ΟΙ ΗΜΕΡΕΣ ΤΟΥ, μετά την τελευταία αγροτική κινητοποίηση, κυλούν μεταξύ επανάστασης και απόγνωσης. Αυτή την εποχή δεν υπάρχει δουλειά στα χωράφια για τους καλλιεργητές βάμβακος. Οι ώρες του σέρνονται στο καφενείο του χωριού. Το βράδυ τον βρίσκει να συζητά, με τσίπουρο και «δηλωτή», τα τελευταία νέα από το «μέτωπο»: φήμες, κουτσομπολιά, ειδήσεις «πέφτουν» στο τραπέζι μαζί με τα φύλλα της τράπουλας. Ολο και πετάγεται κάποιος ως την Καρδίτσα και γυρνά με πληροφορίες από «πρώτο χέρι». Η συζήτηση ανάβει ξανά.
Οταν αποφάσισε να καλλιεργεί αποκλειστικά βαμβάκι, όπως και τόσοι άλλοι στον κάμπο της Θεσσαλίας, δεν είχε φανταστεί ότι τα πράγματα θα έφταναν μια μέρα σε τέτοιο σημείο. Είναι αλήθεια πως με τις επιδοτήσεις που έπαιρνε κάθε χρόνο το εισόδημά του είχε αυξηθεί, σκεφτόταν μάλιστα να αγοράσει και κάποια μηχανήματα που χρειαζόταν. Ευτυχώς, έμεινε στη σκέψη. Αλλιώς τώρα θα έτρεχε, όπως δύο – τρεις άλλοι συγχωριανοί του, στην Αγροτική Τράπεζα και στο υποθηκοφυλακείο μήπως σταματήσει τις κατασχέσεις και σώσει τα χωράφια του. Σε όλη την περιοχή της Καρδίτσας η καταστροφή ήταν άνευ προηγουμένου. Η σοδειά μειώθηκε ως και 40%, η ποιότητα του βάμβακος υποβαθμίστηκε τόσο ώστε πια με δυσκολία πωλείται.
Πολλοί στο χωριό του και στα γύρω χωριά βρίσκονται σε απόγνωση. Στο καφενείο όλο η ίδια κουβέντα: «Δεν συνερχόμαστε με τίποτα…». Δεν ζητάνε βοήθεια. Απλώς λένε τον πόνο τους. Ενας – δύο έχουν εξαφανιστεί ακόμη και από εκεί. Είναι εκείνοι που έφτασαν στο έσχατο σημείο ανέχειας. Δανείζονται ακόμη και ένα χιλιάρικο για ψωμί. Δεν του φαίνεται παράξενο. Τόσα άτομα βρέθηκαν ξαφνικά με χρέη εκατομμυρίων. Από χωράφια 35 και 40 στρεμμάτων, όλα φυτεμένα με βαμβάκι, τι έσοδο να έχεις; Στο καφενείο ο καθένας έχει τη δική του εξήγηση για την καταστροφή. Ο ένας λέει «έριξε τις τιμές η ΕΟΚ…», ο άλλος «έριξε καρεκλοπόδαρα τον Αύγουστο…», ο τρίτος «φταίει και η κυβέρνηση που δεν ενδιαφέρεται για μας». Σε ένα μόνο συμφωνούν όλοι: στον ρόλο των κομμάτων. Οταν λέει ο πρόεδρος «εδώ τα κόμματα τελείωσαν», όλοι γνέφουν καταφατικά. Μπροστά στη μεγάλη ανάγκη άφησαν τα κομματικά κατά μέρος. Στην κοινότητα Ματαράγκας, όπως του είπε ο κουμπάρος του, η Τοπική Οργάνωση ΠαΣοΚ κήρυξε τους βουλευτές όλων των κομμάτων ανεπιθύμητους.
Τα ίδια πάνω – κάτω συμβαίνουν και στα άλλα χωριά. Σε ορισμένα μάλιστα έχουν φτάσει στα άκρα. «Εδώ θα γίνει το νέο Κιλελέρ!», λένε. Οι περισσότεροι τοπικοί αγροτικοί σύλλογοι έχουν διαλυθεί. Οπου ήταν πάνω από δύο ενώθηκαν όλοι σε έναν, με διακομματικό προεδρείο. Αυτά στην Καρδίτσα. Στη Λάρισα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Από την άλλη πλευρά του Πηνειού τα χωράφια είναι μεγαλύτερα και οι αγρότες δεν καλλιεργούν μόνο βαμβάκι, αλλά και σιτάρι, ζαχαρότευτλα, οπωροφόρα… Από εκείνες τις περιοχές λίγοι κατέβηκαν στις πρώτες κινητοποιήσεις. Τώρα αφήνουν να μαθευτεί πως μπορεί να μη συμμετάσχουν ξανά.
Η αδερφή του, που παντρεύτηκε στον Αμπελώνα, του έλεγε ότι στο χωριό οι κομματικοί εκπρόσωποι έχουν στραφεί ο ένας εναντίον του άλλου. Οι του ΠαΣοΚ υποστηρίζουν ότι παραπλανήθηκαν στην πρώτη κινητοποίηση και αργότερα, όταν θέλησαν να αποσύρουν τα τρακτέρ τους, οι εκπρόσωποι της συντονιστικής επιτροπής δεν τους άφησαν. Αρκετοί, του είπε, αφήνουν αιχμές ότι στις κινητοποιήσεις συμμετέχουν περισσότερο οι κατέχοντες και ότι το ΚΚΕ προσπαθεί να ελέγξει τους κατά τόπους συλλόγους για να έχει «το πάνω χέρι» στη Θεσσαλία. Γι’ αυτούς έχει γίνει ζήτημα ζωής και θανάτου.
Ο ίδιος αμφιβάλλει αν έχουν τα κόμματα τόση επιρροή στους απλούς αγρότες. Του το ‘λεγε και ο φίλος του, ο πρόεδρος της Φαλάννης: «Εγώ κομματικό στέλεχος είμαι, αλλά στη βάση δεν μπορώ να παρέμβω. Τι να πω σε κάποιον που παλεύει για το εισόδημά του;». Στο χωριό του πολλοί έπαθαν ζημιά με τις επιδοτήσεις. Μερικοί πήραν γεωργικά μηχανήματα, άλλοι σπίτια και αυτοκίνητα. Και κάποιοι κυκλοφορούσαν με BMW και Mercedes. Τότε τους ζήλευε. Τώρα πολλοί από αυτούς έχουν πνιγεί στα χρέη.
Θυμάται ακόμη το παράπονο του φίλου του του Αντώνη, μια φορά που ήρθε στην περιοχή τους για συναυλίες ένας τραγουδιστής από την Αθήνα. Ο Αντώνης δανείστηκε για να πληρώσουν τα παιδιά του το εισιτήριο. «Δεν μπορούσα να τους πως όχι. Εκείνη τη στιγμή δεν είχα λεφτά, αλλά σκέφτηκα: Και εμείς άνθρωποι είμαστε. Πρέπει κάποτε να διασκεδάζουμε». Τα παιδιά του φίλου του δεν ήθελαν να σπουδάσουν. Εμειναν στο χωριό, έγιναν και εκείνα αγρότες και ως πέρυσι δεν το είχαν μετανιώσει. Μετά τη φετινή καταστροφή της σοδειάς και τις ακατανόητες εξηγήσεις της κυβέρνησης για την πολιτική της Κοινότητας, άρχισαν να σκέφτονται μήπως είναι καλύτερα να φύγουν, να αναζητήσουν δουλειά σε μια μεγάλη πόλη. Ο δικός του γιος, ο Σταύρος, είναι πέντε χρόνων και η κόρη του, η Χριστίνα, επτά. Το μέλλον τους τον προβληματίζει. Κάνει από τώρα οικονομίες γιατί θέλει να σπουδάσουν. Αλλιώς θα εξαρτώνται και εκείνοι όπως και αυτός από τον κάθε κύριο Πατάκη.
