Ο Μαρά και οι αλυσίδες της σκλαβιάς

Ο Μαρά και οι αλυσίδες της σκλαβιάς Ο Γ. Βώκος αναφέρεται στη ζωή, στη δράση και στο πνευματικό έργο του ηγέτη της Γαλλικής Επανάστασης Γ. ΒΩΚΟΣ Ο Μαρά είναι γνωστός και όχι τόσο αγαπητός στους περισσοτέρους. Γιατί στα πρώτα, δύσκολα χρόνια της Γαλλικής Επανάστασης τάσσεται στο πλευρό των λαϊκότερων και ριζοσπαστικότερων στοιχείων του επαναστατικού κινήματος. Με την εφημερίδα του «Ο Φίλος του Λαού»

ΤΟ ΒΗΜΑ

Ο Μαρά είναι γνωστός και όχι τόσο αγαπητός στους περισσοτέρους. Γιατί στα πρώτα, δύσκολα χρόνια της Γαλλικής Επανάστασης τάσσεται στο πλευρό των λαϊκότερων και ριζοσπαστικότερων στοιχείων του επαναστατικού κινήματος. Με την εφημερίδα του «Ο Φίλος του Λαού» («L’ Ami du Peuple»), την οποία συντάσσει εξ ολοκλήρου μόνος του, ο Μαρά ελέγχει την επαναστατική εξουσία κάθε φορά που βρίσκει ότι η τελευταία αποκλίνει από τις δηλωμένες αρχές της και υποχωρεί μπροστά στα συμφέροντα των ισχυρών. Η απήχηση των θέσεών του στις μεγάλες μάζες των αδικημένων και κυρίως η αντίληψή του ότι ο λαός δεν μπορεί να υπολογίζει για τη σωτηρία του παρά μόνο στον εαυτό του ανησυχούν, όπως είναι φυσικό, τους αντιπάλους, οι οποίοι τον πολεμούν με όλη την γκάμα των μέσων που διαθέτουν: από τους συνεχείς διωγμούς ως τη συκοφαντία.


«Εφτασα στην Επανάσταση με τις ιδέες μου»: σε αυτή τη φράση ο Μαρά συνοψίζει ίσως τη ζωή του. Οι ιδέες αυτές είναι δύο: η επανάσταση είναι αναγκαία και ο μοχλός της δεν μπορεί να είναι άλλος από τη λαϊκή εξέγερση. Τις ιδέες αυτές ο Μαρά είχε όλο τον χρόνο να τις σχηματίσει και να τις ζυγίσει γιατί όταν ξεσπά η Επανάσταση είναι ήδη 46 ετών. Γεννημένος το 1743 στην Ελβετία, ο Ζαν Πολ Μαρά εγκαταλείπει στα 16 του το μικροαστικό οικογενειακό περιβάλλον και εργάζεται ως οικοδιδάσκαλος σε έναν πλούσιο έμπορο στο Μπορντό. Από το 1762 ως το 1765 σπουδάζει γιατρός στο Παρίσι, όπου γνωρίζει τους εγκυκλοπαιδιστές και τις ιδέες τους.


Στη συνέχεια θα μεταβεί στην Αγγλία και θα εγκατασταθεί εκεί για περισσότερο από 10 χρόνια, ως το 1776. Στη χώρα αυτή θα πάρει το πτυχίο του και θα εργαστεί ως γιατρός, δημοσιεύοντας ταυτοχρόνως μια σειρά επιστημονικές εργασίες. Τα ενδιαφέροντά του όμως είναι πολύ ευρύτερα: δεν θα αντισταθεί δυστυχώς στον πειρασμό της λογοτεχνίας και θα γράψει ένα μυθιστόρημα υπό μορφή αλληλογραφίας, τις «Περιπέτειες του νεαρού κόμη Ποτόβσκι». Αλλά η φιλοσοφία είναι η περιοχή στην οποία επιθυμεί να αφιερώσει το μεγαλύτερο μέρος της πνευματικής προσπάθειάς του. Ετσι θα δημοσιεύσει το δοκίμιο «Περί του ανθρώπου», στο οποίο θα υποστηρίξει τον δυϊσμό ψυχής και σώματος εναντίον των υλιστών της εποχής.


Με την επιστροφή του στο Παρίσι ο Μαρά συνεχίζει την επιστημονική εργασία του ιδρύοντας ένα εργαστήριο ιατρικών και φυσικών ερευνών, στο οποίο μελετά τα φαινόμενα του φωτός, του μαγνητισμού και του ηλεκτρισμού και την επίδρασή τους στον ανθρώπινο οργανισμό. Παρ’ όλο που τα θέματα αυτά βρίσκονται στην επιστημονική επικαιρότητα, ο Μαρά θα βρεθεί στο περιθώριο της επιστήμης γιατί διαφωνεί τόσο με τον Νεύτωνα όσο και με τον Λαβουαζιέ. Επιμένει όμως και με την επιμονή αυτή θα φθάσει στα χρόνια της Επανάστασης, όπου με έκπληξη θα ανακαλύψει ότι αυτά που διαδραματίζονται τα είχε προβλέψει, ήδη από το 1774, στο βιβλίο του με τίτλο «Οι αλυσίδες της σκλαβιάς». Ο πραγματικός Μαρά μπορεί επιτέλους να εμφανιστεί στη σκηνή της ιστορίας, στην οποία από παιδί, όπως το λέγει ο ίδιος, ήθελε να παίξει έναν ρόλο.


Στο βιβλίο ο Μαρά καταγράφει τις παρατηρήσεις του από την Ευρώπη στην οποία ζει αλλά και τις σκέψεις που του εμπνέουν οι παρατηρήσεις αυτές. Η καινοτομία ωστόσο στις «Αλυσίδες της σκλαβιάς» βρίσκεται στην προοπτική τους: αυτή τη φορά στη σκηνοθεσία του συγγραφέα ο ηγεμόνας είναι ο εχθρός και ήρωας είναι ο λαός. Ο λαός, δηλαδή, στα μάτια του Μαρά, το μεγάλο μέρος των απόκληρων και των καταπιεσμένων, που αποτελεί και το «υγιέστερο κομμάτι της κοινωνίας». Με δηλωμένες τις συμπάθειές του και χωρίς να αρνηθεί την εμπάθειά του, ο Μαρά θα στραφεί εναντίον δύο μύθων που κυριαρχούν στην προεπαναστατική Ευρώπη και φιλοδοξούν να κερδίσουν τους λαούς: τον μύθο της πεφωτισμένης μοναρχίας και τον μύθο του αγγλικού κοινοβουλευτισμού.


Ως προς τον πρώτο μύθο ο Μαρά θα υποστηρίξει ότι πρόκειται για παγίδα: πίσω από την εύθραυστη βιτρίνα της προόδου βρίσκεται η απογοητευτική πραγματικότητα. Οι περισσότερες εξαγγελίες μοιάζουν με διαφημιστικές εκστρατείες καθώς τα μεταρρυθμιστικά προγράμματα ακυρώνονται το ένα μετά το άλλο ενώ η πολυθρύλητη ανάπτυξη της οικονομίας βυθίζει όλο και περισσότερους αγρότες στη δυστυχία. Ως προς τον δεύτερο μύθο ο Μαρά είναι πολύ πιο σκληρός, ίσως γιατί γνωρίζει τα πράγματα από πρώτο χέρι. Η Αγγλία, η πιο προηγμένη χώρα του κόσμου, είναι πράγματι η γη της επαγγελίας και της ελευθερίας; Ο Μαρά το αρνείται γιατί βλέπει στην Αγγλία τη χώρα της διαφθοράς στην οποία όλα αγοράζονται: από τις ψήφους των ψηφοφόρων, που ομαδοποιούνται από το εκλογικό σύστημα, ως τις ψήφους των βουλευτών, οι οποίοι βρίσκονται στην υπηρεσία των ισχυρών.


Σε τι όμως οφείλεται αυτή η γενικευμένη διαφθορά; Στη σταδιακή απονεύρωση, εκ μέρους των κυβερνήσεων, των αρετών του πολίτη. Ως προς το σημείο αυτό ο Μαρά υποστηρίζει, με τρόπο πρώιμο και εξαιρετικά τολμηρό, ότι το μεγαλύτερο όπλο που διαθέτει ο ηγεμόνας είναι ο χρόνος. Γιατί η μνήμη των λαών είναι κοντή. Από τη σκοπιά αυτή η τέχνη της διακυβέρνησης συνίσταται σε τεχνικές που ελέγχουν τους ρυθμούς του κοινωνικού χρόνου των ανθρώπων. Το ασφαλέστερο εργαλείο ελέγχου του χρόνου σε εποχές ειρήνης είναι το χρήμα γιατί εξασφαλίζει ευμάρεια και ευημερία. Γι’ αυτό και ο Μαρά επιλέγει ως τυπικό εκπρόσωπο της αγγλικής κοινωνίας τον έμπορο: «Συνεχώς απασχολημένος με τα κέρδη του, επιπλώνει το κεφάλι του με αντικείμενα κερδοφόρων επιχειρήσεων, υπολογισμούς, τρόπους να κερδίσει περισσότερα και περισσότερο από τους άλλους και χάνει την αγάπη του για την ελευθερία και την πατρίδα».


Οταν η νοοτροπία αυτή απλωθεί σε όλη τη χώρα, το κοινωνικό σώμα αρχίζει να τρέμει από ένα είδος ανίατου πυρετού: «Οι επιχειρήσεις πολλαπλασιάζονται, φυτρώνουν παντού χρηματιστές, χρηματολόγοι, χρηματιζόμενοι, επενδυτές, διαμεσολαβητές, απατεώνες και ένα τεράστιο πλήθος που μόνη απασχόληση έχει να διαδώσει ψευδείς ειδήσεις ώστε να ανέβουν ή να πέσουν οι τιμές, τυλίγοντας τα θύματά του σε επιχρυσωμένα δεσμά. (…) Σιγά σιγά η χώρα αποτελείται από αδηφάγους τραπεζίτες, από κομπιναδόρους, από αεριτζήδες που βρίσκουν τρόπους να εκμεταλλευθούν τους κουτούς και να χτίσουν την περιουσία τους στα ερείπια του δημόσιου πλούτου».


Μόλις τα πλούτη κυριαρχήσουν στη ζωή του κόσμου, αυτοί που κυβερνούν φροντίζουν συνεχώς να ερεθίζουν τη φαντασία του: «Φωτίζουν την πολυτέλεια, την επιδεικνύουν παντού διεγείροντας τον φθόνο· ο καθένας τώρα αναζητεί την πολυτέλεια ως το υπέρτατο αγαθό και η πλεονεξία ποτίζει τις καρδιές με το δηλητήριό της. Για να αποκτήσεις χρυσάφι δεν υπολογίζεις πια την ντροπή. Και αυτοί που κυβερνούν φροντίζουν να κολακέψουν τη χρηματολαγνεία του λαού με τυχερά παιχνίδια και λαχειοφόρους αγορές: το σταθερότερο τέχνασμα των κυβερνήσεων της Γαλλίας, της Αγγλίας, της Ολλανδίας και, κυρίως, της Βενετίας» ­ κάτι σαν μικρή ευρωπαϊκή οικογένεια της εποχής.


Ο κ. Γεράσιμος Βώκος είναι καθηγητής Φιλοσοφίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version