Πάει σχεδόν ένας αιώνας από τότε που, με τη δολοφονία του αυστριακού αρχιδούκα Φερδινάνδου
στο Σεράγεβο, το 1914, τα Βαλκάνια δικαιολόγησαν μια και καλή το εφιαλτικό τους παρατσούκλι της «πυριτιδαποθήκης της Ευρώπης». Σήμερα, 94
χρόνια μετά την έκρηξη του Α Δ Παγκοσμίου Πολέμου, η γειτονιά μας στα Βαλκάνια ζει και πάλι κρίσιμες στιγμές, καθώς η «καρδιά» της πυριτιδαποθήκης, η σερβική επαρχία του Κοσσυφοπεδίου, μπαίνει πλέον και επίσημα σε τροχιά απόσχισης,
απειλώντας να συμπαρασύρει σε περιπέτειες ολόκληρη την περιοχή, αφού όπως έγραψε ο Νίκος Εγγονόπουλος και τραγούδησε ο Διονύσης Σαββόπουλος , ως γνωστόν «εδώ είναι Βαλκάνια,δεν είναι παίξε γέλασε».
O ι τελευταίες διαπραγματεύσεις στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ κατέρρευσαν, νομοτελειακά, πριν από λίγες ημέρες, και το χάσμα αντιλήψεων μεταξύ των δύο πραγματικών «παικτών» του μεγάλου βαλκανικού παιχνιδιού, δηλαδή των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ευρωπαϊκής Ενωσης (ΕΕ), από τη μια πλευρά, και της Ρωσίας από την άλλη, μοιάζει βαθύτερο παρά ποτέ, προξενώντας ψυχροπολεμικά ρίγη αγωνίας. Οι εξελίξεις έδειξαν καθαρά ότι οι δυτικοί πρωταγωνιστές του «ανθρωπιστικού» πολέμου του 1999 πιέζουν τώρα ασφυκτικά το Βελιγράδι να εγκαταλείψει το Κοσσυφοπέδιο, το «λίκνο» του σερβικού έθνους, με αντάλλαγμα μια θέση στο «τρένο» που καταλήγει στις Βρυξέλλες. Στην κοινή ανακοίνωση την οποία εξέδωσαν μάλιστα οι ΗΠΑ και η ΕΕ μετά το πέρας της συνεδρίασης του Συμβουλίου Ασφαλείας, στις 20 Δεκεμβρίου, αναφέρεται ρητά ότι η Ενωση «θα αναλάβει τον κεντρικό ρόλο στην εφαρμογή του νέου καθεστώτος».
Λίγες ημέρες νωρίτερα, στη Σύνοδο Κορυφής των Βρυξελλών, οι ευρωπαίοι ηγέτες είχαν επικυρώσει την αποστολή μεγάλης αστυνομικής δύναμης στο Κοσσυφοπέδιο (μακράν της μεγαλύτερης αποστολής της Ευρωπαϊκής Ενωσης εκτός συνόρων, καθώς θα συνενώνει 1.800 αστυνομικούς, δικαστές και εισαγγελείς) που θα έχει ως κύρια αποστολή την υποστήριξη της ντε φάκτο ανεξαρτητοποίησης του Κοσσυφοπεδίου στις αρχές του 2008. Ταυτόχρονα, πρότειναν παρασκηνιακά στη Σερβία πορεία «εξπρές» προς την Ενωση, με αντάλλαγμα την αναγνώριση της ανεξαρτησίας της επαρχίας του. Το Βελιγράδι όμως με δηλώσεις κορυφαίων αξιωματούχων του επιμένει ότι δεν ανταλλάσσει το Κοσσυφοπέδιο με τίποτα- και «γαία πυρί μειχθήτω».
Οι αλβανόφωνοι ηγέτες της επαρχίας (και ιδιαίτερα ο πρώην διοικητής του UCΚ και «τρομοκράτης» για τους Σέρβους Χασίμ Θάτσι ), παρ΄ ότι απειλούσαν ότι στις 11 Δεκεμβρίου θα προχωρήσουν σε μονομερή ανακήρυξη της ανεξαρτησίας, έκαναν πίσω προσωρινά. Χρειάστηκαν, φυσικά, ισχυρές αμερικανικές και ευρωπαϊκές πιέσεις που έβαλαν φρένο στην αλαζονεία της «δασκαλεμένης», από καιρό, αλβανόφωνης ηγεσίας.
Ο λόγος είναι προφανής. Αμερικανοί και Ευρωπαίοι συνειδητοποιούν τώρα ότι τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά όσο περίμεναν και προσπαθούν να «τρενάρουν» την αναγνώριση τουλάχιστον ως τις σερβικές προεδρικές εκλογές τον Φεβρουάριο του 2008, ώστε να αποφύγουν μια (σχεδόν βέβαιη) εθνικιστική στροφή των Σέρβων στις κάλπες. Οι προθέσεις τους όμως είναι ξεκάθαρες: η αμερικανική διπλωματία έσπευσε άλλωστε να «ψηφίσει» υπέρ της ανεξαρτησίας του κρατιδίου πριν και από τους ίδιους τους πολίτες της χώρας, προειδοποιώντας τη Σερβία «να μην προσπαθήσει να προκαλέσει αστάθεια στο βόρειο τμήμα της επαρχίας». Με άλλα λόγια, οι Αμερικανοί προωθούν ανοιχτά μια «τελική λύση»αν όχι ντε γιούρε νομιμοποίησης, τουλάχιστον ντε φάκτο μονιμοποίησης των τετελεσμένων του 1999.
Οι ιθύνοντες της πολιτικής της Δύσης στα Βαλκάνια, όπως και το 1992, το 1995 και το 1999, είναι φανερό ότι δεν έχουν διδαχθεί τίποτε από την Ιστορία. Νόμισαν, και ακόμη το νομίζουν, πως μπορούσαν να λύσουν το «γιουγκοσλαβικό ζήτημα» με τους Σέρβους στη γωνία, ηττημένους και ταπεινωμένους. Αγνόησαν το γεγονός ότι η Σερβία είναι οργανικό κομμάτι της βαλκανικής ισορροπίας δυνάμεων, και ότι κανείς «μαθητευόμενος μάγος» από την άλλη μεριά της Μάγχης ή του Ατλαντικού δεν μπορεί να ξανασχεδιάσει τον χάρτη της περιοχής κατά το δοκούν, χωρίς τη συναίνεση του Βελιγραδίου.
Πόσο μάλλον που στο πλευρό των Σέρβων μπήκε πλέον δυναμικά η νέα, ισχυρή Ρωσία του Βλαντίμιρ Πούτιν , η οποία ουδεμία σχέση έχει με τη Ρωσία του «μεθυσμένου τσάρου» Μπορίς Γέλτσιν . Αμερικανοί και Ευρωπαίοι, προφανώς, δεν υπολόγισαν σωστά τον ρωσικό παράγοντα. Ηλπιζαν ότι θα παζαρέψουν με το Κρεμλίνο και ότι αργά ή γρήγορα «θα τα βρουν». Υποτίμησαν όμως την αποφασιστικότητα του ρώσου προέδρου, ο οποίος έχει βαλθεί να επαναφέρει τη χώρα του στο στάτους της παγκόσμιας υπερδύναμης, το οποίο διέθετε ως το 1991 η τότε ΕΣΣΔ.
Ξέχασαν ότι ακόμη και το 1999 η (πλήρως αποδυναμωμένη) Ρωσία δεν δίστασε να καταλάβει το αεροδρόμιο της Πρίστινας και να ρισκάρει μια ολομέτωπη αντιπαράθεση με το ΝΑΤΟ, για να αποτρέψει την ταπείνωση των Σέρβων.
Οπως ξεχνούν και τις ευρύτερες αλυτρωτικές αντιλήψεις περί «Μεγάλης Αλβανίας», οι οποίες αυτό τον καιρό θεριεύουν ξανά, εντός και εκτός του προτεκτοράτου. Εμμέσως πλην σαφώς, το Βελιγράδι προειδοποιεί ότι με ένα «νεύμα» του η «Ρεπούμπλικα Σέρμπτσκα» του έτερου ουσιαστικά βαλκανικού προτεκτοράτου, της ετοιμόρροπης Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, μπορεί να ακολουθήσει τον δρόμο των Αλβανών του Κοσσυφοπεδίου. Ο,τι «πρέπει» δηλαδή για να αρχίσει η χιονοστιβάδα των αποσχίσεων να κυλάει όχι μόνο στα Βαλκάνια, όπου έτσι κι αλλιώς «παραμονεύουν» μειονότητες στην πΓΔΜ, αλλά και σε ολόκληρη την Ευρώπη.
