Μία από τις ταινίες που είχαν προγραμματισθεί για διανομή στις αίθουσες την προσεχή Παρασκευή ήταν το «Cold Creek Manor» του Μάικ Φίγκις. Οπως μας έγινε την τελευταία στιγμή γνωστό, όμως, η ταινία δεν θα παιχθεί ποτέ στις κινηματογραφικές οθόνες της χώρας μας διότι, σύμφωνα με «οδηγία από το εξωτερικό», θα βγει κατευθείαν στο… βίντεο. Οι λόγοι; Εμπορικοί. Στο εξωτερικό άνθρωπος δεν πάτησε στην ταινία, στην οποία πρωταγωνιστεί η Σάρον Στόουν. Ενα όνομα που, όπως πολλά άλλα, φαίνεται ότι πλέον δεν έχει και τόση σημασία…
Εχοντας ήδη δει το «Cold Creek Manor» καθόλου δεν παραξενευτήκαμε που η ταινία μπήκε στο «ψυγείο». Στην ταινία η Στόουν και ο Ντένις Κουέιντ υποδύονται το παντρεμένο ζευγάρι των Νεοϋορκέζων οι οποίοι για να ηρεμήσουν αποφασίζουν να πουν αντίο στο στρες της μεγαλούπολης και να ξεφύγουν στην επαρχία, όπου τελικά αντιμετωπίζουν έναν χειρότερο εφιάλτη στο πρόσωπο του ψυχοπαθούς Στίβεν Ντορφ. Παρά τη σκηνοθετική επίβλεψη του Φίγκις («Επικίνδυνη Δευτέρα», «Αφήνοντας το Λας Βέγκας»), το φιλμ παγιδεύεται στην κοινοτοπία και στην προβλέψιμη εξέλιξη ενός θρίλερ της «σειράς» και σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογεί την παρουσία μιας σταρ που κάποτε είχε φέρει τα πάνω κάτω παίζοντας στο «Βασικό ένστικτο». Ο ρόλος της Στόουν εδώ δεν είναι ο βασικός γυναικείος αλλά ένας που απλώς πρέπει να υπάρχει και φυσικά θα μπορούσε να βρίσκεται στα χέρια μιας X, Ψ, Ω άσημης ηθοποιού. Γι’ αυτό άλλωστε σε αυτή την ταινία δεν θα βλέπαμε ποτέ στη θέση της Στόουν π.χ. τη Νικόλ Κίντμαν. Για την ακρίβεια, αν εξαιρέσει κανείς το «Καζίνο» του Μάρτιν Σκορσέζε που έδωσε στη Στόουν την πρώτη και μοναδική υποψηφιότητά της για Οσκαρ, καμία ταινία της μετά το «Βασικό ένστικτο» δεν υπήρξε αντάξια της φήμης που είχε αποκτήσει και σε καμία δεν την είδαμε να κρατά πραγματικά έναν ρόλο ουσίας. H εικόνα της Στόουν πριν από δύο χρόνια στις Κάννες, όπου σε συνέντευξη Τύπου βούρκωνε ενθυμούμενη τι έχει τραβήξει στην προσωπική ζωή της την τελευταία δεκαετία, δικαιολογούσε το πρόβλημά της να ορθοποδήσει ως ηθοποιός. Φαίνεται ότι στα 46 της είναι πλέον πολύ αργά για να τα καταφέρει.
Εξαιτίας προσωπικών προβλημάτων άλλωστε ένα άλλο πρώην αστέρι, η Μεγκ Ράιαν, φαίνεται ότι οδηγείται πια προς τη δύση του. Το πάλαι ποτέ αγαπημένο μουτράκι του Χόλιγουντ χάρη σε ρομαντικές κομεντί όπως «Οταν ο Χάρι γνώρισε τη Σάλι» και «Ξάγρυπνοι στο Σιάτλ» ταλαιπωρήθηκε αφάνταστα τόσο από τον άτσαλο χωρισμό της από τον Ντένις Κουέιντ όσο και από το σύντομο ειδύλλιό της με τον Ράσελ Κρόου, ο οποίος τελικά την παράτησε σαν στυμμένη λεμονόκουπα (γνωρίστηκε με τον Κρόου στα γυρίσματα της «Απόδειξης ζωής», μιας ταινίας που κατέληξε σε παταγώδη αποτυχία). Αφού πέρασε μια περίοδο βαθιάς κατάθλιψης, η Μεγκ Ράιαν κατάλαβε ότι είχε έρθει ο καιρός για να αποχαιρετήσει τις γλυκιές ξανθές που μυξοκλαίνε (ας μην ξεχνάμε ότι είναι πλέον 42 χρόνων). Παίρνοντας λοιπόν στροφή 360 μοιρών βρέθηκε στην τελευταία ταινία της Τζέιν Κάμπιον, το «In the cut» («Στα όρια του πάθους»), που άνοιξε πριν από λίγο καιρό στην Αμερική με αλλαγμένο φινάλε. Οπου τι λέτε ότι κάνει; Υποδύεται ξανά μια γυναίκα που σε όλη την ταινία… μυξοκλαίει φορώντας την τάχα μου σοβαρή μάσκα της «σπασμένης» σαραντάρας.
Ο ρόλος της Φάνι, μιας καταπιεσμένης νεοϋορκέζας καθηγήτριας η οποία άθελά της θα βρεθεί στη μέση μιας σειράς δολοφονιών, ενώ παράλληλα επιδιώκει να πραγματοποιήσει τις σεξουαλικές φαντασιώσεις της, είναι με πολύ απλά λόγια ο πιο αμήχανος και άχαρος στην καριέρα της Ράιαν. Θαρρείς ότι για να ξεφύγει από το μπεμπέ στυλάκι που ως τώρα διατηρούσε η ηθοποιός το μόνο που σκέφθηκε ήταν να αλλάξει κόμμωση και χρώμα μαλλιών. Ούτε τα γυμνά (και όχι ιδιαιτέρως όμορφα) στήθη της δεν μπόρεσαν να βοηθήσουν το «In the cut» να πάρει μπροστά, πράγμα που δηλώνει και το δημιουργικό τέλμα στο οποίο βρίσκεται η Κάμπιον, η οποία αδυνατείς να καταλάβεις τι ακριβώς είχε στο μυαλό της όταν διάβαζε το μπεστ σέλερ της Σουζάνας Μουρ στο οποίο βασίστηκε το σενάριο.
Εν τω μεταξύ στην ίδια ταινία ένα άλλο «καμένο χαρτί» περιφέρεται σχεδόν άνευ λόγου. H Τζένιφερ Τζέισον Λι, συμπρωταγωνίστρια κάποτε της επίσης εξαφανισμένης Μπρίτζετ Φόντα στο «Νέα γυναίκα, μόνη, ψάχνει», υποδύεται την ετεροθαλή αδελφή της Ράιαν και το μόνο που καταφέρνει είναι να μας προκαλέσει εντύπωση για το πόσο έχει παρατήσει τον εαυτό της και έχει καταντήσει κήτος. Σε ένα σύστημα σκληρού ανταγωνισμού όπως αυτό του Χόλιγουντ, αν δεν προσέξεις τον εαυτό σου, εύκολα μπορεί να γίνεις παρελθόν.
H μοίρα ακόμη και των ανώτερων στην υποκριτική τους ηθοποιών, όπως π.χ. η Σούζαν Σαράντον, δεν είναι διαφορετική. Υστερα από την εκρηκτική δεκαετία του 1990 και το Οσκαρ πρώτου γυναικείου ρόλου που κέρδισε για το «Θα ζήσω», η Σαράντον βρίσκεται πλέον στα αζήτητα βγάζοντας το ψωμί της με ταινίες που κανένας δεν «παίρνει πρέφα». Ποιος αλήθεια θυμάται τα «Πικρά φεγγάρια» ή το «Ο Ιγκμπι πιάνει πάτο»; Εδώ όμως θα πρέπει να θυμίσουμε το γεγονός ότι η Σαράντον είναι πολιτικοποιημένη ηθοποιός που δεν διστάζει να εκφράσει ανοιχτά τη γνώμη της, κάτι που φυσικά δυσχεραίνει τη θέση της μέσα στη δικτατορία του Χόλιγουντ.
Πού βρίσκονται όμως εν έτει 2003 γυναίκες οι οποίες πριν από μερικά χρόνια φιλοξενούνταν σε εξώφυλλα μοδάτων περιοδικών και ήταν πρώτα ονόματα στον χώρο τους; Το τελευταίο πράγμα που είδαμε να κάνει η Ντέμι Μουρ, ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα της αυγής της δεκαετίας του ’90 («Ανήθικη πρόταση», «Ghost»), ήταν η «κακιά» στους «Αγγέλους του Τσάρλι 2»! H Τζίνα Ντέιβις ήταν η Θέλμα στη «Θέλμα και Λουίζ», για να καταλήξει μαμά ενός ποντικού στις δύο ταινίες «Stuart Little». H Ανέτ Μπένινγκ υποδυόμενη έναν τρίτο ρόλο στον «Αγραφο νόμο της Δύσης» του Κέβιν Κόστνερ δεν θυμίζει πουθενά τη Βιρτζίνια Χιλ του «Μπάγκσι» αλλά μια ταλαιπωρημένη ηθοποιό που θα πρέπει να κάνει και τον σταυρό της που βρίσκει ρόλους. Και ας μην πιάσουμε καλύτερα ονόματα όπως Κάθλιν Τέρνερ, Τζέσικα Λανγκ, Γούπι Γκόλντμπεργκ, Γκρέτα Σκάκι, οι οποίες θαρρείς ότι έχουν πάρει σύνταξη από το σινεμά.
Οι «θεωρίες συνωμοσίας» και τα μεγάλα ονόματα
Μία από τις αρχαιότερες «θεωρίες συνωμοσίας» που εδώ και χρόνια κυκλοφορεί γύρω από τη μυθολογία του Χόλιγουντ λέει ότι οι γυναίκες ηθοποιοί δυσκολεύονται να βρουν καλούς ρόλους διότι οι συγγραφείς και οι σεναριογράφοι ασχολούνται περισσότερο με το ανδρικό φύλο. Μάλιστα πριν από μερικά χρόνια δεν υπήρχε αμερικανίδα ηθοποιός που σε συνέντευξή της να μην αναφερόταν σε αυτή τη ρατσιστική αντιμετώπιση του γυναικείου φύλου από ένα σύστημα που πολύ εύκολα ξεχνά και ακόμη πιο εύκολα αντικαθιστά. H άποψη ισχύει αλλά ανέκαθεν είχε τα «παράθυρά» της. Τόσο πρόσφατα παραδείγματα όπως οι «Ωρες», το «Σικάγο» και «Ο Παράδεισος είναι μακριά» όσο και παλαιότερα («Θέλμα και Λουίζ», «Μαθήματα πιάνου»), αν κάτι αποδεικνύουν, είναι ότι γυναικείοι ρόλοι όχι μόνο γράφονται αλλά επιβραβεύονται κιόλας. Αυτό δεν αίρει βεβαίως το γεγονός ότι τα ονόματα των ηθοποιών που διεκδικούν τους μεγάλους ρόλους είναι μετρημένα στα δάχτυλα. Αν είσαι σήμερα γυναίκα στο Χόλιγουντ και δεν λέγεσαι Τζούλια Ρόμπερτς, Νικόλ Κίντμαν, Τζουλιάν Μουρ, Ρενέ Ζελβέγκερ ή Μέριλ Στριπ, τότε έχεις πρόβλημα.
