Προτροπές σε γόνιμο έδαφος

γλυπτική Προτροπές σε γόνιμο έδαφος Είκοσι τέσσερις μαθητές του Γιάννη Παππά τιμούν τον δάσκαλό τους με μια έκθεση στο Μέγαρο Εϋνάρδου. Τους συντροφεύει ο ίδιος με τρία έργα του Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΠΑΣ γεννήθηκε το 1913 στην Κωνσταντινούπολη. * Το 1922, με τη Μικρασιατική Καταστροφή, η οικογένειά του κατέφυγε στην Αθήνα. * Τελείωσε το Γυμνάσιο το 1929 και το 1930 εισήχθη στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών του

Προτροπές σε γόνιμο έδαφος




Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΠΑΣ γεννήθηκε το 1913 στην Κωνσταντινούπολη. * Το 1922, με τη Μικρασιατική Καταστροφή, η οικογένειά του κατέφυγε στην Αθήνα. * Τελείωσε το Γυμνάσιο το 1929 και το 1930 εισήχθη στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών του Παρισιού. * Από το 1935 ως το 1938 φιλοτέχνησε την προτομή του ζωγράφου Ανδρέα Βουρλούμη και τα αγάλματα του γλύπτη Χρήστου Καπράλου και του ζωγράφου Γιάννη Μόραλη. * Το 1937 βραβεύτηκε με το χρυσό μετάλλιο στη Διεθνή Εκθεση των Παρισίων. * Το 1939 επέστρεψε στην Ελλάδα για να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία και φιλοτέχνησε τον ανδριάντα του Αδαμάντιου Κοραή. * Στον πόλεμο επιστρατεύτηκε και υπηρέτησε ως οπλίτης. * Το 1944 κατατάχθηκε στο Βασιλικό Ναυτικό και υπηρέτησε ως ναύτης στη Ναυτική Διοίκηση Αλεξανδρείας. * Το 1951 πραγματοποίησε την πρώτη του ατομική έκθεση, στην Αλεξάνδρεια. * Επέστρεψε στην Αθήνα το 1952 και το 1953 εξελέγη καθηγητής των εργαστηρίων γλυπτικής της ΑΣΚΤ. * Από το 1959 ως το 1969 διετέλεσε διευθυντής της ΑΣΚΤ. * Το 1960 εξέθεσε ζωγραφικά έργα στην αίθουσα «Αρμός». * Από το 1968 ως το 1974 φιλοτέχνησε το μνημείο Εμπορικής Ναυτιλίας στην Ερμούπολη της Σύρου, το άγαλμα «Ελευθερία» για το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Στάνφορντ και πολλά άλλα. * Το 1971 τελείωσε και τοποθέτησε τον ανδριάντα του Ελευθερίου Βενιζέλου στο Πάρκο Ελευθερίας. * Το 1972 εξελέγη αντεπιστέλλον μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας. * Το 1978 παραιτήθηκε από την έδρα Γλυπτικής της ΑΣΚΤ και εκπροσώπησε την Ελλάδα στην Μπιενάλε της Βενετίας. * Το 1980 εξελέγη τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. * Το 1992 η Εθνική Πινακοθήκη διοργάνωσε αναδρομική έκθεση με τα έργα του.


Ανάμεικτα συναισθήματα: σαγήνη, συγκίνηση και λίγη θλίψη… Σαγηνευτική είναι η γλυπτική του Γιάννη Παππά· διατηρεί σήμερα δύναμη και ομορφιά, έστω και αν οι κυρίαρχες τάσεις μοιάζουν να έχουν απομακρυνθεί από τις αξίες που διαπνέουν το έργο του. Τη συγκίνηση γεννούν όσα λέει ο γλύπτης για τα χρόνια που δίδαξε στη Σχολή Καλών Τεχνών, καθώς και όσα με τρυφερότητα θυμούνται οι μαθητές του για τα πράγματα που διδάχθηκαν κοντά του. Και λίγη θλίψη προκαλεί η διαπίστωση ότι ο Δάσκαλος για μία ακόμη φορά έχει δίκιο, όταν υπενθυμίζει ότι από τη στιγμή που παραιτήθηκε από τη Σχολή, το 1978, δεν ξαναπήγε ποτέ εκεί. «Γνωρίζω» λέει ο Δάσκαλος «ότι σήμερα η ΑΣΚΤ είναι κάτι ολότελα διαφορετικό και δεν υπάρχει ίχνος από το έργο που οι συνάδελφοί μου και εγώ είχαμε επιτύχει».


Τι έφταιξε; Κάποιοι θα πουν ότι η ακαδημαϊκή τέχνη (η «ζωντανή» ακαδημαϊκή τέχνη, όπως έλεγε ο Παππάς) και οι «κλασικές» αξίες, το σχέδιο ως εκπαίδευση της όρασης και η πίστη στο μέτρημα και στο νήμα της στάθμης, έχουν πλέον στερέψει, δεν έχουν να μας δώσουν τίποτε. Αλλοι θα πουν ότι στο εδώλιο πρέπει να καθίσουμε άλλους δασκάλους και τα αχώνευτα δάνεια από την αλλοδαπή avant-guarde που επιβλήθηκαν στους σπουδαστές ως η μοναδική οδός προς την καλλιέργεια μιας προσωπικής φωνής. Και κάποιοι τελικά απλώς με πίκρα θα παραδεχτούν ότι ένοχος είναι μόνο ο εκβιασμός των κυρίαρχων τάσεων, ο καταναγκασμός αυτός καθαυτός να σκαρφαλώσει ο κάθε σπουδαστής σε ένα βαγόνι· αν θα είναι το βαγόνι με τα ηλιοβασιλέματα και τις ακουαρέλες ή το βαγόνι με το ζωικό λίπος και τα μόνιτορ, δεν έχει και τόση σημασία· αρκεί να σκαρφαλώσει κάπου και να υπερασπιστεί από εκεί και πέρα την επιλογή του με τα λόγια όσο καλύτερα μπορεί.


Αφαίρεση και πλούτος


Τι είχε όμως επιτύχει ο Γιάννης Παππάς; Μας απαντούν οι μαθητές του, ο ένας μετά τον άλλο επιβεβαιώνουν και τιμούν τον δεσμό τους με τον Δάσκαλο. «20 Οκτωβρίου 1958 ήλθα στην Αθήνα, Δάσκαλε» γράφει ο Διονύσης Γερολυμάτος «και μου είπες: “Εδώ που ήλθες θα μάθεις να βλέπεις…”». Η Βασιλική Γρουσοπούλου-Μαρκούση θυμάται τον Παππά να λέει: «Ξαναγυρίστε πίσω, ξεφυλλίστε, παρατηρήστε τα προηγούμενα σχέδια, τα παλαιότερα έργα σας, τα οποία πρέπει να κρατάτε. Ξαναϊδείτε τις παλαιές συγκινήσεις που με ευαισθησία και φρεσκάδα καταγράψατε. Μέσα απ’ αυτά θα πάρετε αμπάριζα, θα ξαναβρείτε τον εαυτό σας και τη σωστή συνέχεια για να προχωρήσετε πιο βαθιά στην προσωπική κατανόηση του γύρω σας κόσμου, για να αναπτύξετε το ταλέντο σας και την προσωπικότητά σας». «Οταν, χορτάτοι από πηλό, κομπάσο και νουθεσία, περικυκλώναμε τον Δάσκαλο» θυμάται ο Γιάννης Μανιατάκος «αυτός άρχιζε να μας διαβάζει Ροντέν, Μποντλέρ, Καβάφη…». Και ο Γιάννης Κουτσουράδης μια φορά ρώτησε τον δάσκαλό του: «Δάσκαλε, γιατί σχεδιάζει ο άνθρωπος;». Και ο Δάσκαλος απάντησε: «Μα είναι σαν να με ρωτάς γιατί λάμπει ο Ηλιος…».


Λίγο-πολύ τα ίδια θυμάται και ο Δάσκαλος: «Τους έλεγα: “Παιδιά, αρχίζει η περιπέτεια!”. Δεν είπα ποτέ: “Αυτή είναι η καλή γλυπτική, αυτή όχι”. Αφηνα τον καθένα να σχηματίζει δική του γνώμη. Δεν τους είπα: “Αυτό που κάνεις δεν γίνεται”, αλλά ρωτούσα: “Γιατί το κάνεις έτσι;”. Είναι δύσκολο. Οταν σχολίαζα την εργασία κάθε σπουδαστή έπρεπε πάντοτε να έχω κατά νου σε ποιον αποτείνομαι. Να αντιληφθώ – όσο μπορούσα – την ψυχική του κατάσταση και τι περίμενε από μένα. Από καθέδρας δεν έλεγα τη γνώμη μου, ούτε έκρινα, και κατά μείζονα λόγο δεν τυποποιούσα τα λόγια μου. Μιλούσα περισσότερο με τους πιο αδύνατους, προσπαθώντας να βρω τον κατάλληλο τρόπο, τη σωστή λέξη που επισημαίνει την αδυναμία δίχως να πληγώνει και να αποκαρδιώνει».


Υποθέτω ότι πρέπει να τιθασεύσει κανείς τη συγκίνησή του και να συγκεντρώσει όση ψυχραιμία διαθέτει. Δεν ξέρω αν ο μεγάλος καλλιτέχνης είναι απαραιτήτως και μεγάλος δάσκαλος – μάλλον όχι. Πάντως καλλιτέχνες και δάσκαλοι σαν τον Γιάννη Παππά φαίνεται ότι σπανίζουν όλο και περισσότερο και – στο πνεύμα της εποχής – δυστυχώς το γεγονός αυτό φαντάζει πρόδηλα εύλογο.


Την περασμένη Τετάρτη είχα την τύχη και την τιμή να κουβεντιάσω λίγο με τον γλύπτη Γιώργο Ζογγολόπουλο. «Σήμερα είναι τα εγκαίνια του Παππά» του είπα. «Καλή ιδέα αυτή η έκθεση» μου απάντησε. «Ημασταν μαζί με τον Παππά στο Παρίσι. Ηταν πολύ νέος. Εκανε αυτά τα υπέροχα έργα, τον “Μόραλη”, τον “Καπράλο”… Νατουραλισμός. Ρεαλισμός. Αλλά πολύ σωστός…».


Στ’ αλήθεια, αν κανείς περνάει από την οδό Αγίου Κωνσταντίνου και δεν έχει χρόνο να δει όλη την έκθεση, ας μπει μέσα στο Μέγαρο Εϋνάρδου μόνο για να δει τον «Γλύπτη Χρήστο Καπράλο». Ας έχει αυτή την εμπειρία στη ζωή του (εμπειρία που μπορεί να συγκριθεί ακόμη και με το να αντικρίζει κανείς τον «Μπαλζάκ» του Ροντέν). Ας νιώσει τη δύναμη που μοιάζει με τους αιώνες διάβρωσης που υφίσταται ένας βράχος· αυθύπαρκτη, όπως είχε παρατηρήσει ο κριτικός Ερνστ βαν ντερ Βέτερινγκ για τον Ρέμπραντ, «σαν οροσειρά που αναδιπλώνεται επί χιλιάδες χρόνια». Είναι μεγάλο έργο ο «Καπράλος», τεράστιο, κολοσσιαίο. Γεμίζει τον θεατή με έναν τέτοιο πλούτο συγκεκριμένης λεπτομέρειας, ενώ συνάμα βυθίζεται στην αφαίρεση και στην οικονομία.


Κληροδοτήματα και προσωπικές φωνές


Πέρα από την ένταση που περιβάλλει την αναγνώριση ενός χρέους, στην έκθεση κυριαρχεί η αίσθηση ότι οι προτροπές του Δασκάλου έπεσαν σε γόνιμο έδαφος. Οι μαθητές του Γιάννη Παππά συγκαταλέγονται σήμερα ανάμεσα στους σημαντικότερους γλύπτες που διαθέτει η χώρα μας. Δίνουν το στίγμα τους ώριμα και συγκεντρωμένα, κάποιοι όμως επιτυγχάνουν πολύ περισσότερα από αυτό. Υπάρχει φέρ’ ειπείν το έργο της Αφροδίτης Λίτη, «Κισσός», τόσο διαφορετικό από τα έργα του δασκάλου της αλλά τόσο τρυφερά ποιητικό. Υπάρχει ο «Homo Sapiens, 20 αιώνες μ.Χ.» του Γιώργου Γεωργιάδη, ο οποίος ίσως θέλει λίγο να μας τρομάξει, ίσως να μας νουθετήσει, επιδεικνύει πάντως δεξιοτεχνία υποταγμένη στην ουσία, πράγμα για το οποίο – φαντάζομαι – ο Δάσκαλος θα νιώθει υπερήφανος. Και υπάρχει και η «Χαρά» του Γιώργου Καλακαλλά· δεν ξέρω αν είμαι ο μόνος που αυτό το έργο τού φέρνει στο νου τη «Joie de vivre» του Ματίς χτισμένη με χαλκό.


Ισως αυτή η έκθεση απολαύσει τη θερμή υποδοχή που της αξίζει. Στα εγκαίνια πάντως επικρατούσε το αδιαχώρητο. Ο κόσμος σφηνώθηκε στο Μέγαρο Εϋνάρδου για να ρίξει – έστω και υπό την πίεση του πλήθους – μια ματιά στα έργα του μεγάλου γλύπτη και των μαθητών του. Και ίσως αυτό το γεγονός να αποτελέσει κάποιου είδους παρηγορία για τους νοσταλγούς, όπως ο Θόδωρος Παπαγιάννης, ο οποίος σημείωσε ότι ελπίζει πως «κάποτε οι ασχολούμενοι με τα ζητήματα της τέχνης θεωρητικοί, που ασφαλώς αγνοούν την προσφορά του Γιάννη Παππά, θα τον ανακαλύψουν όταν αποφασίσουν να ξεφύγουν από την επιφάνεια και τη ρηχότητα της επικαιρότητας και να εμβαθύνουν στα ουσιαστικά και πολυτιμότερα αυτού του τόπου».


Ως τότε όμως ένα πράγμα μπορούμε σίγουρα να κάνουμε: να κρατάμε στο μυαλό μας τα λόγια που έγραψε για τον δάσκαλό του ο Γιάννης Μανιατάκος: «Κάθε φορά που ακούω τη φωνή του ησυχάζω, και μέσα μου ευχαριστώ τον Θεό που υπάρχει».


Η έκθεση στο Μέγαρο Εϋνάρδου (Αγ. Κωνσταντίνου 20 και Μενάνδρου, Ομόνοια, τηλ. 010 3234.267) θα διαρκέσει ως τις 7 Μαΐου. Ωρες λειτουργίας: Δευτ.-Κυρ. 10.00-14.00. Δευτ., Τετ., Παρ. 18.00-20.00.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version