Ο χρηματοοικονομικός τομέας στην Ευρώπη εμφανίζεται σήμερα ευάλωτος, παρά τη δυναμική αντίσταση που έχει επιδείξει σε μια σειρά σημαντικά σοκ τα τελευταία έτη. Οι προσδοκίες για χαμηλότερη οικονομική ανάπτυξη από αυτήν που αναμενόταν μέχρι πρότινος δημιουργεί κλοιό αβεβαιότητας γύρω από τον χρηματοοικονομικό τομέα στην Ευρώπη, ο οποίος φαίνεται ότι θα συνεχίσει να δέχεται πιέσεις. Από την άλλη, ένας ευάλωτος χρηματοοικονομικός τομέας αναβάλλει την οικονομική ανάκαμψη. Τις προκλήσεις που δέχεται ο τομέας αυτός στην Ευρωπαϊκή Ενωση καταγράφουν ειδικοί της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε έκθεση που απασχόλησε εκτενώς τους υπουργούς Οικονομίας στο Eco/Fin της Αθήνας.
Τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις αποτελούν το πεδίο στο οποίο ο χρηματοοικονομικός τομέας συναντά την πραγματική οικονομία. Σε αντίθεση με τον εταιρικό τομέα, τα νοικοκυριά στην ΕΕ συνέχισαν να δανείζονται δυναμικά, παρά την οικονομική επιβράδυνση, ιδίως στον τομέα της στεγαστικής πίστης, καθώς ο ρυθμός δανεισμού στα καταναλωτικά δάνεια έχει πέσει δραματικά. Ωστόσο η κατάσταση αυτή προκαλεί κινδύνους τόσο στους δανειζομένους όσο και στους δανειστές εξαιτίας μιας πιθανής πτώσης του εισοδήματος των νοικοκυριών ή μιας αύξησης των επιτοκίων. Σε ιδιαίτερα ανησυχητική θέση βρίσκεται η Μεγάλη Βρετανία, όπου ο δανεισμός των νοικοκυριών έχει ανέλθει σε 120% του διαθέσιμου εισοδήματος.
Η άνοδος του δανεισμού των νοικοκυριών «συνοδεύτηκε» από αύξηση στις τιμές των ακινήτων. Μια πιθανή αύξηση της ανεργίας ή άνοδος των επιτοκίων θα μπορούσε να «σπάσει» τη φούσκα των ακινήτων. Παρ’ ότι μια αύξηση των επιτοκίων φαίνεται απίθανη, η εξέλιξη στο πεδίο της απασχόλησης προκαλεί ανησυχία καθώς καταγράφηκε μείωση της απασχόλησης για πρώτη φορά τα τελευταία οκτώ χρόνια το τρίτο τρίμηνο του 2002.
Φυσικά η αύξηση στις τιμές των ακινήτων αντιστάθμισε τις απώλειες που υπέστησαν τα νοικοκυριά από την πτώση των χρηματιστηρίων. Οπως όμως επισημαίνουν παράγοντες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, μια πιθανή πτώση ή ακόμη και σταθεροποίηση στις τιμές των ακινήτων, εκτός από τις επιπτώσεις που θα προκαλούσε στο τραπεζικό σύστημα, θα στερούσε τα νοικοκυριά από μια σημαντική πηγή κατανάλωσης. Εξαίρεση στην τάση αυτή αποτελούν μόνο η Γερμανία και η Αυστρία, όπου οι τιμές των ακινήτων παραμένουν σταθερές τα τελευταία χρόνια, ενώ περισσότερο εκτεθειμένες είναι η Ιρλανδία, η Ολλανδία, η Ισπανία και η Μεγάλη Βρετανία. Ηδη στις δύο πρώτες οι τιμές των ακινήτων έχουν αρχίσει να πέφτουν, ενώ στις δύο τελευταίες συνεχίζουν να αυξάνονται δυναμικά.
Εξάλλου – εκτός αν υπάρξει ανάκαμψη στα χρηματιστήρια – το αρνητικό αποτέλεσμα της πτώσης του πλούτου αναμένεται ότι θα συνεχίσει να γίνεται αισθητό τους επόμενους μήνες. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, μια μόνιμη πτώση των τιμών των μετοχών κατά 20% προκαλεί μείωση του ρυθμού ανάπτυξης της οικονομίας της ΕΕ κατά 0,4% τον πρώτο χρόνο.
Σήμερα ο δείκτης Euro Stoxx 50 είναι γύρω στο 40% χαμηλότερος από ό,τι ήταν στις αρχές του 2002 και σχεδόν 60% πιο χαμηλά από το αποκορύφωμα του Μαρτίου του 2000. Ο κίνδυνος που υπάρχει είναι τα νοικοκυριά της ευρωζώνης να αποκτήσουν την αίσθηση ότι οι συσσωρευμένες χρηματιστηριακές απώλειες είναι μόνιμου χαρακτήρα.
Οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν δύο προβλήματα: την προοπτική μειωμένου κέρδους λόγω της οικονομικής επιβράδυνσης και τη συσσώρευση χρέους που προκλήθηκε στο τέλος της δεκαετίας του ’90. Ο δανεισμός αυτός διοχετεύτηκε τόσο σε πραγματικές όσο και σε χρηματιστηριακές επενδύσεις, με αποτέλεσμα, παρά την αρχική αισιοδοξία, ορισμένες επιχειρήσεις να έχουν οδηγηθεί ακόμη και σε πτώχευση. Η κατάσταση αυτή έχει οδηγήσει και τις τράπεζες σε αυστηρότερους όρους δανεισμού, παρά την πτώση του ρυθμού ανάπτυξης των επιχειρηματικών δανείων. Στην ευρωζώνη στο τέλος του 2002 διαμορφώθηκε κάτω από 4% έναντι 9% στις αρχές του 2000, ενώ στη Γερμανία και στο Βέλγιο είναι μηδενικός.
Σήμερα οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις χρησιμοποιούν τα κεφάλαιά τους για να «τακτοποιήσουν» τις εκκρεμότητές τους και τους ισολογισμούς τους αντί να προχωρούν σε νέες επενδύσεις, ενώ ο τραπεζικός δανεισμός γίνεται όλο και πιο αυστηρός. Υπό τις συνθήκες αυτές ο επιχειρηματικός τομέας είναι ευάλωτος και μπορεί να γίνει ακόμη περισσότερο σε περίπτωση δυσμενών εξελίξεων στη διεθνή οικονομία.
ΚΕΡΔΗ – ΖΗΜΙΕΣ Η προοπτική των χρηματιστηρίων
Το μέγεθος της πτώσης στις τιμές των μετοχών τα τελευταία τρία χρόνια είναι συγκρίσιμο με αυτό της περιόδου 1929-1932, η οποία έχει καταγραφεί ως μια από τις χειρότερες στην ιστορία των χρηματιστηρίων. Μετά τα μέσα του 2002 οι διακυμάνσεις στα χρηματιστήρια της ΕΕ έχουν αυξηθεί δραματικά – ιδίως στους τομείς της τεχνολογίας και των τηλεπικοινωνιών -, εξέλιξη που αντανακλά την άνοδο της αβεβαιότητας αλλά και την προσπάθεια για αποφυγή ρίσκου ανάμεσα στους επενδυτές. Ειδικότερα, η διόρθωση στις τιμές των μετοχών είναι τον τελευταίο καιρό εντονότερη στη Γερμανία εξαιτίας της ανησυχίας που προκαλεί η πορεία της οικονομίας και του τραπεζικού τομέα.
Παρ’ ότι οι τιμές των μετοχών συμβαδίζουν καλύτερα με τα ιστορικά δεδομένα, είναι δύσκολο να διατυπωθεί η άποψη ότι η διόρθωση έχει ολοκληρωθεί. Η γνώμη που επικρατεί ανάμεσα στους αναλυτές «θέλει» τα χρηματιστήρια να ανακάμπτουν δυναμικά μετά τον πόλεμο στο Ιράκ. Αλλωστε μεταξύ 11 και 21 Μαρτίου οι βασικοί χρηματιστηριακοί δείκτες αυξήθηκαν κατά 10%-15%. Υπάρχουν όμως ακόμη σημαντικά προβλήματα που εμποδίζουν την ανάκαμψη της διεθνούς και ευρωπαϊκής οικονομίας. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον οι επενδυτές παραμένουν αβέβαιοι για την προοπτική των κερδών των επιχειρήσεων και θα διστάσουν να επιστρέψουν στα χρηματιστήρια ώσπου να αποκτήσουν μια πιο ξεκάθαρη εικόνα της κατάστασης. Επιπλέον, οι απώλειες που έχουν ήδη υποστεί, και ιδιαίτερα οι μεγάλοι επενδυτές, μπορεί να δημιουργήσουν μια άλλη επενδυτική νοοτροπία περισσότερο φιλική προς επενδύσεις χαμηλού ρίσκου. Αλλωστε τα μέτρα που έχουν ληφθεί από τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών και των ΗΠΑ για να ενισχυθεί το επιχειρηματικό περιβάλλον δεν φαίνεται ότι θα έχουν άμεσο αποτέλεσμα στην ψυχολογία των επενδυτών υπό συνθήκες κυκλικής αδυναμίας και μεγάλης αβεβαιότητας. Ηδη παρατηρείται στροφή προς την αγορά κρατικών ομολόγων, η οποία εμφανίζεται η κερδισμένη της αρνητικής οικονομικής συγκυρίας. Μάλιστα η ενίσχυση της συναλλαγματικής αξίας του ευρώ έχει προκαλέσει μεγαλύτερη ζήτηση σε ευρω-εκδόσεις κρατικών ομολόγων και η ψαλίδα μεταξύ των αποδόσεων των αμερικανικών και αυτών της ευρωζώνης φαίνεται ότι έχει κλείσει. Αντίθετα η αγορά των εταιρικών ομολόγων φαίνεται ότι δεν έχει ευνοηθεί, παρ’ ότι το κλίμα έχει βελτιωθεί μετά τα τέλη του 2002.
Η εξέλιξη στα χρηματιστήρια θα επηρεάσει και την τύχη των ασφαλιστικών εταιρειών και των ασφαλιστικών ταμείων. Υπό τις σημερινές συνθήκες και οι δύο εμφανίζονται ιδιαίτερα ευάλωτοι σε περαιτέρω διόρθωση των χρηματιστηρίων. Οι ασφαλιστές αποτελούν τους μεγαλύτερους επενδυτές ευρωπαϊκών μετοχικών τίτλων καθώς κατέχουν γύρω στο 20% της συνολικής κεφαλαιοποίησης.
