Στο τελευταίο διαβατήριο του 1932 το επάγγελμα δηλώνεται σαφώς: ποιητής. Πρόσωπον: κανονικόν. Χρώμα οφθαλμών: καστανόν. Χρώμα κώμης: υπόλευκον. Σε αυτό το επίσημο χαρτί τα στοιχεία ενός ανθρώπινου πορτρέτου – τα στοιχεία ταυτότητας, θα λέγαμε σήμερα – συμπληρώνονται από μία ιδιότητα, αυτήν του ποιητή· αλλά συμπληρώνονται σε τέτοιο βαθμό ώστε τα υπόλοιπα να εξαφανίζονται. Νομίζω ότι το τελευταίο διαβατήριο του K.Π. Καβάφη είναι από τα ελάχιστα επίσημα έγγραφα όπου ο «ποιητής» αναγνωρίζεται τόσο πανηγυρικά. Το διαβατήριο αυτό είναι ένα από τα τεκμήρια που παρουσιάζονται στη μεγάλη – πραγματικά και συμβολικά – έκθεση του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών «K.Π. Καβάφης, ο κόσμος του και οι εικαστικές μορφές της εποχής του», μια αφήγηση, πολλαπλών αναγνώσεων, της ζωής και του έργου του Αλεξανδρινού αλλά και της λεγομένης περιρρέουσας εικαστικής ατμόσφαιρας μέσα από έργα ελλήνων καλλιτεχνών, αιγυπτιωτών ή όχι, συγχρόνων του ποιητή, με τα τοπία, τις όψεις, τις στιγμές και το πνεύμα της (αιγυπτιακής) Ανατολής και του ανατολισμού. H υπεύθυνη για την οργάνωση και τον σχεδιασμό της έκθεσης Εφη Ανδρεάδη και ο Μανόλης Σαββίδης, διευθυντής του Σπουδαστηρίου Νέου Ελληνισμού απ’ όπου προέρχονται τα περισσότερα προσωπικά αντικείμενα και τεκμήρια της ζωής και του έργου του ποιητή, κατάφεραν να δημιουργήσουν μια έκθεση που σου μεταδίδει συγκίνηση και κυρίως σε φέρνει σε μια σωματική σχέση με τον Αλεξανδρινό.
Για τη δική μου ανάγνωση, αυτό το «σωματικό στοιχείο» είναι πολύ σημαντικό. Ανασυστήνεται ένας υλικός και πνευματικός κόσμος με ήρωα τον Καβάφη. Και η ανασύσταση δεν γίνεται με τη μέθοδο του… τεχνικολόρ και του θεάματος – όπως, για παράδειγμα, είδα να συμβαίνει στη σχετικά πρόσφατη έκθεση για τα 100 χρόνια από τον θάνατο του Τζουζέπε Βέρντι στο Παλάτσο Ρεάλε του Μιλάνου – αλλά με μια πνευματικότητα που αφήνει πολλά περιθώρια στον υπαινιγμό και στην αναγνωστική ικανότητα του επισκέπτη. Για παράδειγμα, το δωμάτιο του ποιητή, με το γραφείο του, ένα οκταγωνικό τραπεζάκι, την πολυθρόνα, τα γυαλιά του και το μπαστούνι του, τόμους βιβλίων από τη βιβλιοθήκη του, ενώ δεν προδίδει τον ιστορικό Καβάφη, σου επιτρέπει παράλληλα να φανταστείς ένα εργαστήριο γραφής, έναν προσωπικό χώρο συμβολισμών και αλληγορίας απ’ όπου δεν λείπουν τα σκιρτήματα και οι μυρωδιές του σώματος. Στο κομμάτι της έκθεσης με τα αντικείμενα και τα ντοκουμέντα – ένας διάδρομος (και χωροταξικά) που σε οδηγεί στην καβαφική καρδιά – η ποίηση και η ζωή είναι αξεδιάλυτες. Παρ’ όλα αυτά θριαμβεύει η ποίηση, αυτό το «ποιητής» που δηλώνεται ως επάγγελμα στο τελευταίο διαβατήριο του K.Π. Καβάφη. Το λέει πολύ καλά ο Μανόλης Σαββίδης στο κείμενό του «Βιογραφικό σημείωμα K.Π. Καβάφη», που περιλαμβάνεται στον κατάλογο της έκθεσης: «Ο Κωνσταντίνος Καβάφης μπορεί να πέθανε από επιπλοκές του καρκίνου του λάρυγγος στο ελληνικό νοσοκομείο της γενέτειράς του Αλεξάνδρειας τα ξημερώματα των εβδομηκοστών του γενεθλίων, στις 29 Απριλίου 1933, αλλά ως άνθρωπος είχε τελειωθεί προ πολλού: ο Κωστάκης του Πέτρου-Ιωάννη Καβάφη και της Χαρίκλειας Φωτιάδη, μέσα από το ανοιχτό μυαλό του, την ευρεία παιδεία του, τη μεθοδική εργασία και τη δύναμη και την ιδιαιτερότητα της προσωπικότητάς του, είχε γίνει ο ποιητής K.Π. Καβάφης. Τα υπόλοιπα ήταν ζήτημα χρόνου».
Το άλλο κομμάτι της έκθεσης, με τη ζωγραφική της εποχής του Καβάφη, αποκαλύπτει πριν απ’ όλα το εύρος του ελληνικού κόσμου, αυτή τη μεγάλη γεωγραφία μέσα στην οποία κινείται και ο ίδιος ο ποιητής. Νομίζω ότι δεν μπορούμε να κατανοήσουμε την ποίηση του Καβάφη αν δεν λάβουμε υπόψη μας αυτόν τον διευρυμένο, τον αναπεπταμένο ελληνικό κόσμο. Οι βιογραφίες των καλλιτεχνών της έκθεσης στοιχειοθετούν ανάγλυφα αυτή τη γεωγραφία. Για να τους πάρουμε αλφαβητικά, η Χαρίκλεια Αλεξανδρίδου-Στεφανοπούλου γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη· ο Γιώργος Γουναρόπουλος στη Σωζόπολη της Βουλγαρίας· ο Νικόλαος Γώγος στην Αλεξάνδρεια· ο Τάκης Καλμούχος στην Αθήνα· ο Γιάννης Κεφαλληνός στην Αλεξάνδρεια· ο Δημήτριος Λίτσας στις Σπέτσες· ο Κωνσταντίνος Μαλέας στην Κωνσταντινούπολη· ο Μίκης Ματσάκης στα Μύρα της Λυκίας· ο Ευθύμιος Παπαδημητρίου στην Αθήνα· ο Κωνσταντίνος Παρθένης στην Αλεξάνδρεια· ο Παύλος Προσαλέντης ο νεότερος στη Βενετία· ο Θεόδωρος Ράλλης στην Κωνσταντινούπολη· ο Συμεών Σαββίδης στην Τοκάτη της Μικράς Ασίας· ο Σπυρίδων Σκαρβέλης στην Κέρκυρα· ο Σοφό (Σοφοκλής Αντωνιάδης) στο Σουλτάν Τσαΐρ της Κυζίκου· ο Περικλής Τσιριγώτης στην Κέρκυρα· η Θάλεια Φλωρά- Καραβία στη Σιάτιστα. Είναι εντυπωσιακή αυτή η γεωγραφία χωρίς ένα δεσπόζον κέντρο. Μια γεωγραφία που επιτρέπει στον Καβάφη να είναι πολίτης της Αλεξάνδρειας και ταυτόχρονα πολίτης της ποιητικής Αντιόχειας.
Το ανατολικό τοπίο – ο Νείλος, τα χωριά, οι βεδουίνοι, η έρημος – υπάρχει στα έργα της έκθεσης. Οπως υπάρχει και το σώμα, κυρίως στα σαρκώδη χείλη των πλανόδιων μουσικών ή στις γυμνές φιγούρες των λουτρών, σκηνές περισσότερο οριενταλιστικές παρά ανατολικές. Αλλά όπως παρατηρεί η Εφη Ανδρεάδη στο κείμενό της «H μαγεία της Ανατολής, Οι έλληνες ζωγράφοι και ο K.Π. Καβάφης», που περιλαμβάνεται στον κατάλογο της έκθεσης, «ο χώρος του (ποιητή) είναι περισσότερο ο χτισμένος κόσμος της πόλης, τα κλειστά δωμάτια όπου γεννιούνται τα φαντάσματα και οι φαντασιώσεις του και από τα οποία παρακολουθεί το φως να αλλάζει, και την αγαπημένη του νύχτα να έρχεται». Από αυτή την άποψη είναι πολύ σημαντικά τα έργα με εσωτερικά και σκηνές δρόμου εκεί όπου τα σώματα εφάπτονται. Για μένα βέβαια το πιο καβαφικό έργο της έκθεσης είναι η αυτοπροσωπογραφία του Κωνσταντίνου Παρθένη. Μια δυνατή ανάκληση του καβαφικού νέου.
