Μουσικοί που επιχειρούν να γίνουν ηθοποιοί. Τα παραδείγματα είναι πολλά. Οι ανήσυχοι καλλιτέχνες επιμένουν να αποδεικνύουν ότι το ταλέντο τους είναι ιδιαίτερα πληθωρικό για να παραμείνει «φυλακισμένο» σε ένα μόνο είδος
Η ιδέα να περάσουν οι ροκ σταρ στη μεγάλη οθόνη, εξαργυρώνοντας κι εκεί την επιτυχία τους, είναι τόσο παλιά όσο και το ίδιο το ροκ-εν-ρολ. Ο κινηματογράφος τότε ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής, οι τινέιτζερ δημιουργούσαν νέα είδωλα και ο κινηματογράφος διψάει πάντα για καινούργιες φάτσες, πόσο μάλλον όταν αυτές είναι ήδη γνωστές από κάπου αλλού. Από τότε και ως σήμερα οι απόπειρες των μουσικών να γίνουν και ηθοποιοί είναι πάμπολλες αλλά σπάνια μπορούμε να μιλήσουμε για ικανοποιητικές ερμηνείες, ακόμη και από αυτούς που στη σκηνή είναι εξαιρετικοί περφόρμερ.
Αυτό όμως δεν εμποδίζει τους σκηνοθέτες συχνά να επιλέγουν μουσικούς κυρίως για χαρακτηριστικούς δεύτερους ρόλους, μια επιλογή που έχει να κάνει περισσότερο με το στυλ του καθένα, με την «περσόνα» που εκπέμπει, και λιγότερο με τις υποκριτικές του ικανότητες.
Η αρχή έγινε με τον Elvis και το «Love me tender», που γνώρισε τεράστια εμπορική επιτυχία και άνοιξε την πόρτα για όσα επακολούθησαν. Ο ίδιος ο Presley έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης και σε αυτόν τον τομέα και τα στούντιο τον έκαναν να γυρίσει πάμπολλες ταινίες, πρόχειρες και ασήμαντες, που είχαν όμως λαϊκό αντίκρισμα, την περίοδο όπου για τον Elvis στην Αμερική επικρατούσε υστερία, όχι μόνο όταν εμφανιζόταν αλλά ακόμη και όταν πήγαινε στον στρατό.
Οι ενδείξεις έλεγαν στα στούντιο ότι έπρεπε να συνεχίσουν τις προσπάθειες με τα μουσικά είδωλα κι έτσι ακολούθησαν και ο Tommy Sands με την ταινία «Sing, Boy, Sing» (1958), ο Fabian με το «Hound dog man» (1959) και την ίδια χρονιά ο Ricky Nelson, που είχε περάσει και από την τηλεόραση, με το φιλμ «Rio Bravo».
Τον Bobby Darin θα τον θυμόμαστε από το «Splish Splash» αλλά και από τη συμμετοχή του σε ταινίες όπως οι «Come September» (1961), «Τοο late blues» του Κασσαβέτη και άλλες ταινίες που ακολούθησαν ως το 1974 που πέθανε.
Στους πρωτοπόρους ανήκει και ο Adam Faith, που ξεκίνησε με την ταινία «Never let go» (1960) και συνέχισε με μια σειρά από συμμετοχές στον αγγλικό κινηματογράφο της εποχής.
Το 1968 ο Roy Orbison είχε μια συμμετοχή στο φτηνό γουέστερν του Sam Katzman «The fastest guitar alive» και καθώς η δεκαετία αλλάζει μια νέα φουρνιά μουσικών έρχεται να δώσει το παρών σε κινηματογραφικές παραγωγές, μόνο που τώρα τα πράγματα είναι διαφορετικά σε σχέση με το πώς ξεκίνησαν. Η προσπάθεια των εταιρειών να κάνουν πετυχημένα φιλμ, με δημοφιλείς στους τινέιτζερ μουσικούς, δεν είχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα και το σχέδιο σταμάτησε, για να ακολουθήσουν συμμετοχές μουσικών που επέλεγαν οι σκηνοθέτες για χαρακτηριστικούς ρόλους.
Ο Mick Jagger το 1970 παίζει τον εαυτό του στο «Performance» και μερικά χρόνια αργότερα ο Σαμ Πέκινπα διαλέγει τον Bob Dylan για το φιλμ «Pat Garrett and Billy the Kid», ενώ το 1976 ο David Bowie κάνει το ντεμπούτο του στο «The Man Who Fell to Earth», μια αρχή που θα του δώσει τη δυνατότητα για μια (σχεδόν) συστηματική συμμετοχή σε ταινίες που συνεχίζεται, αφού πέρυσι τον είδαμε να υποδύεται τον Αντι Γουόρχολ στην ταινία «Basquiat».
Ακόμη όμως και αυτός, με τα σπουδαία σόου επί σκηνής, με τις άπειρες μεταμορφώσεις και το αδιαφιλονίκητο στυλ, δεν έχει κατορθώσει να πείσει ότι μπορεί να είναι ένας ικανοποιητικός ηθοποιός.
Οι Μπιτλς και οι άλλοι
Το 1975 γυρίζεται το «Stardust» με τη συμμετοχή των David Essex, Keith Moon και Ringo Star μουσικοί που συχνά ενεπλάκησαν, χωρίς επιτυχία, στην περιπέτεια του αγγλικού κινηματογράφου εκείνης της εποχής.
Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να κάνουμε εδώ για τις ταινίες των Beatles, που ξανάφεραν στην επικαιρότητα τη λογική με την οποία έγιναν οι ταινίες του Elvis, ότι δηλαδή ένα πετυχημένο συγκρότημα μπορούσε να τραβήξει τον κόσμο του και στον κινηματογράφο, πράγμα που έγινε με το «Α Hard Day’s Night» (1964), το «Help!» (1965) αλλά και με τα κινούμενα σχέδια του «Yellow Submarine» (1968).
Η ίδια διαδικασία επιχειρείται και στις ημέρες μας με την ταινία που ετοιμάζει το εξαιρετικά δημοφιλές γυναικείο συγκρότημα των Spice Girls, προσπάθεια που σίγουρα θα είναι επιτυχημένη, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα και το περιεχόμενο της ταινίας.
Ας ξαναγυρίσουμε όμως στο παρελθόν για να αναφερθούμε ακόμη στους Franky Avalon, στη Cher και στον Bono (η Cher μάλιστα συνέχισε και αργότερα μόνη της με μεγαλύτερη επιτυχία στο σινεμά αλλά και στο τραγούδι), στην Tina Turner, στον Frank Sinatra, με πολύ μεγάλη καριέρα και στη μουσική και στον κινηματογράφο, πράγμα που ισχύει για την Betty Midler και την Barbra Streisand.
Το 1980 ο Paul Simon γράφει το σενάριο και παίζει στο «One – Trick Pony», ενώ αρκετά προσπάθησε και ο πρώην συνεργάτης του Art Garfunkel χωρίς ποτέ να καταφέρει κάτι ιδιαίτερο.
Η ιδιότυπη φάτσα του Tom Waits τον έκανε αγαπημένο «κάρακτερ» για τον Τζάρμους αλλά και για τον Κόπολα, πράγμα που ισχύει για τον Willy de Ville αλλά και για τον Lile Lovett στο «Short Cuts».
Από τον χώρο της σύγχρονης μαύρης μουσικής ο Ice-Τ είναι αυτός που βλέπουμε συχνότερα σε αμερικανικές ταινίες αλλά και ο Ice Cube. Συστηματική είναι η συμμετοχή σε ταινίες και του Henry Rollings, που έχει κάνει μια καλή καριέρα ως «αστυνομικός» σε αμερικανικές περιπέτειες, συμπληρώνοντας έτσι την καλλιτεχνική δράση του ως μουσικός και συγγραφέας.
Πρόσφατα είδαμε τον Lou Reed στο «Λίγος καπνός ακόμη» του Γουέινγκ Γουάνγκ που έχει χρησιμοποιήσει και τον Iggy Pop (ο οποίος πρόσφατα συμμετείχε και σε ένα επεισόδιο της τηλεοπτικής σειράς «Star Trek: Deep Space Nine»).
Το αντίστροφο φαινόμενο
Τέλος, να αναφέρουμε την προσπάθεια του Prince να γνωρίσει και την κινηματογραφική επιτυχία όταν ήταν ακόμη σούπερσταρ, που κατέληξε σε φιάσκο, και την επιμονή της Madonna να γίνει και ηθοποιός, με κακά συνήθως αποτελέσματα αλλά και τη (σχετική) δικαίωση με την «Evita».
Η Cortney Love θα μείνει στην ιστορία ως η πρώτη ηθοποιός που υπέγραψε συμβόλαιο εις βάρος της (σχετικά με τη χρήση ναρκωτικών ουσιών), για να συμμετάσχει στην ταινία «Λάρι Φλιντ».
Οσοι αναφέρθηκαν παραπάνω δεν είναι οι μόνοι μουσικοί που έχουν «περάσει» από κάποια ταινία. Ο κατάλογος είναι μακρύς και συνέχεια μεγαλώνει αλλά λίγες είναι οι φορές που αυτές οι συμμετοχές έχουν βοηθήσει τη δραματουργική εξέλιξη των ταινιών.
Τις περισσότερες φορές αυτές οι εμφανίσεις περνούν μάλλον απαρατήρητες και αν κάτι προσφέρουν αυτό είναι η επιπλέον δημοσιότητα (όταν υπάρχει). Κι επειδή υπάρχει και η αντίστροφη πορεία, των ηθοποιών δηλαδή που γίνονται και μουσικοί, να αναφέρω ενδεικτικά τις περιπτώσεις του Bruce Willis και του Harry Dean Stanton.
Οπως και να έχει, καλύτερα να τους ακούμε παρά να τους βλέπουμε.
ΥΓ. Επί του πιεστηρίου (που λένε): Ο Jon Bon Jovi ολοκλήρωσε τα γυρίσματα της ταινίας «The Leading Man» και οι κριτικοί λένε ότι είναι καλύτερος ηθοποιός από ό,τι μουσικός. Δεν είναι δα και τόσο μεγάλο κατόρθωμα αυτό…
