Η τελευταία έκθεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ), προσχέδιο της οποίας δόθηκε στη δημοσιότητα, έρχεται να συμπληρώσει μια σειρά από εκτιμήσεις για την ελληνική οικονομία που έκαναν εξωτερικοί κριτές και η Τράπεζα της Ελλάδος.
Στο ίδιο περίπου μήκος κύματος με τις άλλες εκθέσεις, το ΔΝΤ επιβεβαιώνει τα σημαντικά βήματα προόδου που έχει κάνει η ελληνική οικονομία τα τελευταία χρόνια και επισημαίνει τις αδυναμίες της, οι οποίες συμβάλλουν στην επιβράδυνση του ρυθμού βελτίωσής της. Μάλιστα, οι προβλέψεις του ΔΝΤ για κρίσιμα οικονομικά μεγέθη, όπως ο πληθωρισμός και το έλλειμμα της κεντρικής διοίκησης, δεν αποκλίνουν πολύ από τις κυβερνητικές προβλέψεις, είναι δε καλύτερες από κάποιες άλλες και ιδιαίτερα αυτές της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Η βελτιωμένη αυτή εικόνα θα μπορούσε να αποδοθεί στο μεταγενέστερο χρονικό διάστημα όπου έγιναν οι προβλέψεις του ΔΝΤ, με αποτέλεσμα την ενσωμάτωση σε αυτές των πιο πρόσφατων ενθαρρυντικών πληροφοριών.
Πολύ θετική μπορεί να χαρακτηριστεί η νότα αισιοδοξίας που εμφανίζεται στην τελευταία παράγραφο του προσχεδίου της έκθεσης, σύμφωνα με την οποία: «Υστερα από αρκετά χρόνια σταθεροποίησης η συμμετοχή στην ΟΝΕ και η σταδιακή σύγκλιση των εισοδημάτων προς το βιοτικό επίπεδο στην ΕΕ αποτελούν πλέον ρεαλιστική δυνατότητα». Μια τέτοια εκτίμηση, από ένα συνήθως πολύ αυστηρό κριτή της ελληνικής οικονομίας, αποτελεί και μια επιβράβευση της προσπάθειας που γίνεται τα τελευταία χρόνια και αποκαθιστά σιγά σιγά την εμπιστοσύνη προς την ελληνική οικονομία.
Για να επιβεβαιωθούν όμως οι αισιόδοξες προβλέψεις χρειάζονται τολμηρά μέτρα, μια και η σχετικά εύκολη λύση της νομισματικής και συναλλαγματικής πολιτικής τείνει να εξαντλήσει τα όρια της αποτελεσματικότητάς της. Για να αποφευχθεί η επιβράδυνση της βελτίωσης της οικονομίας, το ΔΝΤ κάνει μια σειρά από προτάσεις δίνοντας έμφαση στην αντιμετώπιση του δημοσιονομικού ελλείμματος και μια σειρά από διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.
Το ΔΝΤ πολύ σωστά επισημαίνει ότι η έμμεση και η άμεση φορολόγηση των «φορολογούμενων τμημάτων της κοινωνίας» είναι ήδη υψηλή. Αυτό σημαίνει ότι η βελτίωση του ελλείμματος της κεντρικής διοίκησης πρέπει να προέλθει είτε από περικοπές δαπανών, όπως προτείνεται, είτε από επέκταση της φορολογικής βάσης. Ενώ κάποιος εξορθολογισμός της διάρθρωσης των δαπανών είναι απαραίτητος, και η ελληνική κυβέρνηση το γνωρίζει, οι δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ είναι χαμηλότερες από τον μέσο όρο της ΕΕ. Μάλιστα, σημαντικό τμήμα των δαπανών απορροφάται από την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους σε ποσοστά πολύ υψηλότερα από τον μέσο όρο της ΕΕ. Αυτό σημαίνει πως, αν και η σπατάλη σε μερικές κατηγορίες δαπανών πρέπει να περιοριστεί και τελικά να εξαφανιστεί, δεν υπάρχουν μεγάλα περιθώρια μείωσης των δαπανών χωρίς σημαντικές συνέπειες για το κοινωνικό κράτος. Γι’ αυτό το βάρος της δημοσιονομικής εξυγίανσης πρέπει να πέσει στον πιο δύσκολο ίσως στόχο του περιορισμού της φοροδιαφυγής. Προσπάθειες βέβαια προς αυτή την κατεύθυνση γίνονται (ίδρυση του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος, προώθηση μηχανογράφησης του υπουργείου Οικονομικών κλπ.) αλλά και αυτές οι ενέργειες έγιναν με σημαντική καθυστέρηση, ενώ η γενικότερη προσπάθεια πρέπει να ενταθεί. Βέβαια, η επίτευξη υψηλών φορολογικών εσόδων χωρίς αλλαγές στη φορολογική συνείδηση των Ελλήνων είναι δύσκολο να επιτευχθεί και αυτός ο σημαντικός παράγοντας μεταβάλλεται πολύ αργά.
Οι προτεινόμενες από το ΔΝΤ διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις είναι σίγουρα γνωστές στην ελληνική κυβέρνηση. Το πρόβλημα βρίσκεται στην εφαρμογή τους. Υπάρχει μια σειρά από ακαμψίες (rigidities) οι οποίες συντηρούνται από υπάρχουσες δομές της ελληνικής οικονομίας και από τη λειτουργία ομάδων πίεσης σε διάφορα επίπεδα. Η κυβέρνηση έχει να επιδείξει δείγματα αποφασιστικότητας σε μερικούς τομείς, ενώ υπάρχει υστέρηση σε κάποιους άλλους. Η ουσιαστική όμως και συμβατική ανάγκη για σύγκλιση της οικονομίας προς αυτές των εταίρων μας και η αντιμετώπιση του αυξανόμενου διεθνούς ανταγωνισμού δεν αφήνουν σημαντικά περιθώρια για εφησυχασμό. Από αυτό ίσως απορρέει η κάποια αισιοδοξία της τελευταίας έκθεσης του ΔΝΤ για την ελληνική οικονομία.
