Εχουν περάσει πλέον αρκετά χρόνια από τότε που το πολυσυζητημένο σχήμα των «Τριών Τενόρων» τάραζε τα νερά στον χώρο της όπερας συμβάλλοντας τα μάλα ώστε ο Πλάθιντο Ντομίνγκο, ο Λουτσιάνο Παβαρότι και ο Χοσέ Καρέρας να αποκτήσουν φανατικούς φίλους, τουλάχιστον ισάριθμους με αυτούς των σύγχρονων ειδώλων της ποπ. Εκτοτε, και πέρα από τις επικρίσεις που δέχθηκε η εν λόγω κίνηση, μεσολάβησαν πολλά, με πρώτο το «αμείλικτο» πέρασμα του χρόνου. Ετσι τον μεν Ντομίνγκο συναντούμε σήμερα ολοένα και περισσότερο σε ρόλους βαρύτονου ενώ παράλληλα επιχειρεί βήματα στον χώρο της διεύθυνσης ορχήστρας, ο δε Παβαρότι έχει ξεκινήσει ήδη τις αποχαιρετιστήριες(;) εμφανίσεις του, ενώ ο Καρέρας, σκληρά χτυπημένος από την αρρώστια τα περασμένα χρόνια, κινείται μάλλον σε ανάλογη τροχιά. Πώς διαγράφεται η επόμενη ημέρα λοιπόν; Ποιοι είναι αυτοί που διεκδικούν τα σκήπτρα στον χώρο της δημοφιλέστερης ανδρικής λυρικής φωνής; Τα προηγούμενα χρόνια ο διεθνής Τύπος δεν εφείσθη γενναιοδωρίας κάνοντας λόγο για τον «διάδοχο του Ντομίνγκο» ή τον «νέο Παβαρότι» με αφορμή το ντεμπούτο στη σκηνή ή στη δισκογραφία ενός πολλά υποσχόμενου νεαρού τενόρου. Στο πλαίσιο αυτό, ο Αργεντινός Χοσέ Κούρα χαρακτηρίστηκε ως ο «τενόρος του 21ου αιώνα», ο ιταλικής καταγωγής Γάλλος Ρομπέρτο Αλάνια προκάλεσε ενθουσιώδη σχόλια ενώ και ο Μεξικανός Ραμόν Βάργκας γνώρισε το δικό του μεγάλο μερίδιο προβολής. Με δεδομένη δε τη ροπή προς το «εύκολο» – και λόγω της πανθομολογούμενης κρίσης στη δισκογραφία – και αυτός ακόμη ο αμφιλεγόμενος Αντρέα Μποτσέλι προβλήθηκε ως ο «τενόρος της νέας εποχής»… Και ενώ οι παραπάνω εξακολουθούν να μεσουρανούν στο διεθνές στερέωμα – προκαλώντας ωστόσο μετριοπαθέστερα ως και αρνητικά κάποιες φορές σχόλια -, η επόμενη γενιά τενόρων είναι ήδη εδώ. Νέοι, ωραίοι, ταλαντούχοι, έχουν ήδη αρχίσει να κατακτούν τη διεθνή σκηνή με προσόντα πέραν του φωνητικού ταλάντου. Εν αναμονή του νέου «βασιλιά των ψηλών ντο» λοιπόν, μια σύντομη ματιά στους επικρατέστερους υποψηφίους…
Σαλβατόρε Λιτσίτρα
Παρά το ότι το ντεμπούτο του στη Μητροπολιτική Οπερα της Νέας Υόρκης δεν είχε προγραμματιστεί ενωρίτερα από τη σεζόν 2004-2005, η πρόσκλησή του να αντικαταστήσει τον Λουτσιάνο Παβαρότι ερμηνεύοντας τον ρόλο του Καβαραντόσι στην «Τόσκα» του Πουτσίνι, που παρουσιάστηκε εκεί τον Μάιο του 2002, στάθηκε η αφορμή για την «εκτόξευση» του ιταλού τενόρου στο διεθνές στερέωμα. Είχαν βεβαίως προηγηθεί εμφανίσεις του σε μεγάλα θέατρα αλλά και το ντεμπούτο του στη δισκογραφία με τη συμμετοχή του στην ηχογράφηση του «Τροβατόρε» του Βέρντι, η οποία πραγματοποιήθηκε το 2001 υπό τον περίφημο Ρικάρντο Μούτι, στο πλαίσιο του διεθνούς εορτασμού της εκατονταετηρίδας του συνθέτη. Παρά το ότι ο δρόμος προς τη δόξα υπήρξε κάθε άλλος παρά σπαρμένος με ροδοπέταλα – προηγήθηκαν αποτυχίες σε διεθνείς διαγωνισμούς καθώς και άλλες απογοητεύσεις -, ο Λιτσίτρα εμφανίζεται σήμερα στα μεγαλύτερα λυρικά θέατρα του κόσμου προκαλώντας τα διθυραμβικά σχόλια της κριτικής.
Μαρτσέλο Αλβάρες
Εχοντας χαρακτηριστεί από τα εγκυρότερα ειδικά έντυπα ως «ένας από τους εντυπωσιακότερους τενόρους της σύγχρονης διεθνούς σκηνής», η πορεία του Αργεντινού Αλβάρεζ υπήρξε εντυπωσιακά γρήγορη, με δεδομένο ότι αποφάσισε να ακολουθήσει οπερατική καριέρα – εγκαταλείποντας την πατρίδα του Κόρδοβα και τη δουλειά του ως υπάλληλος σε εργοστάσιο επίπλων- στη μάλλον προχωρημένη ηλικία των 30 ετών. Σύντομα ωστόσο εμφανίστηκε στα μεγαλύτερα λυρικά θέατρα (Σκάλα, Μητροπολιτική Οπερα Νέας Υόρκης, Κόβεντ Γκάρντεν) ενώ έκανε και τα πρώτα του βήματα στη δισκογραφία. Πέρυσι εξάλλου, από κοινού με τον Λιτσίτρα, ηχογράφησαν το άλμπουμ «Ντουέτο», μια προσεγμένη συλλογή από τραγούδια που γράφτηκαν ειδικά γι’ αυτούς.
Τζόζεφ Καλίγια
Εχουν περάσει έξι χρόνια από τότε που στα 19 του μόλις χρόνια ο Τζόζεφ Καλίγια έκανε την πρώτη του επαγγελματική εμφάνιση ερμηνεύοντας τον ρόλο του Μακντάφ στην όπερα «Μάκβεθ» του Βέρντι. Στα 25 του χρόνια σήμερα, ο τενόρος από τη Μάλτα έχει ήδη αποκλειστικό συμβόλαιο με τη δισκογραφική εταιρεία Decca, υψηλά στελέχη της οποίας τον έχουν μάλιστα χρίσει «διάδοχο του Παβαρότι». Ηδη κυκλοφόρησε το πρώτο του CD με τίτλο «Tenor Arias», στο πλαίσιο του οποίου ο Καλίγια παρουσιάζει αποσπάσματα από όπερες που έχει ήδη ερμηνεύσει ολοκληρωμένα επί σκηνής (Αλφρέδο στην «Τραβιάτα», Δούκα στον «Ριγκολέτο», Εντγκάρντο στη «Lucia di Lamermoor») αλλά και από άλλες τις οποίες δεν προτίθεται να εντάξει στο ρεπερτόριό του ακόμη, κρίνοντάς τις «υπερβολικά βαριές» για την ηλικία του. H εντυπωσιακή για τα 25 του χρόνια φωνητική ωριμότητά του πάντως έχει τραβήξει την προσοχή τόσο του μουσικού στερεώματος όσο και της διεθνούς κριτικής.
Ρολάντο Βιλασόν
Τον περασμένο Φεβρουάριο και με αφορμή το θριαμβευτικό ντεμπούτο του στο Κόβεντ Γκάρντεν, όπου πρωταγωνίστησε στη γοητευτική όπερα του Οφενμπαχ «Τα παραμύθια του Χόφμαν», ο βρετανικός Τύπος έκανε λόγο για τη «γέννηση νέου σουπερστάρ τενόρου». Είχε βεβαίως προηγηθεί η εμφάνιση του Μεξικανού Βιλαζόν στη Μητροπολιτική Οπερα της Νέας Υόρκης, όπου ερμήνευσε με μεγάλη επιτυχία τον ρόλο του Αλφρέδο στη βερντιανή «Τραβιάτα», δίπλα στη Βιολέτα της Ρενέ Φλέμινγκ. Παράλληλα, ο 32χρονος τενόρος έκανε ήδη το ντεμπούτο του στη δισκογραφία με το CD υπό τον τίτλο «Italian Opera Arias» (Virgin Classics). Οπως δηλώνει, ατενίζει με αισιοδοξία το μέλλον καθώς πλέον όλες οι πόρτες μοιάζουν να ανοίγουν εύκολα γι’ αυτόν. Ταυτόχρονα ακούγεται προσγειωμένος: «Δεν ισχυρίζομαι πως η δόξα και το χειροκρότημα δεν είναι όμορφα, για μένα όμως αποτελούν την ανταμοιβή, όχι τον στόχο!».
Ντανίλ Στόντα
Το αλλοτινό «παιδί-θαύμα» – καθώς έκανε το ντεμπούτο του στο θέατρο Μαριίνσκι (πρώην Κίροφ) της Αγίας Πετρούπολης σε ηλικία 13 μόλις ετών – εξελίχθηκε σήμερα σε έναν από τους πλέον υποσχόμενους λυρικούς τενόρους της γενιάς του. Στα 27 του χρόνια σήμερα, ο Ρώσος Στόντα έχει πραγματοποιήσει εμφανίσεις μεταξύ άλλων στο Φεστιβάλ του Εδιμβούργου, στο Wigmore Hall, στο Carnegie Hall, στην Οπερα της Ουάσιγκτον, στο Κόβεντ Γκάρντεν κ.α. Εχει επίσης πάρει το «βάπτισμα» του πυρός στη δισκογραφία με ένα προσωπικό CD στο πλαίσιο της σειράς «Debut» της ΕΜΙ Classics, το οποίο ψηφίστηκε ως ο «δίσκος της εβδομάδας» από την εφημερίδα «The Sunday Times» ενώ κρίθηκε αξιοσημείωτο και από τον ειδικό Τύπο.
Χουάν Ντιέγκο Φλόρες
Το ντεμπούτο του, το 1996 στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Ροσίνι του Πέζαρο, ήταν αναμφίβολα μία από τις πλέον εντυπωσιακές «εισόδους» στη διεθνή σκηνή: στα 23 μόλις χρόνια τότε, ο Περουβιανός Φλόρεζ κατέκτησε το κοινό με τη φρεσκάδα της φωνής, τις «φυσικές» ψηλές νότες αλλά και το σπάνιο στις ημέρες μας προσωπικό του στίγμα. Ενάμιση περίπου χρόνο αργότερα, η εμφάνισή του στο Royal Festival Hall του Λονδίνου υπήρξε ένα ακόμη σταθερό βήμα προς την αναγνώριση. Στα 31 του χρόνια σήμερα, ο Φλόρεζ θεωρείται ο αντιπροσωπευτικός belcanto τενόρος της εποχής μας, πράγμα το οποίο κανείς μπορεί να διαπιστώσει και μέσω του τελευταίου CD του με τίτλο «Una furtiva lagrima» – μια «εύπεπτη» συλλογή από άριες του Ντονιτσέτι και του Μπελίνι – που κυκλοφορεί από την Decca. Οσο για το μέλλον, η «ατζέντα» του είναι γεμάτη ως το 2008 με εμφανίσεις μεταξύ άλλων στη Σκάλα, στη Μητροπολιτική Οπερα της Νέας Υόρκης, στο Κόβεν Γκάρντεν και στην Οπερα του Παρισιού…
