Ενάμισι περίπου έτος έχει περάσει από τότε που άνοιξε ο περιπετειώδης δρόμος για την πώληση της Ιονικής Τράπεζας. Ηταν κατά την ετήσια γενική συνέλευση της Εμπορικής, στο τέλος Ιουνίου 1997, όταν ο πρόεδρος της τράπεζας κ. Κ. Γεωργουτσάκος δήλωνε: «Εχουν ξεκινήσει οι ενέργειες για την εξέταση σε βάθος των σχέσεων της Εμπορικής και της Ιονικής Τράπεζας. Οι σχέσεις αυτές και ο πιθανός αναπροσδιορισμός τους θα διαμορφώσουν τη μελλοντική πορεία των δύο τραπεζών». Και στα τέλη του ιδίου έτους ανετέθη στην εταιρεία Monitor η εκπόνηση μελέτης για το μέλλον των δύο τραπεζών.
*Οι πρώτες προτάσεις
Το πόρισμα της Monitor όμως δεν έδωσε λύση στο πρόβλημα της τράπεζας. Η εταιρεία είχε λάβει την εντολή να εξετάσει την όποια λύση για την Ιονική πλην της πώλησης και να κάνει προτάσεις για να λυθεί η ιδιότυπη σχέση που υπάρχει μεταξύ της Εμπορικής και της Ιονικής οι οποίες, αν και μητρική και θυγατρική, είναι πλήρως ανταγωνιστικές.
Στην έκθεση προτείνονταν τρεις λύσεις. Η πρώτη ήταν να δημιουργηθεί μια κοινή εταιρεία, η οποία θα διοικούσε και τις δύο τράπεζες από κοινού. Πέραν της διοίκησης της κοινής εταιρείας που θα καθοδηγούσε τις τράπεζες, επροτείνετο η συγχώνευση ορισμένων βασικών υπηρεσιών, όπως το λογιστήριο, το dealing room και άλλων τμημάτων. Αυτή η λύση, όπως ανέφεραν στελέχη της τράπεζας, θα σήμαινε 2.300 λιγότερες θέσεις εργασίας και κλείσιμο 80 υποκαταστημάτων για τις δύο τράπεζες.
Η δεύτερη πρόταση προέβλεπε οι δύο τράπεζες να συνεχίσουν να είναι ανεξάρτητες αλλά να έχουν ορισμένες κοινές υπηρεσίες για την εξοικονόμηση δαπανών. Η εξοικονόμηση αυτή, σύμφωνα με στελέχη της τράπεζας, σήμαινε 2.000 θέσεις εργασίας λιγότερες και κλείσιμο 40 υποκαταστημάτων. Η πρόταση αυτή θεωρήθηκε ως η πλέον αδύνατη να εφαρμοστεί.
Η τρίτη, η οποία θεωρήθηκε και η πλέον αποτελεσματική λύση από τις δύο άλλες που πρότεινε η Monitor, προέβλεπε τη συγχώνευση της Εμπορικής με την Ιονική, με εγκατάλειψη του ονόματος της Ιονικής. Η λύση αυτή όμως ήταν και η δυσκολότερη αφού, ανέφεραν στελέχη της τράπεζας, θα έπρεπε να απολεσθούν 3.100 θέσεις εργασίας, να κλείσουν 150 υποκαταστήματα και βεβαίως να αναδιοργανωθεί πλήρως το οργανόγραμμα των δύο τραπεζών. Το κυριότερο όμως απ’ όλα, πλην των θέσεων εργασίας, ήταν ότι για τη συγχώνευση θα απαιτείτο, κατά τη Monitor, τουλάχιστον μία πενταετία για να «ορθοποδήσει» η νέα τράπεζα. Διάστημα αρκετά κρίσιμο αν λάβει κανείς υπόψη του την ταχύτητα με την οποία «τρέχουν» οι εξελίξεις στον τραπεζικό χώρο.
Οι προτάσεις της Monitor απορρίφθηκαν καθώς θεωρήθηκε ότι δεν έλυναν κανένα πρόβλημα και πολλοί μάλιστα έκαναν λόγο ότι επρόκειτο για λάθος που δεν τέθηκε στη μελέτη και το θέμα της πώλησης. Ετσι, σε σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε με τη συμμετοχή του υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών κ. Ι. Παπαντωνίου και των προέδρων της Εμπορικής και της Ιονικής Τράπεζας κκ. Κ. Γεωργουτσάκου και Χ. Σταματόπουλου, απορρίφθηκε, με τη σύμφωνη γνώμη και των δύο, η μελέτη της Monitor που πρότεινε τη συγχώνευση των δύο τραπεζών. Οπως διαπιστώθηκε στη σύσκεψη, η ενοποιημένη τράπεζα που θα προέκυπτε από τη συγχώνευση δεν θα ήταν αποδοτικότερη και παρά το μέγεθός της δεν θα εξασφάλιζε τα σημερινά μερίδια στην αγορά των δύο τραπεζών. Και ο κ. υπουργός κατέληξε, με τη σύμφωνη γνώμη και των δύο προέδρων και αφού προηγουμένως συζήτησε το θέμα και με τον Πρωθυπουργό, ότι η λύση της πώλησης της Ιονικής είναι η καλύτερη.
Το σκεπτικό της απόρριψης των προτάσεων της Monitor βασιζόταν κυρίως στο γεγονός ότι θα έπρεπε να προωθηθεί μια λύση για την Ιονική που να επέφερε σημαντικές αλλαγές στη λειτουργία της καθώς η τράπεζα, προκειμένου να αντλήσει από την αγορά τα απαιτούμενα για την ανάπτυξή της κεφάλαια, θα έπρεπε να έχει μια αξιόπιστη λύση να προτείνει.
Ετσι ξεκίνησε ένας νέος γύρος εξελίξεων για το μέλλον της Ιονικής, τη φορά αυτή με απώτερο σκοπό την πώλησή της. Η απόφαση αυτή βρήκε αντίθετο τον σύλλογο των εργαζομένων της τράπεζας, ο οποίος ξεκίνησε απεργιακές κινητοποιήσεις και έφθασε μέχρι του σημείου να προσπαθήσει εμποδίσει τη λήψη της σχετικής απόφασης από τη γενική συνέλευση της Εμπορικής, προκαλώντας τα γνωστά θλιβερά επεισόδια.
Η διαδικασία πώλησης της τράπεζας όμως που επέλεξε η κυβέρνηση αποδείχθηκε ανεπιτυχής. Η σύνδεση του τιμήματος με τη χρηματιστηριακή αξία της τράπεζας αλλά και η επιλογή διαδικασιών που δεν επέτρεπαν στους υποψήφιους αγοραστές να ελέγξουν την οικονομική κατάσταση της τράπεζας οδήγησαν στην αποτυχία.
Η μετοχή της Ιονικής ανέβηκε λόγω του κλίματος αισιοδοξίας που δημιουργήθηκε στη Σοφοκλέους μετά την είσοδο της χώρας στον Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών τον Μάρτιο του 1998, το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων που ανακοινώθηκε και τις εξελίξεις στον τραπεζικό χώρο. Η κυβέρνηση παρασύρθηκε σε μια υπεραισιόδοξη προσδοκία για την πώληση της Ιονικής Τράπεζας συμπαρασύροντας την κοινή γνώμη και τους μικροεπενδυτές. Τον Μάρτιο του 1998 και ενώ ήδη είχε ανακοινωθεί η απόφαση για την πώληση της Ιονικής η τιμή της μετοχής της ήταν περίπου 5.000 δραχμές. Η προσδοκία πώλησης την έφερε στις 17.000 δρχ. διαμορφώνοντας το τίμημα, που θα έπρεπε να πληρώσουν οι ενδιαφερόμενοι για την απόκτηση του 51% των μετοχών της τράπεζας, σε περίπου 200 δισ. δραχμές. Η εσφαλμένη εντύπωση που είχε η κυβέρνηση για το ύψος των προσφορών την οδήγησε στο να αυτοεγκλωβιστεί στη δέσμευση ότι δεν πουλάει χαμηλότερα από το ποσό αυτό.
Ετσι, όταν ανοίχθηκαν οι προσφορές λίγο μετά τις 4 το απόγευμα της Δευτέρας 24 Αυγούστου, οι εκπλήξεις άρχισαν να προκαλούν πονοκέφαλο στους αρμοδίους που άλλα περίμεναν και άλλα τους βγήκαν. Μεγαλύτερη ίσως έκπληξη από το χαμηλό σε σχέση με τη χρηματιστηριακή αξία της τράπεζας τίμημα ύψους 135 δισ. δρχ., που κατέθεσαν από κοινού η Eurobank και η Τράπεζα Εργασίας, ήταν η αποχή από τον διαγωνισμό της Alpha Τράπεζα Πίστεως, η οποία έκρινε απαγορευτικές τις αξιώσεις των πωλητών, αλλά και η παντελής απουσία από τις προσφορές κάποιας μεγάλης τράπεζας του εξωτερικού και η παρουσία δύο αγνώστου προέλευσης και φερεγγυότητας εταιρειών που υπέβαλαν προσφορές για την Ιονική.
*Οι νέοι όροι
Η αποτυχία του πρώτου διαγωνισμού πώλησης της Ιονικής ανάγκασε την κυβέρνηση να επανεξετάσει τους στόχους της και τη μεθοδολογία που ακολούθησε. Ετσι εγκαταλείφθηκε η σύνδεση της τιμής πώλησης με τη χρηματιστηριακή αξία της τράπεζας και ανατέθηκε σε χρηματοοικονομικό σύμβουλο, την J. Ρ. Morgan, να αναλάβει την οργάνωση και τη διεξαγωγή της πώλησης του 51% των μετοχών της Ιονικής. Ο νέος διαγωνισμός γίνεται σε δύο φάσεις. Κατά την πρώτη, που ολοκληρώνεται αύριο με την κατάθεση μη δεσμευτικών προσφορών, οι ενδιαφερόμενοι έλαβαν ενημερωτικό υλικό, που ετοίμασε ο χρηματοοικονομικός σύμβουλος, με στοιχεία και πληροφορίες για την κατάσταση της τράπεζας έτσι ώστε οι «μνηστήρες» να είναι σε θέση να αποτιμήσουν την αξία της.
Πληρέστερη γνώση θα αποκτήσουν όσοι περάσουν στη δεύτερη φάση του διαγωνισμού, όσοι δηλαδή καταθέσουν αύριο μη δεσμευτική προσφορά, και μπουν στο short list. Αυτοί θα έχουν το δικαίωμα πρόσβασης στον ενδελεχή λογιστικό έλεγχο (due diligence) που θα ακολουθήσει, καθώς επίσης και σε άλλα στοιχεία που ενδεχομένως ζητήσουν από την τράπεζα προτού καταθέσουν την οριστική προσφορά τους για το 51% των μετοχών της Ιονικής. Αγωνία για το εγχείρημα
ΑΥΡΙΟ Δευτέρα αρχίζει στην έδρα της J. Ρ. Morgan του Λονδίνου η μακρά διαδικασία πώλησης της Ιονικής Τράπεζας. Πρώτα πρώτα οι μνηστήρες θα υποβάλουν τις μη δεσμευτικές προσφορές τους και ο ανάδοχος χρηματοοικονομικός οίκος θα τις ανοίξει για να καταρτίσει τον τελικό κατάλογο των διεκδικητών. Η πώληση της τράπεζας θα γίνει αφού προηγουμένως αποκαλυφθεί και η αποτίμηση της τράπεζας, ο φάκελος της οποίας κρατείται επτασφράγιστο μυστικό. Η αποτίμηση αυτή θα είναι και το κλειδί για την πώληση της Ιονικής, αφού δείχνει την πραγματική αξία της τράπεζας με την οποία θα εκτιμηθεί το ύψος των προσφορών.
Ολο αυτό το σκηνικό διαμορφώνει ένα θρίλερ γύρω από την τράπεζα που θα ζήσουμε τις επόμενες ημέρες. Στους τραπεζικούς κύκλους κυκλοφορούν πολλά σενάρια και διοχετεύονται διάφορες πληροφορίες σχετικά με την αποτίμηση. (Τα δύο ρεπορτάζ που παρατίθενται αναδεικνύουν ακριβώς το πλήθος των πληροφοριών, συμπληρωματικών μεταξύ τους μερικές φορές και αντικρουομένων τις περισσότερες.) Σε αυτό το κλίμα άλλωστε προχθές Παρασκευή σε τραπεζικούς κύκλους συνεζητείτο και η προέλευση των πληροφοριών που δημοσίευσε η βρετανική εφημερίδα «Financial Times» οι οποίες αμφισβητούσαν τα μερίδια της Ιονικής στην ελληνική αγορά. Οπως και να έχει πάντως το ζήτημα, είναι γεγονός ότι το νέο εγχείρημα πώλησης της τράπεζας, για το οποίο η μεν κυβέρνηση ελπίζει σε θετική κατάληξη, οι δε μνηστήρες θα βγάλουν τα μαχαίρια, θα αποτελέσει ορόσημο για το κύμα των διαρθρωτικών αλλαγών του επόμενου διαστήματος.
