Αρνείται ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος τον «ρόλο του “αρχηγού” της 17Ν» και χαρακτηρίζει αυτή την κατηγορία εναντίον του ως «αστυνομικό κατασκεύασμα» στην πρώτη συνέντευξη που έχει δώσει από την ημέρα της σύλληψής του και που δημοσίευσε χθες η εφημερίδα «Λαμιακός Τύπος» της Λαμίας.
Ο Γιωτόπουλος σε μια μακροσκελή συνέντευξη εξηγεί ότι «τέτοιες ολιγομελείς παράνομες οργανώσεις δεν έχουν αρχηγούς». Παράλληλα αποκαλύπτει ότι ήταν υπό παρακολούθηση, τόσο αυτός όσο και συγγενικά του πρόσωπα, «τουλάχιστον από τα τέλη του 2000» και ότι τέσσερις μήνες πριν από τη σύλληψή του «δύο φορές τηλεφώνησαν σπίτι μου ζητώντας τον “Αλέξανδρο”». Σημειώνεται ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου έρχεται σε αντίθεση με αναφορές υψηλόβαθμων αξιωματικών της ΕΛ.ΑΣ. ότι πληροφορήθηκαν τον τόπο διαμονής του Γιωτόπουλου – στον Βύρωνα και στους Λειψούς – από την κατάθεση του τραυματία Σάββα Ξηρού, στις αρχές Ιουλίου.
Τη γνησιότητα της συνέντευξης επιβεβαίωσε χθες ο δικηγόρος του Γιωτόπουλου κ. Ιωάννης Ραχιώτης συμπληρώνοντας ότι αυτή δόθηκε στη συγκεκριμένη εφημερίδα κατόπιν επιθυμίας του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου που κατάγεται από την περιοχή. Σημειώνεται ότι από τη Λαμία έλκει την καταγωγή του και ο κ. Ραχιώτης που φέρεται να μεσολάβησε για την πραγματοποίηση της συνέντευξης. Επιπλέον ο ίδιος ο Γιωτόπουλος ασκεί κριτική κατά των μεγάλων ΜΜΕ, στα οποία προσδίδει ρόλο «αναμεταδότη των κυβερνητικών και αστυνομικών διαρροών» ενώ στο τέλος της συνέντευξης κάνει λόγο για μηνύματα συμπαράστασης που έχει λάβει και από το χωριό του πατέρα του, τη Γιαννιστού της Λαμίας, αλλά και από αλλού.
Ο Γιωτόπουλος στη συγκεκριμένη συνέντευξή του χαρακτηρίζει «μάλλον τυχαία» την έκρηξη στον Πειραιά και την θεωρεί ως αφετηρία για να «δέσουν» τα προκατασκευασμένα στοιχεία, όπως λέει.
«Η Αστυνομία ψάχνοντας αρχηγό με ένα – σύμφωνα με τις φερόμενες ως καταθέσεις του – μέλος της 17Ν σοβαρά τραυματισμένο στα χέρια του, σχεδόν τυφλό, με ελαττωμένη ακοή και σε άμεσο κίνδυνο ζωής, μπορούσε βέβαια να κάνει τις απαιτούμενες κατασκευές που με αλυσιδωτούς εκβιασμούς τις μετέτρεψε σε καταθέσεις διαφόρων προσώπων» σημειώνει χαρακτηριστικά ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος στη μακροσκελή συνέντευξή του στην εφημερίδα «Λαμιακός Τύπος».
Απαντώντας στο κρίσιμο ερώτημα για τη θέση του γύρω από την καταδίκη των τρομοκρατικών πράξεων αναφέρεται σε πρόσφατη δημοσκόπηση στην οποία το 23,7% των ερωτηθέντων απάντησαν ότι συμφωνούν με τις απόψεις της 17Ν όπως εκφράζονται στις προκηρύξεις της, αλλά δεν συμφωνούν με τις ενέργειές τους. «Αυτή σε γενικές γραμμές είναι και η δική μου θέση» σημειώνει ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος για να τονίσει λίγο αργότερα στην ίδια συνέντευξη ότι «δεν συμφωνώ αλλά και δεν καταδικάζω» και συμπληρώνει ότι «για να καταδικάσω, πρέπει πριν να καταδικαστούν τα δεκάδες ατιμώρητα εγκλήματα σε βάρος του ελληνικού λαού» και σημειώνει την τραγωδία του «Σάμινα», τα εργατικά ατυχήματα ειδικά στο Ολυμπιακό χωριό και τελευταίο το Χρηματιστήριο.
Ο Γιωτόπουλος κρατά αποστάσεις από τον χαρακτηρισμό της 17Ν ως τρομοκρατικής οργάνωσης σημειώνοντας: «Δεν θα χαρακτήριζα τη δράση της 17Ν τρομοκρατική. Το κύριο χαρακτηριστικό της τρομοκρατικής δραστηριότητας είναι η πρόκληση μαζικού τρόμου στον πληθυσμό» και αναφέρεται στις στρατιωτικές επεμβάσεις των ΗΠΑ και των Δυτικών στο Ιράκ, στη Γιουγκοσλαβία και στο Αφγανιστάν και συμπληρώνει: «Οι βίαιες ενέργειες της 17Ν θα ήταν τρομοκρατία αν στόχευαν διακριτικά και τυφλά τον κόσμο, πράγμα που δεν έγινε ποτέ και κανένα απολύτως τμήμα των λαϊκών στρωμάτων δεν ένιωσε ανασφάλεια και φόβο από τη δράση της 17Ν».
Επιπλέον χαρακτηρίζει τη δράση της 17Ν ως «ένοπλο πολιτικό αγώνα, αντάρτικο πόλης με διακηρυγμένο στόχο την ανατροπή του καπιταλιστικού καθεστώτος για ένα αντιγραφειοκρατικό σοσιαλισμό με λαϊκή εξουσία» όπως τονίζει χαρακτηριστικά.
Λέει ότι «δεν υπάρχουν οι συνθήκες για την ανάπτυξη ένοπλων δραστηριοτήτων στα πλαίσια ενός ισχυρού λαϊκού κινήματοςστην Ελλάδα», θεωρεί όμως θεμιτή την ανάπτυξη τέτοιας δραστηριότητας από τη 17Ν, η οποία, όπως σημειώνει, «γεννήθηκε φυσιολογικά από τις εντάσεις και τις ταξικές αντιθέσεις της ελληνικής κοινωνίας», ενώ χαρακτηρίζει την κοινοβουλευτική Αριστερά ως «προ πολλού χρεοκοπημένη και αναξιόπιστη» και σημειώνει ότι η 17Ν εκμεταλλεύθηκε «την απουσία αξιόπιστου αριστερού αντιλόγου» και ως ατού της οργάνωσης σημειώνει τη «συνέπεια» και το «πολιτικό της πρόταγμα».
Ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος κρατά αποστάσεις από τον χαρακτηρισμό «κοινοί εγκληματίες» για τα μέλη της 17Ν τονίζοντας ότι «δεν είναι καινούργια άποψη. Είναι διαχρονικό φαινόμενο αγωνιστές που ξεσηκώνονται να αποκαλούνται έτσι, ιδιαίτερα από εξουσίες με ελάχιστη νομιμοποίηση», ενώ σε άλλο σημείο της συνέντευξης υποστηρίζει ότι «καμία εξουσία δεν αναγνώρισε σ’ αυτούς που εξεγέρθηκαν εναντίον της στάτους πολιτικού αγωνιστή παρά μόνο πολύ μεταγενέστερα».
Ο Γιωτόπουλος χαρακτηρίζει απαράδεκτες τις συνθήκες κράτησής του τονίζοντας ότι «είμαι ο μόνος κρατούμενος που είναι σε παράνομο καθεστώς πλήρους απομόνωσης για πάνω από δύο μήνες», για να συμπληρώσει ότι «η μεν δικτατορία προσπαθούσε να σε σπάσει με τα βασανιστήρια και μετά σε άφηνε σε κανονικό καθεστώς, η δε δημοκρατία προσπαθεί να σε σπάσει μέσω συνεχούς απομόνωσης».
* Ανώτατος αξιωματούχος του υπουργείου Δημόσιας Τάξης σχολιάζοντας τη συνέντευξη δήλωσε προς «Το Βήμα»: «Ο Γιωτόπουλος με αυτά που λέει βαστάει πισινή. Εξακολουθεί να αρνείται ότι είναι μέλος της 17Ν και αποποιείται κάθε ευθύνη των πράξεων της οργάνωσης».
