Η αλήθεια είναι ότι όσες κινήσεις συμπαράστασης έχουν γίνει ως σήμερα προς την πολύπαθη Αφρική επιχειρούνται υπό τη σκιά μεγάλων αστέρων της δυτικής ποπ και ροκ σκηνής. Οι συναυλίες του Σαλίφ Κεϊτά στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης και στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών την Τρίτη και την Τετάρτη σίγουρα είναι ξεχωριστές για αυτόν τον λόγο: είναι από τις ελάχιστες φορές που ένας σταρ της αφρικανικής μουσικής ηγείται μιας ανάλογης πρωτοβουλίας. Φυσικά ο σκοπός των συναυλιών είναι κάτι παραπάνω από «ιερός», αφού τα έσοδα από τα εισιτήρια θα διατεθούν κατά του AIDS και μάλιστα για την ανακούφιση των παιδιών της Αφρικής από τη μάστιγα του αιώνα.
H επιλογή του σπουδαίου αφρικανού μουσικού ίσως τελικώς είναι η πιο ενδεδειγμένη, αφού ο Σαλίφ Κεϊτά έχει βιώσει από μικρός την απομόνωση λόγω της διαφορετικότητας. Επειδή γεννήθηκε αλμπίνος, ούτε το γεγονός ότι είναι απόγονος του αυτοκράτορα και ιδρυτή του Μάλι, Σουντζιάτα Κεϊτά, πτόησε τον πατέρα του, ο οποίος τελικώς τον απομάκρυνε μαζί με τη μητέρα του από το χωριό Τζολίμπα όπου γεννήθηκε, αφού κάτι τέτοιο θεωρείται σημάδι κακής τύχης. Μόνο κακή τύχη δεν είχε, όπως αποδείχθηκε τελικώς για τον Σαλίφ Κεϊτά, αφού η εξέλιξή του στη «χρυσή φωνή της Αφρικής» ήταν ταχεία. Εξυπνος μαθητής, από μικρός φανέρωσε την αγάπη του για τη μουσική και έμαθε από νωρίς να τραγουδά με την τεχνική των γκριό – ποιητές και πλανόδιοι μουσικοί της Δυτικής Αφρικής, υπεύθυνοι για τη διατήρηση της προφορικής παράδοσης. Ο Σαλίφ Κεϊτά προχώρησε ακόμη πιο πέρα, δημιουργώντας ουσιαστικά ένα σχεδόν δικό του μουσικό ιδίωμα, που βασίστηκε μεν στην παράδοση με τα ζουκ και τα σούκους να έχουν τον πρώτο λόγο, αλλά εμπλουτίστηκε και από τη σύγχρονη δυτική μουσική. H δυνατή σοπράνο φωνή του σε συνδυασμό με τον ήχο του οργάνου, της κιθάρας και του σαξοφώνου δημιούργησε ένα άκρως ενδιαφέρον υβρίδιο το οποίο δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητο από την αδηφάγο μουσική βιομηχανία. Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 τον βρίσκουμε στην πρωτεύουσα του Μάλι, Μπαμάκο, να παίζει για το διεθνές κοινό του φερώνυμου ξενοδοχείου της πόλης μαζί με τον άλλον εξαιρετικό μουσικό από τη Γουινέα, τον Μορί Καντέ.
H δισκογραφία του ξεκινά το 1978 στην Αμπιτζάν πλέον, την πρωτεύουσα της Ακτής Ελεφαντοστού, και το εξαιρετικά επιτυχημένο άλμπουμ «Mandjou» με το ομώνυμο τραγούδι γίνεται μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες στην αφρικανική ήπειρο. Τον Δεκέμβριο του 1980 ένας επιχειρηματίας από το Μάλι ανέλαβε οικονομικά τη μεταφορά και τη διαμονή του στην Αμερική προκειμένου να ηχογραφήσει δύο από τα πιο ενδιαφέροντα άλμπουμ της καριέρας του, τα «Primpin» και «Tounkan», αλλά ήταν η Γαλλία και το έντονο ενδιαφέρον της για την έθνικ μουσική, ειδικά τη δεκαετία του ’80, που τον κέρδισε τελικώς. H παραμονή του στο Μοντρέιγ του Παρισιού, όπου ζει και η μεγαλύτερη κοινότητα από το Μάλι, είναι καθοριστική για τη μετέπειτα πορεία του. Εκεί ηχογραφεί και το πρώτο μπεστ σέλερ άλμπουμ της καριέρας του, το εκπληκτικό «Soro», ένα από τα σημαντικότερα άλμπουμ στην ιστορία της έθνικ μουσικής. Την παραγωγή ανέλαβε το γαλλικό ντούο Φρανσουά Μπρεάν και Ζαν-Φιλίπ Ρικιέλ και τραγούδια όπως τα «Wamba» και «Sina» ακούγονταν σε όλα τα κλαμπ δίπλα στη μεγάλη επιτυχία του Μορί Καντέ «Yeke Yeke».
Τότε πραγματοποίησε και την πρώτη εμφάνισή του στη χώρα μας στο πλαίσιο του διήμερου Εθνικ Φεστιβάλ στην παραλία του Αλίμου, δίπλα στον Κινγκ Σανί Αντέ και τον Γιουσού N’ Ντουρ. Τα τελευταία χρόνια χάρη σε μια σειρά επιτυχιών και κυρίως λόγω της καλής σχέσης του με γνωστά ονόματα του ριμίξ όπως ο Μάρτιν Σολβέι αλλά και καλλιτέχνες όπως ο Φρέντερικ Γκαλιάνο η μουσική του έχει αποκτήσει μια άλλη δυναμική, πολύ πιο κοντά στην αισθητική των νέων ακουσμάτων. Αλμπουμ όπως το «Moffou» – το οποίο πούλησε μόνο στη Γαλλία 100.000 αντίτυπα και 150.000 στον υπόλοιπο πλανήτη – αλλά και το πρόσφατο «Μ’ Bemba», αποσπάσματα του οποίου θα ακούσουμε στη χώρα μας, τον έχουν συστήσει με τον καλύτερο τρόπο στη νεότερη γενιά.
Ο Σαλίφ Κεϊτά εμφανίζεται την Τρίτη στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης και την επόμενη ημέρα στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Τα εισιτήρια διατίθενται αποκλειστικά από τα ταμεία του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών και του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης.
