OΤζιόρτζιο ντε Κίρικο αποτελεί σίγουρα μία από τις πιο αινιγματικές μορφές της τέχνης του 20ού αιώνα. Ανισος και ανακόλουθος όσο και ιδιοφυής, κατέληξε να θεωρείται ένας από τους πρωτοπόρους του μοντερνισμού κυρίως για το πρώιμο έργο του, παρ΄ ότι ωριμάζοντας αντιστρατευόταν ολοένα περισσότερο τα μοντερνιστικά προτάγματα.
Γεννημένος στον Βόλο το 1888 από σικελούς γονείς, σπούδασε Καλές Τέχνες στην Αθήνα και έπειτα έφυγε για το Μόναχο, όπου γοητεύθηκε από τη φιλοσοφία του Σόπενχαουερ και του Νίτσε. Ηταν όμως περίπου το 1910, πίσω στην Ιταλία, που άρχισε να φιλοτεχνεί τους πρώτους πίνακες, οι οποίοι μετέπειτα έγιναν τόσο χαρακτηριστικοί: απροσδιόριστες, παράξενες ατμόσφαιρες, άδειοι χώροι, παράλογες σκιές, απροσδόκητη προοπτική και προκλητικές αντιπαραθέσεις αντικειμένων. Αφότου εξέθεσε τους πίνακες αυτούς στο Παρίσι, τράβηξε την προσοχή του Πάμπλο Πικάσο και συνδέθηκε φιλικά με τον Γκιγιόμ Απολινέρ . Εκεί άρχισε να αναπτύσσει τη θεωρία μιας «μεταφυσικής ενόρασης» προς μια πραγματικότητα που κρυβόταν πίσω από τα φαινόμενα.
Το 1915 επέστρεψε στην Ιταλία και για πολύ σύντομο χρονικό διάστημα βρέθηκε στο μέτωπο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όπου όμως έπαθε νευρικό κλονισμό.
Στο στρατιωτικό νοσοκομείο γνώρισε τον Κάρλο Καρά, μαζί με τον οποίο ίδρυσε την περίφημη Μεταφυσική Σχολή. Η ομάδα ωστόσο διαλύθηκε το 1920 και ήδη ο Ντε Κίρικο εξερευνούσε άλλες οδούς.
Μολονότι από εκείνη την περίοδο και μετά ο Ντε Κίρικο στράφηκε για έμπνευση στους μεγάλους ζωγράφους της Αναγέννησης και του Μπαρόκ- υποστηρίζοντας ότι του είχε «αποκαλυφθεί» η μεγάλη ζωγραφική- η φήμη του ως πρωτοπόρου εντάθηκε. Επιστρέφοντας στο Παρίσι, οι σουρεαλιστές τον χαιρέτισαν ως «δάσκαλο» και πρόγονό τους, μολονότι ο ίδιος ουδέποτε είχε ασπαστεί τις τεχνικές της αυτόματης γραφής.
Η τέχνη του Ντε Κίρικο ποτέ δεν ανέκτησε τη λεπτότητα και την αινιγματικότητα της περιόδου 1910-1920. Η όψιμη παραγωγή του- η οποία στην περίπτωσή του καλύπτει σχεδόν τις έξι τελευταίες δεκαετίες της ζωής του- γενικώς δεν εκτιμάται και θεωρείται περισσότερο μια στεγνή επίδειξη τεχνικής. Ως τον θάνατό του το 1978 συνέχισε να ζωγραφίζει εμπνευσμένος από τις υποτιθέμενες «κλασικές» αξίες της ιταλικής ζωγραφικής, δίχως ωστόσο ιδιαίτερη επιτυχία.
Τα διάσπαρτα στοιχεία νεοκλασικισμού και μορφολογικής αυστηρότητας και υπερβολής στο έργο του Ντε Κίρικο- ίσως και η αρχική έμπνευσή του από τον Σόπενχαουερ και τον Νίτσε- επέσυραν κατά καιρούς κατηγορίες για σχέσεις με τη φασιστική ιδεολογία. Κάτι τέτοιο ωστόσο δεν προκύπτει με πειστικό τρόπο ούτε έχει στοιχειοθετηθεί επαρκώς και οι φασίστες- λάτρεις του έργου του για σύντομη περίοδο – γρήγορα αντιλήφθηκαν την εγγενή ειρωνεία και την αστάθεια στις επιλογές του ζωγράφου και τον εγκατέλειψαν γρήγορα, όπως άλλωστε και όλοι οι άλλοι, συμπεριλαμβανομένων και των σουρεαλιστών.
Ο Τζιόρτζιο ντε Κίρικο αποτελεί παράξενο φαινόμενο. Το σύνολο του έργου θα έλεγε κανείς ότι είναι μάλλον μέτριο. Ωστόσο, η παραγωγή του εκείνη τη δεκαετία 1910-1920 είναι μια από τις πιο λαμπρές, ιδιότυπες και μοναδικές καλλιτεχνικές εκφάνσεις που έχουν εμφανιστεί ποτέ. Και του έχει κερδίσει μια απολύτως προσωπική και αδιαμφισβήτητη θέση στο πάνθεον της ιστορίας της τέχνης.
