Στην καρδιά της ροκ κοινότητας κατοικοεδρεύουν οι γκρούπις. Τρυφερές και διαχρονικά διαθέσιμες υπάρξεις, προσεγγίζουν το αντικείμενο του πόθου τους, που καλό είναι να κρατά κιθάρα
και να μισθώνει ατζέντη, διεκδικώντας ένα ολιγόλεπτο σουλάτσο στη φαντασίωση
του ροκ-εν-ρολ. Μόνο που το μονοπάτι καταλήγει σχεδόν πάντα σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου
Φεβρουάριος 1964, Cavern Club, Λίβερπουλ. Οι εκκολαπτόμενοι Κινκς ετοιμάζονται για την πρώτη συναυλία τους στο κλαμπ και στη μητρόπολη των Μπιτλς. Το «πάρτι» θα κριθεί από τη μοναδική αυτή εμφάνιση. Ολα τα σύνεργα του επίδοξου ροκ σταρ είναι έτοιμα: το ασθενοφόρο (!) που μεταφέρει τα μέλη του γκρουπ, ο μάνατζερ, το σωστό «λουκ» η γκαρνταρόμπα παραπέμπει σε Β-movies εποχής , τα υποψήφια χιτ «Long Tall Sally» και «You Really Got Me». Ο Ρέι Ντέιβις, ο τραγουδιστής του γκρουπ, θα είναι ο πρώτος που θα αντιληφθεί έντρομος την παντελή απουσία του πιο σημαντικού συστατικού της ροκ νομενκλατούρας. Μα πού είναι οι γκρούπις;
Η δεκαοκτάχρονη Νταϊάν, γέννημα θρέμμα της μπιτλομανίας του Βορρά, σπεύδει να σώσει την κατάσταση. Μαζί βέβαια με τις φιλενάδες της. Σε λίγο ολόκληρο το Λίβερπουλ βρίσκεται στα πόδια των Κινκς. Μετά τη συναυλία τα κορίτσια αναλαμβάνουν επισήμως πια χρέη ξεναγών στο ναρκισσευόμενο σύμπαν του σταρ. «Η Νταϊάν και οι άλλες κοπέλες ήθελαν να μας αφήσουν με τις καλύτερες εντυπώσεις από την πόλη του Λίβερπουλ», θυμάται ο Ντέιβις στην προ τριετίας αυτοβιογραφία του. «Εμοιαζε να γνωρίζει τα πάντα. Ηξερε πού να μας πάει. Τα σαλιαρίσματα του γκρουπ με τις φίλες της στο πίσω μέρος του ασθενοφόρου ήταν ευγενικά και καλά οργανωμένα. Τα κορίτσια μασούσαν μέντες Polo για να διατηρούν δροσερή την αναπνοή τους, αλλά και για να μην προδίδουν τα σημεία που είχαν αγγίξει λίγο νωρίτερα τα στόματά τους».
«I’m with the band»
Ο Ντέιβις και η παρέα του δεν είχαν ψευδαισθήσεις: οι γκρούπις δεν είναι απλές θαυμάστριες. Ούτε καν διανοητικά διαταραγμένες προσωπικότητες με εμμονή στους αστέρες της ροκ ποιος θα τις συνέκρινε άραγε με τον Ντέιβιντ Τσάπμαν, τον «φαν» που πυροβόλησε και σκότωσε εν έτει 1980 τον Τζον Λένον, ή τις απανταχού ρέπλικες του Μάικλ Τζάκσον που τρέχουν όπως όπως στις Κάννες προκειμένου να ζητήσουν αυτόγραφο και να πάθουν κρίσεις υστερίας; Ο στόχος είναι συγκεκριμένος και στις περισσότερες τουλάχιστον των περιπτώσεων εφικτός: λίγες στιγμές ευδαιμονίας στην κλίνη της ροκ. Η προσέγγιση δοκιμασμένη επί σειρά ετών: «πάσο» για τα παρασκήνια μετά τη συναυλία, φιλίες με τους αρμοδίους η ατάκα «I’m with the band» («Είμαι με το γκρουπ») είναι το καλύτερο διαβατήριο backstage , ψιλοκουβεντούλα με τον τραγουδιστή ή έστω τον μπασίστα και για επιδόρπιο της βραδιάς μια «πιπεράτη» ιστορία να διηγηθούμε αύριο στο σχολείο. Το προφίλ λίγο πολύ γνωστό: νεαρές αστές ηλικίας από 15 ως 20 χρόνων με έμφυτη κλίση στους εν γένει εκπροσώπους της σύγχρονης μουσικής σκηνής.
Δεν ήταν και δύσκολο να «γλιστρήσεις» από φαν σε γκρούπι στις αρχές της δεκαετίας του ’60 το προσφιλέστερο πειστήριο σεξουαλικής απελευθέρωσης. Ορδές κορασίδων στη Βρετανία και στις ΗΠΑ αναζητούν λίγη από την πρωτοσέλιδη δόξα της Μάριαν Φέιθφουλ, της Τζέιν Ασερ («μούσας» του Πολ ΜακΚάρτνεϊ) ή της Πάτι Μπόιντ (συζύγου του Τζορτζ Χάρισον και εν συνεχεία του Ερικ Κλάπτον). Το καλύτερο φαγητό, ποτό και σεξ στον πλανήτη περιχυμένο με μπόλικες στρώσεις κοκαΐνης και παρέα με τον Μικ Τζάγκερ τι άλλο στ’ αλήθεια να ευχηθεί κανείς; Οι απόπειρες πασών των αποχρώσεων και ηχητικών εφέ. Χαρακτηριστική η περίπτωση μιας δεκαεξάχρονης Νεοϋορκέζας που αναρριχάται με ευκινησία αιλουροειδούς στον έκτο όροφο ξενοδοχείου στο οποίο διαμένει δημοσιογράφος – συνοδός των Ρόλινγκ Στόουνς. Εισβάλλοντας από το παράθυρο και επιβεβαιώνοντας ότι έχει να κάνει με «κολλητό» του Μικ και του Κιθ, διαρρηγνύει τα ιμάτιά της και ξαπλώνει στο κρεβάτι – προθάλαμο της rhythm & blues αιωνιότητας. Ετέρα νεαρά πολιορκεί τους Μπιτλς μέσα από ελικόπτερο, μια άλλη αποστέλλει δείγμα από τα ασπρόρουχά της στον Καρλ Πάλμερ (σ.σ. ιδιαίτερα κατατοπιστικό το βιβλίο «Γκρούπι» της Τζέιν Φέμπιαν που επανεκδόθηκε πρόσφατα, επαναφέροντας ένα τολμηρό απάνθισμα παρασκηνιακών συναλλαγών).
Μια γκρούπι γνωρίζει εκ των προτέρων τους χωροχρονικούς περιορισμούς του «επαγγέλματος». Δεν απαιτεί περισσότερα από αυτά που μπορεί να της παραχωρήσει το εκάστοτε ίνδαλμά της σαφής πάντα η προτίμηση για τον τραγουδιστή του γκρουπ. Στη δεκαετία του Γούντστοκ οι υπηρεσίες παρέχονται ανενδοίαστα σε πείσμα όλων των δύστυχων φανς που αρκούνται σε ένα χαμόγελο επί σκηνής. Τα έξι νόθα τέκνα (όλα αγόρια) του Μπράιαν Τζόουνς των Στόουνς, οι εξομολογήσεις του Ερικ Κλάπτον («σε γενικές γραμμές οι γκρούπις είναι τα πιο ζεστά πλάσματα του κόσμου. Αν θέλεις να κάνεις έρωτα, δεν θα σου χαλάσουν το χατίρι. Αν πάλι είσαι κουρασμένος, θα σου μαγειρέψουν ένα καλό φαγητό και θα σε κάνουν να νιώσεις σαν στο σπίτι σου») και η αγωνία του «ασεξουαλικού» Σιντ Βίσιους των Σεξ Πίστολς να βρεθεί το γρηγορότερο στο κρεβάτι με μια τρυφερή ύπαρξη είναι ενδεικτικά της εξάπλωσης του φαινομένου.
Φυσικά την αφρόκρεμα διεκδικούν πάντα οι εμφανίσιμοι με την ειδεχθέστερη συμπεριφορά. Οι λοιποί αρκούνται σε β’ κατηγορίας ψυχαγωγία εν πτήσει ή λίγο μετά στα καμαρίνια. «Είμαστε το ασχημότερο γκρουπ που έχει γεννηθεί ποτέ», αποφαίνεται σε μια κρίση αυτογνωσίας ο Μπόμπι Κολόμπι, ντράμερ των Blood, Sweat and Tears. Ως εκ τούτου «οι γκρούπις μας είναι οι πιο αστείες στον κόσμο, η πλέμπα». Εξαίρεση στον κανόνα ο Ντέιβιντ Μπόουι, ο οποίος μεταξύ των εκατομμυρίων φανς που ηδονίζονται με την εκάστοτε persona του κέρδισε την καρδιά μιας ασχημούτσικης αγγλίδας νοσοκόμας που εδώ και 20 χρόνια περιστρέφει τη ζωή της γύρω από τις περιοδείες του. Κάθε νυχτερινή βάρδιά της εξαργυρώνεται σε μερικές ακόμη στιγμές κοντά σε Εκείνον μοναδικό της περιουσιακό στοιχείο ένας πίνακας φιλοτεχνημένος από την Αυτού Μεγαλειότητα τον Λεπτό Λευκό Δούκα. Και οι Λεντ Ζέπελιν πολιορκήθηκαν στο παρελθόν από ένα ζεύγος νεαρών, μάλλον χαμηλών προδιαγραφών, από το Ντιτρόιτ. Το σχέδιο ήταν να τις οδηγήσουν στο δωμάτιο ενός μοτέλ και να τους επιτεθούν με ντόνατς. Ναυάγησε, όμως, διότι ο Ρόμπερτ Πλαντ αδυνατούσε να βρει ανοιχτή καφετέρια.
Δεν υπήρξαν όμως όλες οι γκρούπις εξιλαστήρια θύματα της ροκ κοινότητας. Η Νεοϋορκέζα Τσέρι Βανίλα πρόκειται σαφώς για λίαν εύγλωττο ψευδώνυμο είχε συγκεντρώσει στο κρεβάτι της τόσες εξουσίες που μπορούσε να χρίζει και να εκθρονίζει ροκ σταρ και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Είχε μάλιστα τη μαγική ικανότητα να ανακαλύπτει την επόμενη μεγάλη μπάντα. Δεν γινόταν να υπογράψεις συμβόλαιο με τη δισκογραφική εταιρεία χωρίς προηγουμένως να περάσεις μια βραδιά με την αιμοδιψή Τσέριλ. Δεν άργησε να μεταπηδήσει και η ίδια στη μουσική σκηνή ως αοιδός αυτή τη φορά ενώ αρκετές συνάδελφοί της έσπευσαν να εκμεταλλευθούν τις πανομοιότυπες ροκ εμπειρίες τους παρεισφρώντας στη δημοσιογραφία.
Σουπεργκρούπις
Ουδείς κατόρθωσε να ξεπεράσει τον επαγγελματισμό και τη σβελτάδα των Αννίτα Πάλενμπεργκ και Μάριαν Φέιθφουλ αμφότερες ροκ μαθητευόμενες των Ρόλινγκ Στόουνς. Απροκάλυπτα ξανθές, αγγελικών προδιαγραφών, αριστοκρατικής καταγωγής, με γαλλικά, πιάνο και το απαραίτητο σύνδρομο της αυτοδιάθεσης, υπέκυψαν στην απατηλή γοητεία του swinging Λονδίνου οι Κυλιόμενες Πέτρες απλά βρέθηκαν την κατάλληλη στιγμή στον δρόμο τους. Οι Μπράιαν Τζόουνς, Κιθ Ρίτσαρντ και Μικ Τζάγκερ απετέλεσαν διαδοχικά το αντικείμενο των πολυοργασμικών πόθων τους. Η Φέιθφουλ δεν θα διστάσει να εξομολογηθεί την απόφασή της να γίνει «το κορίτσι ενός Στόουν»: «Κοιμήθηκα με τρεις και κατέληξα στο ότι ο τραγουδιστής ήταν η καλύτερη περίπτωση». Οσο για την Πάλενμπεργκ (εκ των πρωταγωνιστών της «Παράστασης» του Νίκολας Ρεγκ το 1970), φρόντισε κατ’ αρχήν να αναδειχθεί σε alter ego του Τζόουνς τα χιτλερικά συμπλέγματά της δεν θα διστάσουν να τον «ντύσουν» με στολή των SS. Και οι δύο ανίατες περιπτώσεις: η ροκ, το σεξ και οι λευκόχροοες σκόνες θα απαρτίσουν επί σειρά ετών το σταθερά «κυλιόμενο» βιογραφικό τους.
Στην αυτή κατηγορία ανήκει και η Νεοϋορκέζα Ντέβον, ο μαύρος και ως εκ τούτου πλέον περιζήτητος άγγελος της ροκ ασυδοσίας. Στο καρνέ της βρίσκει κανείς τα ονόματα των Χέντριξ, Τζόουνς και Τζάγκερ. Ο τελευταίος ενημερώθηκε από τους αρμοδίους για την ποιότητα των υπηρεσιών της και της πρότεινε τηλεφωνικώς να τον συνοδέψει στο επόμενο κοντσέρτο του στη Φιλαδέλφεια. Ακολούθησαν πλείστα τηλεφωνήματα συγχαρητηρίων από εχθρούς και φίλους: «Μπράβο», της έλεγαν, «τα κατάφερες!». «Κάθε φορά που ένας ροκ σταρ ερχόταν στη Νέα Υόρκη», καταθέτει την εμπειρία του ο δημοσιογράφος Αλ Αρόνοβιτζ, «ήξερες πως εντός ολίγου η Ντέβον θα τον επισκεπτόταν στο ξενοδοχείο του».
Με τον Χέντριξ όμως θρυμματίστηκε διά παντός το γκρούπι καθεστώς της. Γρήγορα έγινε η «κοπέλα» του, χωρίς βεβαίως να πάψει ποτέ να διανθίζει τις αδηφάγες φαντασιώσεις του με φρέσκο αίμα αναλαμβάνοντας και χρέη «προαγωγού». Στην κηδεία του στο Σιάτλ στις 18 Σεπτεμβρίου 1970 τα δάκρυά της δεν περιορίζονται σε αυτά της μαυροφορούσας σουπεργκρούπι. Το καρνέ της αδειάζει απότομα. Η επόμενη ημέρα δεν αργεί να έρθει. Δύο χρόνια αργότερα η Ντέβον πεθαίνει από υπερβολική δόση· ο Χέντριξ έχει εξασφαλίσει και τη μετά θάνατον γκέισά του.
Στη μακρά λίστα προστίθεται και η νεαρά Κρις Μπόρις από το Κλίβελαντ, μία ακόμη γόνος αστικής οικογενείας με Β-side όνειρα. Σκοπός της ζωής της «να ικανοποιήσω τις φιλοδοξίες κάποιου, να βοηθήσω κάποιον…». Μόνο που και αυτή θα αποποιηθεί λίαν συντόμως τον τίτλο της γκρούπι (των Λεντ Ζέπελιν και Μπαντ Κόμπανι) για να αναγορευθεί σε σύντροφο του Ντιν Κιλπάτρικ, road manager των Λίναρντ Σκίναρντ, που σκοτώθηκε στο αεροπορικό δυστύχημα του 1977. Η θητεία της στο Γούντστοκ και οι απανωτές κακοποιήσεις της από κάμποσους γενειοφόρους αποστόλους της παγκόσμιας ειρήνης θα την οδηγήσουν επανειλημμένως σε δωμάτια νοσοκομείου. «Τελικά δεν ήμουν φτιαγμένη για κάποιο μεγάλο σκοπό», θα πει αργότερα, όταν θα αναλάβει χρέη γραμματέως σε ένα δικηγορικό γραφείο. «Απλά έμαθα πολλά για τη ζωή».
Οι καλλιτεχνικές ανησυχίες μιας γκρούπι
Υπήρξαν βεβαίως και οι φιλότεχνες. Η Σίνθια, η Νταϊάν και η Μέριλιν από το Σικάγο, γνωστές στα 60ς και ως «Plaster-Casters» (σε ελεύθερη απόδοση, «Τα κορίτσια των γύψινων εκμαγείων»), παραμένουν από τις επιφανέστερες εκπροσώπους του είδους. Και αυτό γιατί δεν αρκέστηκαν σε ενθύμια από τα μπουντουάρ της ροκ κοινότητας. Προτίμησαν πιο… απτά memorabilia: ομοιώματα των γεννητικών οργάνων των σταρ που… βολιδοσκοπούσαν. Η συλλογή εγκαινιάστηκε εν έτει 1967, όταν η Σίνθια, η «ψυχή» της ομάδας, ήταν μόλις 20 ετών. Η θητεία της είχε βεβαίως ξεκινήσει πολύ νωρίτερα: ήδη από το 1965 είχε συσφίγξει τις σχέσεις της με τα περιρρέοντα συγκροτήματα. Αναζητούσε όμως κάποιον τρόπο να διαχωρίσει εαυτόν από τον σωρό ακόμη και μια γκρούπι δεν μπορεί να είναι απλά una multarum.
Η διαδικασία ήταν άμεση, περιεκτική και λίαν «ανυψωτική» για το «εγώ» του εκάστοτε μουσικού. Η παρέα πλησίαζε το υποψήφιο θύμα κουβαλώντας τη βαλίτσα με τα απαραίτητα σύνεργα, του εξέθετε τις προθέσεις της και το πρόπλασμα ήταν ζήτημα ωρών. Τα διάφορα στάδια καταγράφονταν στη συνέχεια με λαχταριστές λεπτομέρειες, φέρνοντας στο φως τις σεξουαλικές διαστάσεις και επιδόσεις των… μοντέλων. Η αρχή έγινε με τους Στόουνς και ακολούθησαν, σύμφωνα με τη Σίνθια, «θα έλεγα σχεδόν οι πάντες». Οι «Plasters-Casters» αναδείχθηκαν ταχύτατα σε Μαντάμ Τισό της μουσικής σκηνής. Ο λογότυπός τους άρχισε να φιγουράρει σε μπλουζάκια, επισκεπτήρια και λοιπά αξεσουάρ, ουδείς όμως γνωρίζει τι απέγιναν τα συλλεκτικά κομμάτια της βαλίτσας τους.
Η μυθολογία των 90ς
Το είδος ευδοκιμεί ακόμη, όπως άλλωστε και το ίδιο το παραμύθι του ροκ-εν-ρολ, όχι βεβαίως με την αυτή συχνότητα. Το περιώνυμο «I’m with the band» ακούγεται σε διαδρόμους και καμαρίνια, χωρίς όμως τις πάλαι ποτέ S&Μ εξάρσεις. Τα φεμινιστικών αποχρώσεων αποφθέγματα του Τζίμι Πέιτζ των Ζέπελιν, ότι «αν τις ταπεινώσεις λίγο, φέρονται καλύτερα», δεν έχουν την ίδια ισχύ για τις μεταμοντέρνες γκρούπις της δεκαετίας του ’90. Οσο για τις εγχώριες νεαρές, παραμένουν πάντα διστακτικές στις προσεγγίσεις τους. Οι επισκέψεις στα παρασκήνια περιορίζονται πάντα σε χαμόγελα, λίγο clubbing μετά τη λήξη του κοντσέρτου και καμιά ανταλλαγή διευθύνσεων. Χαρακτηριστική η περίπτωση του Τζέιμι Γουόλτερς εκ των χλιαρότατων πρωταγωνιστών της τηλεοπτικής σειράς «Μπέβερλι Χιλς», ο οποίος διαθέτει και φωνητικές ικανότητες που περισυνέλεγε προ καιρού ηδυπαθή μπιλιετάκια από τον προφυλακτήρα του πούλμαν έξω από τα «Μαμούνια».
Σύμφωνα με ελληνίδα promoter υπεύθυνη για τη μετάκληση ξένων συγκροτημάτων στα πάτρια εδάφη , από τους πλέον δημοφιλείς στους κόλπους των γκρούπις παραμένουν οι απανταχού μεσάζοντες: οι στενές επαφές με ατζέντηδες, roadies και τεχνικούς της σκηνής εγγυώνται συχνά την πρόσβαση στα καμαρίνια. «Τα κορίτσια συνεχίζουν να έλκονται από το φως της σκηνής σαν πυγολαμπίδες», αντλεί από την εμπειρία της σε συναυλιακούς χώρους. «Επιθυμούν να γίνουν η κυρία Νικ Κέιβ για μια βραδιά, να μιλήσουν με τους Fuzztones, να πάνε για ένα ποτό με τα μέλη των dEUS. Φοβούνται όμως να προχωρήσουν παραπέρα, δεν τολμούν όπως οι φανς στο εξωτερικό. Τα ίδια τα συγκροτήματα ακκίζονται τις περισσότερες φορές· οι γκρούπις είναι κομμάτι της μυθολογίας που θέλουν γύρω από το όνομά τους». Οχι πως δεν υπάρχουν και οι ανθεκτικοί στις πολιορκίες. «Προ καιρού είχε έρθει ο Hugo Race και οι γυναίκες έτρεχαν κυριολεκτικά από πίσω του. Δύο 19ρες ζήτησαν να τον ακολουθήσουν στο δωμάτιό του. Αρνήθηκε. “Απλά δεν θέλω να πηγαίνω με κορίτσια που γνωρίζουν εκ των προτέρων πού βρίσκεται το ξενοδοχείο” ήταν η εξήγηση που έδωσε».
Οι εγχώριοι ρόκερ διεκδικούν και αυτοί με τη σειρά τους τις δικές τους ιέρειες. «Για τις κοπέλες αυτές είναι ένα είδος αυτοεπιβεβαίωσης, ότι μπορούν να ανέβουν και αυτές μαζί σου πάνω στη σκηνή, ότι μπορούν να πάρουν μέρος στις επιτροπές υποδοχής της ροκ κοινωνίας», επισημαίνει ένας «παθών» τραγουδιστής δημοφιλούς ελληνικού γκρουπ που προτιμά να κρατήσει την ανωνυμία του. «Ιδιαίτερα στην επαρχία τα κρούσματα είναι πολύ πιο συχνά: νεαρά κορίτσια ζητούν να προβάλουν πάνω σου τις δικές τους τάσεις φυγής». Περιστατικά άφθονα κάποια λίαν ευτράπελα: «Μετά από μια συναυλία στα Γιάννενα πήγαμε σε ένα πάρτι που γινόταν προς τιμήν μας σε κάποιο μπαρ. Μπαίνοντας στο πούλμαν για να επιστρέψουμε στην Αθήνα βρήκαμε μέσα δύο δεκαεπτάχρονα κορίτσια που μας παρακάλεσαν να έρθουν μαζί μας. Λίγο αργότερα, προτού ακόμη περάσουμε τα όρια της πόλης, η μία έβαλε τα κλάματα και μας ικέτευσε να την πάμε πίσω στο σπίτι της. Δεν μπορούσαμε παρά να αναλάβουμε χρέη κηδεμόνα».
