξενοδοχείων και τουρισμού στον κόσμο με περίπου 850 ξενοδοχεία σε περισσότερες από 95 χώρες.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version