” «Πόθεν έσχες» για κομματικά στελέχη “
Τολμηρές προτάσεις για το «πόθεν έσχες» των πολιτικών όλων των βαθμίδων εισηγείται ο Πρόεδρος της Βουλής κ. Απόστολος Κακλαμάνης με αφορμή τις πολυδάπανες προεκλογικές εκστρατείες αρκετών υποψηφίων στις πρόσφατες εκλογές για την τοπική αυτοδιοίκηση. Μιλώντας στο «Βήμα», ο κ. Κακλαμάνης ζητεί να επεκταθούν και στους δήμους και στις νομαρχίες οι έλεγχοι, τόσο για τις προεκλογικές δαπάνες των υποψηφίων όσο και για τη διαχείριση και τις αναθέσεις έργων και προμηθειών. Παράλληλα καλεί τα κόμματα να υιοθετήσουν, εν όψει της συζήτησης σχετικού νομοσχεδίου το αμέσως επόμενο διάστημα, να συμφωνήσουν στη λήψη αυστηρότερων και αποτελεσματικότερων μέτρων για το «πόθεν έσχες», όπως η επέκταση της υποχρέωσης υποβολής δήλωσης και στα κομματικά στελέχη, η «δήμευση» των μη δηλουμένων περιουσιακών στοιχείων και η θέσπιση κινήτρων για όσους συμβάλλουν στην αποκάλυψη των όσων αποκρύπτονται. Ο ίδιος, αντιθέτως, εμφανίζεται πολύ επιφυλακτικός με το επαγγελματικό ασυμβίβαστο των βουλευτών, στο οποίο παραδέχεται ότι υπήρξε βιασύνη και ζητεί να γίνει προσεκτική εφαρμογή του. Οσο για τα αποτελέσματα των πρόσφατων εκλογών, ο Πρόεδρος της Βουλής εκτιμά ότι το ΠαΣοΚ αντιμετώπισε αποτελεσματικά την επιθετική στρατηγική, δηλώνει ξεκάθαρα ότι διαφωνεί με τα χρίσματα που δίδουν τα κόμματα, ενώ επισημαίνει ότι θα έπρεπε να γίνονται πιο συχνά κυβερνητικοί ανασχηματισμοί.
– Κύριε Πρόεδρε, στις πρόσφατες δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές ζήσαμε πολλές παραδοξότητες. Μία από αυτές ήταν ότι και τα δύο μεγάλα κόμματα πανηγύριζαν προτού ακόμη κλείσουν οι κάλπες. Το βρίσκετε λογικό;
«Συμβαίνουν αυτά σε κάθε αναμέτρηση, ακόμη και στους ποδοσφαιρικούς αγώνες!.. Ας σοβαρευτούμε όμως. Δύο ήσαν οι αντίπαλες στρατηγικές σ’ αυτές τις εκλογές. Η επιθετική της ΝΔ και η αμυντική του ΠαΣοΚ. “Στείλτε μήνυμα” η πρώτη, “θα τα πούμε στο τέλος της τετραετίας” η δεύτερη. Το ΠαΣοΚ αντιμετώπισε την επιθετική στρατηγική της ΝΔ και αντέστη επιτυχώς. Οσο για τα “κέρδη” και τις “ζημίες”, εδώ “σημειώσατε Χ”. Δεν υπήρξαν σημαντικές και καθοριστικές για “μελλοντικές εξελίξεις” αλλαγές και αυτό είναι γενικότερα, νομίζω, αποδεκτό».
– Ζήσαμε όμως και άλλα παράδοξα φαινόμενα, όπως τις εκλογικές δαπάνες, που ξεπέρασαν και αυτές των βουλευτικών εκλογών.
«Για μένα αυτό είναι το μείζον θέμα που προέκυψε από αυτές τις εκλογές. Σε αυτό πρέπει να εγκύψουμε όλοι, αν θέλουμε οι νεοπαγείς θεσμοί της αποκέντρωσης και της αυτοδιοίκησης, που ήδη έχουν ως ένα βαθμό φθαρεί, να μην εκπέσουν πλήρως στη συνείδηση του λαού. Στις εκλογές αυτές δεν κυριάρχησαν τόσο τα προγράμματα και η πολιτική αντιπαράθεση, όσο το χρήμα και η πολύμορφη συναλλαγή».
– Γιατί όμως η Βουλή, που πρόσφατα – και με τη δική σας ενεργό συμμετοχή – πήρε σοβαρές αποφάσεις που θέτουν κανόνες στην προεκλογική εκστρατεία κομμάτων και υποψηφίων βουλευτών, δεν έκανε το ίδιο για τους υποψηφίους στην τοπική αυτοδιοίκηση;
«Η άποψή μου ήταν και εξακολουθεί να είναι ότι πρέπει ο έλεγχος να επεκταθεί. Τα ζητήματα όμως προκύπτουν από το πώς αντιλαμβάνεται η άλλη πλευρά και πώς θα συμμετάσχει – μιλάω για την ΚΕΔΚΕ, τις τοπικές ενώσεις – στις διαδικασίες για έναν αποτελεσματικό έλεγχο. Πιστεύω ότι σύντομα θα διατυπωθούν οι θέσεις όλων των πλευρών και θα προωθηθούν στη Βουλή σχετικές ρυθμίσεις. Το πρόβλημα όμως έχει ευρύτερες διαστάσεις και προεκτάσεις. Δυστυχώς, υπάρχει ασυλία, για να μην πω ασυδοσία, στην οικονομική διαχείριση των φορέων της αυτοδιοίκησης. Αυτό φαίνεται να ενθαρρύνει κάποιους να ασχοληθούν με τα… κοινά! Δεν υπάρχει καν ο προληπτικός έλεγχος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, όπως συμβαίνει με την κεντρική διοίκηση. Ο κατασταλτικός έλεγχος είναι δειγματοληπτικός και έρχεται με μεγάλη χρονική καθυστέρηση. Ενας υπουργός, για οποιαδήποτε δαπάνη, χρειάζεται θεώρηση από τον Πάρεδρο. Ενας νομάρχης, ένας δήμαρχος δεν την χρειάζεται. Υπάρχει ακόμη το θέμα της ανάθεσης και εκτέλεσης των διαφόρων έργων και προμηθειών. Είναι γνωστό ότι σε πολλούς δήμους και νομαρχίες της χώρας κατατέμνονται τα διάφορα έργα, η απευθείας ανάθεση είναι ο κανόνας και η επίβλεψη των έργων, είτε λόγω έλλειψης μηχανισμών και καταλλήλων στελεχών είτε σκοπίμως, είναι ανεπαρκής έως ανύπαρκτη».
– Θίγετε το μέγα θέμα της διαφθοράς, που δεν αφορά μόνο την τοπική αυτοδιοίκηση, είναι γενικότερο, αλλά όλοι περιορίζονται στις διαπιστώσεις…
«Ασφαλώς δεν αφορά μόνο την τοπική αυτοδιοίκηση και εκεί άλλωστε δεν αφορά την πλειονότητα των στελεχών της, ούτε περιοριζόμαστε στις διαπιστώσεις. Ηλθε όμως η ώρα για πιο αποτελεσματικά μέτρα. Οπως ο προληπτικός έλεγχος και η πιο αυστηρή νομοθεσία για τα έργα και τις προμήθειες».
– Με το περίφημο «πόθεν έσχες» τι θα γίνει;
«Η αρετή της Δημοκρατίας αμφισβητείται εξαιτίας εκείνων των προσώπων και των δυνάμεων που δεν πονούν τον τόπο, δεν διακατέχονται από ευγενικές φιλοδοξίες, δεν προσέρχονται με διάθεση προσφοράς στα κοινά, αλλά χαρακτηρίζονται από ιδιοτελή κίνητρα στη δημόσια παρουσία και δράση τους. Στο πρόσφατο συνέδριο του ΠαΣοΚ πρότεινα – και έγινε δεκτό – να υπάρξει “πόθεν έσχες” όχι μόνο για τα κυβερνητικά αλλά και για τα κομματικά στελέχη. Αυτό θα ήθελα να το υιοθετήσουν και τα άλλα κόμματα και να προβλεφθεί στο επερχόμενο νομοσχέδιο για το “πόθεν έσχες”. Για να είναι όμως ουσιαστικό και να τεθεί φραγμός στη διαφθορά πρέπει να προβλέπει την πλήρη αιτιολόγηση της πηγής προέλευσης των δηλουμένων περιουσιακών στοιχείων. Επίσης, για οποιοδήποτε σοβαρό περιουσιακό στοιχείο, είτε βρίσκεται στην Ελλάδα είτε στην αλλοδαπή και δεν περιλαμβάνεται στο “πόθεν έσχες”, να τεκμαίρεται η παραίτηση από την κυριότητα του υπόχρεου σε δήλωση υπέρ του ελληνικού Δημοσίου. Μια τέτοια ρύθμιση πρέπει φυσικά να συμπληρωθεί με κίνητρα, για την αποκάλυψη των περιουσιακών στοιχείων που έχουν αποκρυβεί, ευνοϊκής μεταχείρισης συνεργών σε παράνομες πράξεις σε βάρος του δημοσίου συμφέροντος κοκ.».
– Το ΠαΣοΚ κέρδισε μεν τις εντυπώσεις στην υπερνομαρχία αλλά υπέστη μια οδυνηρή ήττα στο Λεκανοπέδιο και στην εκλογική σας περιφέρεια, τη Β’ Αθηνών, όπου για πρώτη φορά οι μισοί δήμοι πέρασαν στη ΝΔ. Πού το αποδίδετε;
«Κατ’ αρχάς δεν πέρασαν τώρα οι μισοί δήμοι στη ΝΔ. Είχε ήδη αρκετούς, εκ των οποίων έχασε και τέσσερις. Θα πρέπει να καταλάβουμε ότι τα χρίσματα – και αυτό ισχύει γενικώς για όλη την Ελλάδα και για όλα τα κόμματα – δεν έχουν την πολιτική σημασία που είχαν σε άλλες εποχές. Τελικώς, βλάπτουν την ίδια την προσπάθεια των κομμάτων για πιο ενεργό συμμετοχή του πολίτη στα κοινά. Στις τοπικές κοινωνίες παίζουν ρόλο άλλοι παράγοντες. Το ξέρουμε όλοι αυτό. Και δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να συνεχίσουμε να δημιουργούμε και διχαστικά ακόμη φαινόμενα στην ίδια γειτονιά, στην ίδια οικογένεια, με τα χρίσματα. Εκεί που μπορεί κανείς να μιλάει για χρίσματα είναι οι νομαρχίες. Αν μάλιστα πάμε στον θεσμό του αιρετού περιφερειάρχη και σε αιρετά περιφερειακά συμβούλια, τότε μόνον εκεί έχει νόημα η πολιτικοποίηση των εκλογών».
– Μια συντηρητική εφημερίδα έγραψε ότι «οι μη προνομιούχοι ψηφίζουν πλέον Δεξιά», επειδή παραδοσιακοί ψηφοφόροι σας από τα λεγόμενα λαϊκά στρώματα, αλλά και μεγάλο τμήμα του αγροτικού κόσμου στράφηκε προς τη ΝΔ. Τι φταίει;
«Το θέμα του ποιος είναι σήμερα προνομιούχος και ποιος όχι έχει υποστεί μια βαθιά μετάλλαξη από την εποχή που μιλούσε ο Ανδρέας Παπανδρέου».
– Μήπως μεταλλάχθηκε το ΠαΣοΚ;
«Ολα τα κόμματα – και αλίμονο αν έχουμε μια στατική αντίληψη των πραγμάτων – αλλάζουν. Η κοινωνία προχωρεί. Ο κόσμος όλος αλλάζει. Αλίμονο! Επαναλαμβάνω όμως: δεν ξέρω σήμερα ποιος είναι προνομιούχος και ποιος όχι. Ο δημόσιος υπάλληλος, που δεν ανήκει σε εκείνη την απεχθέστατη μειονότητα που θέλει “δωράκι” για να κάνει το καθήκον του, είναι προνομιούχος; Ο μισθωτός και ο μεροκαματιάρης του ιδιωτικού τομέα είναι πιο προνομιούχος από τον μέσο αγρότη; Και ο άνεργος τι είναι; Βέβαια στον αγροτικό κόσμο το ΠαΣοΚ οφείλει περισσότερα απ’ όσα οφείλει οποιοδήποτε άλλο κόμμα. Εχει έναν δεσμό τον οποίο δεν πρέπει με τίποτε να διαρρήξει. Πιστεύω ότι υπάρχει μια μικρή κρίση σε αυτόν τον δεσμό, με ευθύνη αμφοτέρων. Το ΠαΣοΚ και οι κυβερνήσεις του οφείλουν να ενημερώσουν περισσότερο τον αγροτικό κόσμο για τη νέα πραγματικότητα που διαμορφώνεται εν όψει της νέας Κοινής Αγροτικής Πολιτικής. Νομίζω λοιπόν ότι δεν υπάρχει περιθώριο ούτε για ψήφους πικρίας και διαμαρτυρίας από τον αγροτικό κόσμο, ούτε για επανάπαυση από την πλευρά του ΠαΣοΚ και της κυβέρνησης στο ότι οι αγρότες δεν κατανοούν πως αυτό που έχουν είναι το θετικότερο που θα μπορούσαν να περιμένουν σήμερα. Είναι βέβαιο ότι, όποιο κόμμα και αν είναι στην εξουσία μετά το 2006, το πρόβλημα της χώρας μας θα είναι πρωτίστως αυτό».
– Ολα δείχνουν ότι η ΝΔ διαθέτει ένα μικρό μεν προβάδισμα, αρκετό όμως για αυτοδύναμη πλειοψηφία στην επόμενη Βουλή. Τι είναι αυτό που δεν καταφέρατε εσείς ως κυβερνών κόμμα το προηγούμενο διάστημα και θα το κάνετε στον εναπομείναντα ενάμιση χρόνο;
«Δεν χωρεί αμφιβολία ότι υπάρχει ένα μικρό προβάδισμα, σαφώς όμως περιορισμένο σε σχέση με αυτό που ήταν πριν από οκτώ μήνες. Αυτό σημαίνει πολλά, αν δει κανείς την ανάλογη περίοδο 1998-2000 και αν σκεφθεί ότι η κυβέρνηση έχει τα χρονικά περιθώρια και τις δυνατότητες να βελτιώσει κατά πολύ την πορεία της. Αλλωστε στον χρόνο που απομένει, το δεύτερο σχεδόν μισό της τετραετίας, θα γίνει και η ολοκλήρωση των έργων. Αυτό συνδέεται άμεσα με το θέμα της απασχόλησης, που είναι το μείζον – κατ’ εμέ -, μεγαλύτερο και από το πρόβλημα της υπαίθρου, γιατί διαπερνά όλα τα κατώτερα και τα μεσαία στρώματα, ιδιαίτερα τη νεολαία και τις γυναίκες. Υπάρχει επίσης η προεδρία, η προετοιμασία των Ολυμπιακών Αγώνων και φυσικά το μεγάλο εθνικό μας θέμα της Κύπρου. Σε αυτά τα θέματα οι προκλήσεις είναι μεγάλες και η καρποφορία της πολιτικής της κυβέρνησης του κ. Σημίτη μπορεί να αλλάξει σημαντικά το ισοζύγιο των δυνάμεων των δύο μεγάλων κομμάτων».
– Πιστεύετε ότι ένας ανασχηματισμός μέσα στο επόμενο διάστημα, αφού αποτιμηθούν τα αποτελέσματα των εκλογών και εν όψει της ελληνικής προεδρίας, θα βελτίωνε την εικόνα της κυβέρνησης;
«Αυτό – όπως παγίως λέγεται – είναι υπόθεση και ευθύνη του Πρωθυπουργού. Ενας ανασχηματισμός όμως δεν μπορεί να έχει σχέση με το αποτέλεσμα των δημοτικών εκλογών. Θα έχει σχέση με διαπιστώσεις του Πρωθυπουργού, που είναι υπεύθυνος του συντονισμού του κυβερνητικού έργου, για τυχόν αδυναμίες στην άσκηση της κυβερνητικής πολιτικής. Η δική μου άποψη, την οποία γνωρίζει και ο Πρωθυπουργός και όλοι, είναι ότι από τη γραμμή Ανδρέα Παπανδρέου, των πολύ συχνών ανασχηματισμών και αναδομήσεων, περάσαμε στο μοντέλο των σπάνιων κυβερνητικών αλλαγών. Ούτε εκείνη η γραμμή ήταν η καλύτερη, ούτε η τωρινή. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει εδώ και τώρα να υπάρξουν οι οποιεσδήποτε αλλαγές και σωστά ο κ. Σημίτης αντιμετωπίζει αυτά τα θέμα πάντοτε εν ψυχρώ, ουδέποτε εν θερμώ».
– Στον πρώτο γύρο αυτών των εκλογών είχαμε την εμφάνιση ενός ισχυρού ακροδεξιού ρεύματος. Πιστεύετε ότι αυτό προοιωνίζεται κάτι για τις εθνικές εκλογές;
«Πρέπει πρώτα να προσδιορίσουμε τι είναι Ακροδεξιά. Είναι απλώς κάποιοι νοσταλγοί; Ή έχουν εμφανιστεί και στην Ελλάδα κάποιοι παράγοντες κοινωνικοί, οικονομικοί, πολιτιστικοί που διαπερνούν ολόκληρο το πολιτικό φάσμα; Βεβαίως είναι ισχυρότερη η επίδρασή τους στον συντηρητικότερο χώρο του πολιτικού φάσματος, για πολλούς και διάφορους λόγους. Υπάρχουν άνεργοι, απελπισμένοι, ξενόφοβοι… Ομως, π.χ., στο θέμα της ξενοφοβίας δεν έχουμε όλοι ευθύνη όταν πράγματα υπαρκτά δεν λέγονται; Το ότι οι ξένοι έχουν συμμετοχή στην εγκληματικότητα είναι αναμφισβήτητο και συνέβη και με εμάς ως πρώτη γενιά μεταναστών στην Αμερική και αλλού. Αυτό όμως είναι η μία όψη. Εξηγήσαμε ποτέ στον απλό πολίτη ότι, χάρη σε αυτούς τους ξένους – και μάλιστα εις βάρος τους -, συνετελέσθη σε μεγάλο βαθμό η πορεία προς την ΟΝΕ; Μιλάμε μόνο για τις επιπτώσεις στην ανεργία. Εξηγήσαμε όμως στον Ελληνα ότι καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή; Οτι αυτές που κάνουν οι ξένοι γίνονταν παλαιότερα από τους πατεράδες και τους παππούδες μας; Είπαμε στον πολίτη ότι με την υπογεννητικότητα στη χώρα μας και σε ολόκληρη την Ευρώπη είναι αναγκαία – και δεν μπορεί να σταθεί σε επιχειρήματα περί καθαρότητας αίματος – η κοινωνική ενσωμάτωση ξένων; Ολα αυτά δεν πιστεύω ότι μπορεί να γίνουν το πρόπλασμα για αλλαγή του πολιτικού σκηνικού. Δεν νομίζω ότι μπορεί να υπάρξει μια δύναμη, όπως στην Αυστρία ή στη Γαλλία. Πρέπει όμως να βοηθήσουμε να καταλάβει ο λαός μας ότι ορισμένα φαινόμενα είναι αναπόφευκτα και πρέπει να τα αντιμετωπίσουμε όχι με φοβίες και επιθετικότητα αλλά με άλλα μέσα. Και φυσικά χρειάζεται να ασχοληθούν οι πολιτικές δυνάμεις αλλά και άλλοι θεσμοί της κοινωνίας μας με συνέπεια σε κάποιες αρχές και διακηρύξεις τους. Με την ανάγκη, ας πούμε, προσαρμογής τους σε μια νέα πραγματικότητα, αλλά όχι ερήμην του λαού, ώστε να μην εμφανίζονται αναξιόπιστες».
– Υπαινίσσεσθε την εμπλοκή της Εκκλησίας στον πρόσφατο προεκλογικό αγώνα;
«Αυτό είναι πολύ σημαντικό θέμα. Την περίοδο της κρίσης των ταυτοτήτων μιλώντας από το βήμα της Βουλής προειδοποίησα τη ΝΔ ότι μπαίνει σε ένα “λούκι” από το οποίο δεν θα υπάρχει επιστροφή. Αυτό όμως ισχύει και για όσους στο ΠαΣοΚ και στα άλλα κόμματα επιχαίρουν σήμερα για τα παθήματα της ΝΔ, ισχύει για όλους μας. Ισχύει, φυσικά, και για την Εκκλησία – την κεφαλή, όχι το πλήρωμα. Γιατί μπαίνει και αυτή στο ίδιο “λούκι” από το οποίο δεν θα υπάρχει επιστροφή. Στο “λούκι” του κομματισμού του κλήρου και της σύγχυσης των ρόλων Πολιτείας – Εκκλησίας. Αν, όπως διάβασα – και δεν ξέρω αν είναι αλήθεια, απλώς το αναφέρω -, στην Ηλεία ο επιχώριος επίσκοπος είχε άποψη για το αν ένας υποψήφιος δήμαρχος είναι καλός χριστιανός ή όχι, αυτό μας οδηγεί σε άλλες εποχές. Οταν η Ιερά Σύνοδος συγκέντρωνε τον λαό της Αθήνας στο Πεδίον του Αρεως για το “Ανάθεμα” του Ελευθερίου Βενιζέλου! Ακόμη πιο επικίνδυνη είναι η “ιδέα” της ενθάρρυνσης και της χρηματοδότησης φερέλπιδων χριστιανών νέων από την Εκκλησία να ενταχθούν στα κόμματα – δίκην “εισοδιστών” – και να πολιτευθούν, όπως εισηγήθηκε στην Ιερά Σύνοδο άλλος μητροπολίτης. Τα ζητήματα αυτά πρέπει να συζητηθούν. Γιατί πιστεύω ότι ούτε από την πλευρά της Εκκλησίας έχει συνειδητοποιηθεί πού οδηγεί αυτή η εμπλοκή. Υπάρχει και εκεί μια φοβία εν όψει μιας νέας εποχής που έρχεται. Το θέμα των ταυτοτήτων είναι χαρακτηριστικό. Υποστήριζα από το 1991 ή να παραμείνει η αναγραφή του θρησκεύματος ως υποχρεωτική ή να διαγραφεί τελείως. Αν πάμε στην προαιρετική αναγραφή, η Ελλάδα, που έχει σήμερα το πολιτισμικό χαρακτηριστικό να είναι κατά 97% χώρα ορθόδοξη – πράγμα που αποτελεί βασικό στοιχείο του πολιτισμού και της παράδοσής μας -, σε μερικές γενιές θα είναι ορθόδοξη κατά 50%. Διερωτώμαι αν αυτοί που είναι υπέρμαχοι της άλλης αντίληψης το έχουν σκεφθεί. Τα παιδιά και τα εγγόνια τους δεν θα θεωρούν απαραίτητο να δηλώσουν ορθόδοξοι. Τα παιδιά όμως όλων των άλλων θρησκειών και Εκκλησιών που θα ξεφυτρώσουν σαν τα «μανιτάρια» – 800 τέτοιες Εκκλησίες δρουν ήδη στην Αμερική – θα το δηλώνουν, διότι κάθε μειονότητα ρέπει προς τη συσπείρωσή της».
– Πάντως αυτή τη φορά την κρίση των ταυτοτήτων την πλήρωσε ο κ. Τζαννετάκος…
«Με τον Γιάννη Τζαννετάκο έχουμε την ίδια πορεία από τις δύσκολες εποχές, που η συμμετοχή στους αγώνες είχε κόστος καθοριστικό για όλη σου τη ζωή, αν όχι για την ίδια σου τη ζωή. Γι’ αυτό δεν ήταν ευχάριστη σε μένα η προσωπική επίθεση που δέχθηκε. Και ο ίδιος όμως, εξ ιδιοσυγκρασίας, είναι άνθρωπος που παθιάζεται και επιτίθεται σκληρά, αλλά παθιάζεται ανιδιοτελώς. Αυτό είναι για μένα πολύ σημαντικό. Δεν μου αρέσουν οι “πλαδαροί” άνθρωποι. Ο τόπος όμως χρειάζεται οι άνθρωποι που παθιάζονται να ελέγχουν το πάθος τους. Ο Γιάννης δεν το ελέγχει πάντοτε. Και ο υποψήφιος υπερνομάρχης αλλά και ο Αρχιεπίσκοπος είναι άνθρωποι που πιστεύουν και παθιάζονται γι’ αυτό που πιστεύουν. Ο τόπος χρειάζεται τέτοιους ανθρώπους. Οταν όμως έχουν ρόλο που διαμορφώνει συνειδήσεις και δημιουργεί γεγονότα, πρέπει να ελέγχουν το πάθος τους».
– Κύριε Πρόεδρε, πλησιάζει ο χρόνος για την εφαρμογή του επαγγελματικού ασυμβίβαστου των βουλευτών. Τι απαντάτε σε όσους λένε ότι οι εξαιρέσεις θα «αποστεώσουν» την απαγόρευση;
«Κατ’ αρχάς στο μέτρο αυτό καθεαυτό υπήρξε κάποια βιασύνη. Θα μπορούσε να μείνει ίσως για την επόμενη αναθεώρηση. Εν πάση περιπτώσει τώρα είναι η ώρα της εφαρμογής του. Με δεδομένο ότι θα είναι η πρώτη εφαρμογή, θα πρέπει να είναι προσεκτική. Δεν είμαι από αυτούς που υποστηρίζουν ότι μεταξύ της πολιτικής και των προσόδων εκ του επαγγέλματος ο πράγματι αφιερωμένος και αφοσιωμένος στα κοινά και αυτός που έχει ευγενείς φιλοδοξίες θα προτιμήσει το δεύτερο».
– Δεν πιστεύετε δηλαδή στις «απειλές» κάποιων συναδέλφων σας ότι θα παραιτηθούν;
«Κατ’ αρχάς δεν είναι απειλές. Εχουν αιφνιδιαστεί και πρέπει να πάρουν μια απόφαση. Εγώ πιστεύω ότι οι πλείστοι εξ αυτών θα συνεχίσουν να υπηρετούν τον δημόσιο βίο της χώρας».
ΑΝΗΣΥΧΙΑ «Καμία σπουδή για την Κύπρο»
– Η ελληνική εξωτερική πολιτική θα βρεθεί σύντομα αντιμέτωπη με μια σημαντική πρόκληση: το «σχέδιο Αναν» για την επίλυση του Κυπριακού. Αν το σχέδιο δεν μας ικανοποιεί, είναι εύκολο να πούμε «όχι»;
«Η περίοδος από 3 Νοεμβρίου ως 13 Δεκεμβρίου θα είναι περισσότερο κρίσιμη και απαιτεί μεγαλύτερη εγρήγορση από όλη την πεντηκονταετία της νεότερης ιστορίας του Κυπριακού. Εχω αισιοδοξία, παρ’ ότι δεν μπορώ να κρύψω την ανησυχία μου. Είναι τόσο μεγάλο το άνοιγμα μεταξύ των θέσεων Κληρίδη και Ντενκτάς στον “διάλογό” τους που ουσιαστικά ήταν άνευ περιεχομένου. Διερωτώμαι λοιπόν για τα κίνητρα και του Αναν, αλλά κυρίως όσων επισπεύδουν αυτή τη διαδικασία, που δεν είναι η Ευρώπη, αλλά η Αμερική και η Αγγλία. Νομίζω ότι αυτή η σπουδή εγκυμονεί κινδύνους και μπορεί να οδηγήσει στον τορπιλισμό ή στην αναβολή της ένταξης της Κύπρου, επομένως και της διεύρυνσης της ΕΕ. Μην ξεχνάμε ότι για μας το κυρίαρχο είναι η Κύπρος. Για την Ευρώπη, την Αμερική και όλο τον κόσμο όμως, κυρίαρχο θέμα είναι αυτή καθεαυτή η διεύρυνση. Καλά καλά δεν ξέρουμε ποιος είναι ο απώτερος στόχος κάθε πλευράς σε αυτή την υπόθεση. Επομένως μια κίνηση που δεν οδηγεί σε μια δίκαιη λύση του Κυπριακού δεν μπορεί να γίνει δεκτή από την Κυπριακή Δημοκρατία, από τον Ελληνισμό. Λέγεται ότι η μη λύση είναι προτιμότερη από μια κακή λύση. Αυτό ισχύει για κάθε πρόβλημα. Εδώ όμως το πρόβλημα δεν είναι μόνο δικό μας. Αφορά όλη την ΕΕ, που δεν πρέπει να επιτρέψει να τορπιλιστεί η διεύρυνση. Η δική μας θέση διατυπώθηκε καθαρά και σε ανύποπτο χρόνο. Η ελληνική Βουλή θα επικυρώσει τη συμφωνία διεύρυνσης αφού προηγηθούν όλα τα ευρωπαϊκά κοινοβούλια και εφόσον περιλαμβάνεται σε αυτήν η Κύπρος. Τελεία και παύλα».
