Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 είχε εμφανιστεί στη βρετανική τηλεόραση ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους οικονομολόγους, καθηγητής τότε στην Oxford και σήμερα στο Harvard, o Amartya Sen, ο οποίος είχε επιχειρηματολογήσει ότι η οικονομική πολιτική της τότε πρωθυπουργού της Βρετανίας κυρίας Thatcher ήταν αντίθετη προς την ανθρώπινη φύση. Ο κυριότερος λόγος γι’ αυτή τη θέση του ήταν η μεγάλη διαμάχη ανάμεσα στην κυβέρνηση και στα εργατικά συνδικάτα με στόχο τη μείωση της δύναμης των, πολύ ισχυρών τότε, συνδικάτων και την εισαγωγή μεγαλύτερης ευελιξίας στην αγορά εργασίας. Κορυφαίο γεγονός σε αυτή τη διαμάχη αποτέλεσε η μεγάλη απεργία των ανθρακωρύχων, η οποία διήρκεσε ένα χρόνο περίπου.
Ο καθηγητής Sen υποστήριξε ότι η συνεργασία και όχι η αντιπαράθεση βρίσκεται πιο κοντά στην ανθρώπινη φύση και σαν παράδειγμα έφερε την Ιαπωνία, της οποίας το σύστημα των εργασιακών σχέσεων στηρίζεται σε μια τέτοια συνεργασία. Εκεί επικρατεί ο θεσμός των μακροχρόνιων συμβάσεων εργασίας, ο οποίος έχει ουσιαστική συμβολή στο ιαπωνικό οικονομικό θαύμα, ενώ παράλληλα παρέχει και ασφάλεια απασχόλησης στους εργαζόμενους. Μια τέτοια προσέγγιση στις εργασιακές σχέσεις συνάδει με τον έντονα κοινωνικό χαρακτήρα των συμβάσεων εργασίας, οι οποίες δεν μπορούν να θεωρηθούν συμβάσεις του κοινού δικαίου.
Δεν έχει μεγάλη σημασία για μας αν οι Βρετανοί μπορούν, σε αυτόν τον τομέα, να γίνουν Γιαπωνέζοι, σίγουρα όμως κάτι τέτοιο δεν ισχύει στην περίπτωση της Ελλάδας. Πρόκειται για λαούς με πολύ διαφορετικά συστήματα αξιών που κάνουν τους Γιαπωνέζους εργασιομανείς, ενώ σαν Ελληνες διαπρέπουμε περισσότερο στον τομέα της κατανάλωσης. Κατανάλωση όμως χωρίς πραγματικά εισοδήματα δεν μπορεί να υπάρξει και εισοδήματα χωρίς ανταγωνιστική οικονομία δεν μπορούν να διατηρηθούν μακροχρόνια.
Αυτή η διαπίστωση είναι τώρα πιο σημαντική παρά ποτέ. Η Ελλάδα ανήκει σε μια πολύ μεγάλη αγορά των 370 εκατομμυρίων ανθρώπων, ενώ υπάρχει μια γενικότερη τάση για παγκοσμιοποίηση της οικονομίας. Πρέπει επίσης να τονιστεί ότι η Ελλάδα βρίσκεται τελευταία στον κατάλογο ανταγωνιστικότητας του ΟΟΣΑ, ενώ είναι επίσης η πιο φτωχή χώρα της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Οι εργασιακές σχέσεις αποτελούν σίγουρα μια σημαντική παράμετρο της ανταγωνιστικότητας μιας οικονομίας. Είναι σίγουρο ότι το θεσμικό πλαίσιο της αγοράς εργασίας στην Ελλάδα πρέπει να βελτιωθεί. Είναι επίσης σίγουρο ότι μια μεγαλύτερη ευελιξία μειώνει το κόστος παραγωγής, καθιστά πιο εύκολη την έξοδο από μια περίοδο ύφεσης της οικονομίας και μειώνει την ανεργία βραχυχρόνια εις βάρος των αποδοχών, κάτι που, κάτω από προϋποθέσεις, δεν ισχύει μακροχρόνια. Από την πλευρά τους οι εργαζόμενοι δίνουν προτεραιότητα στην εξασφάλιση μακροχρόνιας απασχόλησης και στο ύψος των αποδοχών. Η μονιμότητα της εργασίας προβάλλεται από τους δημόσιους υπαλλήλους και σαν ο κυριότερος λόγος απασχόλησής τους στο Δημόσιο.
Η μονιμότητα όμως και ένα δύσκαμπτο σύστημα αμοιβών ή ισοδύναμες καταστάσεις, για να συμβάλει στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας μιας οικονομίας, πρέπει να έχει κάποια τουλάχιστον στοιχεία του ιαπωνικού μοντέλου εργασιακών σχέσεων, όπου υπάρχει ένας ιδιαίτερος σύνδεσμος ανάμεσα στους εργαζόμενους και στην επιχείρηση και ο οποίος για κοινωνικούς και άλλους λόγους δεν μπορεί να ισχύσει στην Ελλάδα. Γι’ αυτό και, δεδομένης της αναγκαιότητας για αύξηση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, φαίνεται ότι η εισαγωγή μεγαλύτερης ευελιξίας στο σύστημα εργασιακών σχέσεων αποτελεί ίσως μονόδρομο για την ελληνική περίπτωση, όπως σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό γίνεται και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Η ακριβής μορφή που θα πάρει ένα πιο ευέλικτο σύστημα σύστημα εργασιακών σχέσεων πρέπει να είναι αποτέλεσμα ενός κοινωνικού διαλόγου ο οποίος και ξεκινάει.
Ο κ. Γιώργος Π. Ζανιάς είναι αναπληρωτής καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.
