• Αναζήτηση
  • Πώς η κλιματική αλλαγή πάει πίσω την πώληση των λιγνιτικών μονάδων

    Σε σκληρό πόκερ, με κρυμμένους άσους και μπλόφες, εξελίσσεται η «παρτίδα» για την πώληση των λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ.

    ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΗ ΑΡΚΑΔΙΑΣ.ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΤΗΣ ΔΕΗ ΜΕ ΧΡΗΣΗ ΛΙΓΝΙΤΗ.
    Σε σκληρό πόκερ, με κρυμμένους άσους και μπλόφες, εξελίσσεται η «παρτίδα» για την πώληση των λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ. Οι διαπραγματεύσεις των επενδυτών με τη διοίκηση της ΔΕΗ διαδραματίζονται σε φορτισμένο κλίμα, με τις δυσκολίες να μην έχουν τελειωμό. Οι απαιτήσεις των παικτών που διεκδικούν τα δύο «πακέτα» λιγνιτικών μονάδων (Μεγαλόπολης και Φλώρινας) είναι… υψηλές. Οι συνθήκες άλλωστε ευνοούν την άκαμπτη στάση τους.
    Μεγάλο «αγκάθι» στην εξέλιξη του διαγωνισμού για τους λιγνίτες αποδεικνύονται τελικά τα δικαιώματα εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα (CO2), τα οποία αγοράζουν οι βαριές βιομηχανίες από το Χρηματιστήριο Ρύπων της ΕΕ, ώστε να μπορούν να ρυπαίνουν. Το τελευταίο διάστημα τα δικαιώματα – τα οποία αποτελούν θεμέλιο λίθο της ευρωπαϊκής πολιτικής για την ανάσχεση της κλιματικής αλλαγής – ακολουθούν ένα «ράλι» τιμών ξεπερνώντας, προ δεκαημέρου, ακόμα και τα 21 ευρώ ανά τόνο CO2 (από 8,5 ευρώ τον Ιανουάριο), γεγονός που θέτει τροχοπέδη στην πώληση των λιγνιτών, με ένα καλό τίμημα. 
     

    Aπαγορευτικό το κόστος των δικαιωμάτων

    Το 2017 όλες οι λιγνιτικές μονάδες της ΔΕΗ εξέπεμψαν περίπου 25,6 εκατ. τόνους διοξειδίου του άνθρακα. Με την τιμή CO2 στα σημερινά επίπεδα των περίπου 20 ευρώ ανά τόνο (μεσοσταθμικά το πρώτο οκτάμηνο του 2018 υπολογίζεται στα 13,27 ευρώ), καθίσταται πλέον απαγορευτικό το κόστος των δικαιωμάτων για τον κακής ποιότητας ελληνικό λιγνίτη που εκπέμπει κατά μέσο όρο πάνω από 1,6 τόνους ανά παραγόμενη μεγαβατώρα.
    Οπως διαφαίνεται, το πρόβλημα δύσκολα βελτιώνεται, ακόμα και με τη λεγόμενη αντιστάθμιση CO2 – τον «άσο στο μανίκι» των ενεργοβόρων βιομηχανιών -, η εφαρμογή της οποίας για την έμμεση επιδότηση του λιγνίτη δεν είναι διόλου απλή, δεδομένων των υφιστάμενων κανόνων. Ηδη από πέρυσι ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ΔΕΗ κ. Μανόλης Παναγιωτάκης ήθελε να βάλει στο παιχνίδι την ενεργοβόρα βιομηχανία, καθώς η συμμετοχή της σε οποιοδήποτε σχήμα θα περιόριζε το κόστος.
    Και αυτό διότι στην Ελλάδα, από τον «κουμπαρά» των δικαιωμάτων (εκτιμώνται σε άνω των 500 εκατ. ευρώ για το 2018, με μια μέση τιμή CO2 στα 15 ευρώ ανά τόνο), η ενεργοβόρος βιομηχανία δικαιούται ως αντιστάθμισμα το 15%, δηλαδή 75 εκατ. ευρώ (με δεδομένο ότι η Ελλάδα έχει 33,5 εκατ. δικαιώματα). Με άλλα λόγια, 250% παραπάνω από τα 30 εκατ. ευρώ που εισέπραξε το 2017 από τη δημοπράτηση δικαιωμάτων CO2. Και πάλι όμως, όπως αναφέρουν παράγοντες της ελληνικής βιομηχανίας, η εξίσωση δεν βγαίνει.
    Γι’ αυτό ο κ. Παναγιωτάκης, εκτός από την παρότρυνσή του στη συμμετοχή της βιομηχανίας στον διαγωνισμό, επιμένει και στη δυνατότητα χορήγησης Αποζημιώσεων Διαθεσιμότητας Ισχύος (ΑΔΙ) στις λιγνιτικές μονάδες – αποτελεί απαίτηση και των υποψήφιων επενδυτών -, αν και αυτό μένει να εγκριθεί από την Κομισιόν.

    «Οι Κινέζοι μάς έχουν περάσει από… κόσκινο»

    Από τους επενδυτές που έχουν περάσει έως σήμερα το κατώφλι της ΔΕΗ και έχουν επισκεφθεί το data room, μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχουν επιδείξει οι Κινέζοι της CHN Energy (κατέβηκε στον διαγωνισμό σε κοινοπραξία με τον όμιλο Κοπελούζου) και οι Τσέχοι της Seven Energy (που έχουν συμπράξει με τη ΓΕΚ Τέρνα).
    Οπως αναφέρει χαρακτηριστικά ανώτατο στέλεχος της ΔΕΗ, «οι Κινέζοι μάς έχουν περάσει από… κόσκινο». Εχουν υποβάλει περί τις 200 διευκρινιστικές ερωτήσεις και ζητούν επιπλέον στοιχεία (για ζητήματα εργασιακά, νομικά, διαδικαστικά, κόστος εξόρυξης λιγνίτη κ.λπ.), γι’ αυτό και ζήτησαν παράταση της προθεσμίας υποβολής δεσμευτικής προσφοράς πέραν της 17ης Οκτωβρίου, ώστε να έχουν τον χρόνο να πάρουν τις απαντήσεις που ζητούν και να τις αξιολογήσουν.
    Οπως σχολιάζει πηγή της ενεργειακής αγοράς, οι Κινέζοι, αδιαφορώντας για τις ευρωπαϊκές πολιτικές απολιγνιτοποίησης, και μετά τη δραστική μείωση των πρότζεκτ για κατασκευή νέων μονάδων στην Κίνα, κάνουν εξαγωγή της τεχνολογίας τους και ταυτόχρονα εξωτερική πολιτική προσπαθώντας να αποκτήσουν υποδομές στην ΕΕ, αδιαφορώντας για την οικονομική βιωσιμότητα της επένδυσης.
    Αντίστοιχο ενδιαφέρον έχουν επιδείξει και οι Τσέχοι της Seven Energy, παρά τη δυσμενή για τον λιγνίτη συγκυρία.
    Οπως επισημαίνει χαρακτηριστικά κορυφαίος παράγοντας της ΔΕΗ, «όταν μια αγορά κλείνει, κάποιοι μένουν τελευταίοι και βγάζουν λεφτά, έτσι και οι Τσέχοι με τους λιγνίτες. Ξέρουν τη δουλειά, έχουν βγάλει πολλά από αυτήν και θεωρούν ότι, υπό όρους, μπορούν να κερδίσουν κι άλλα. Ποντάρουν επίσης σε μια πιο μακροχρόνια απολιγνιτοποίηση της Ευρώπης. Μάλιστα είναι έτοιμοι για την κατάθεση δεσμευτικής προσφοράς» σημειώνει πηγή με γνώση των διαπραγματεύσεων. Ωστόσο, η άλλη τσεχική εταιρεία που είχε αρχικά εκδηλώσει ενδιαφέρον, η Energetick, φαίνεται να απέχει πλέον από τις διαδικασίες.
    Οσο για τη «Μυτιληναίος», συνεχίζει να εμφανίζεται επιφυλακτική και, όπως σημειώνει στέλεχος της ΔΕΗ, «θα είναι έκπληξη εάν τελικά καταθέσει δεσμευτική προσφορά». Αντιστοίχως, η ΕΛΒΑΛΧΑΛΚΟΡ επιδιώκει μια καλή μακροχρόνια συμφωνία ισχύος (Power Purchase Agreement – ΡΡΑ) με το επενδυτικό σχήμα που θα… προκριθεί, αν και, σύμφωνα με πληροφορίες, οι προτάσεις που έχει δεχθεί δεν ήταν ιδιαίτερα ελκυστικές.

    Ζητούν κατάργηση του φόρου υπέρ των ΑΠΕ

    Ορισμένοι παίκτες – εκτός εκείνων που διαθέτουν χαρτοφυλάκιο Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) – έχουν ζητήσει από την κυβέρνηση, για αντιστάθμιση του επενδυτικού ρίσκου, την κατάργηση του φόρου λιγνίτη υπέρ ΑΠΕ. Ο συγκεκριμένος φόρος είναι 2 ευρώ ανά μεγαβατώρα προερχόμενη από καύση λιγνίτη και «εμπλουτίζει» τον Ειδικό Λογαριασμό ΑΠΕ (ΕΛΑΠΕ) από τον οποίο πληρώνονται οι παραγωγοί ΑΠΕ.

    Το κλειδί

    Ετσι, το 2017 εισέρρευσαν 32,77 εκατ. ευρώ στον ΕΛΑΠΕ (με παραγωγή 16.387.921 MWh από λιγνίτη). Είναι αξιοσημείωτο δε ότι από αυτή την ενέργεια μόλις 4.436.314 MWh προέκυψαν από τις τρεις υπό πώληση λιγνιτικές μονάδες (Μελίτη Ι, Μεγαλόπολη ΙΙΙ, Μεγαλόπολη IV), που αντιστοιχούν σε έσοδα του ΕΛΑΠΕ από τον ειδικό φόρο λιγνίτη, μόλις 8,87 εκατ. ευρώ.
    Το κλειδί στην υπόθεση της πώλησης, σύμφωνα με τον υπεύθυνο του τομέα ενεργειακής και κλιματικής πολιτικής στο WWF Ελλάς κ. Νίκο Μάντζαρη, είναι το γεγονός ότι οι ελληνικές λιγνιτικές μονάδες πρέπει να πληρώνουν για κάθε τόνο CO2 που εκπέμπουν, σε συνδυασμό με την εκτόξευση των τιμών CO2, οι οποίες προβλέπεται από πλήθος αναλυτών ότι θα αυξάνονται ακόμα περισσότερο τα επόμενα χρόνια.

    Διαπραγμάτευση

    «Από την επιμονή στο να επιτραπεί σε λιγνιτικές μονάδες να μετέχουν σε μηχανισμούς διασφάλισης ισχύος (ΑΔΙ) στο διηνεκές, την έντονη διαπραγμάτευση για να γλιτώσουν οι νέοι ιδιοκτήτες των τριών λιγνιτικών μονάδων ποσά της τάξης των 9 εκατ. ευρώ, την προσπάθεια να προσελκύσουν επενδυτές από την ενεργοβόρο βιομηχανία που δικαιούνται αντιστάθμισης CO2, γίνεται κρυστάλλινα σαφές το πόσο μη συμφέρουσα είναι η πώληση των λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ και η συνεπαγόμενη διαιώνιση του λιγνιτικού μοντέλου ηλεκτροπαραγωγής» σημειώνει ο κ. Μάντζαρης, επισημαίνοντας ότι η ελληνική κυβέρνηση επιβάλλεται να θέσει συγκεκριμένη ημερομηνία πλήρους απεξάρτησης από τον λιγνίτη ως τις αρχές της δεκαετίας του 2030.  Πάντως, η διοίκηση της ΔΕΗ πιέζει την κυβέρνηση για στήριξη του λιγνίτη, με στόχο τον έλεγχο του ενεργειακού κόστους, και αναμένει με ενδιαφέρον να τεθεί σε διαβούλευση ο μακροχρόνιος ενεργειακός σχεδιασμός, ο οποίος θα καταδείξει το επιθυμητό ποσοστό των διαφόρων πηγών ενέργειας, ώστε να πληρούνται οι περιβαλλοντικοί (αύξηση των ΑΠΕ, περιορισμός του λιγνίτη κ.λπ.) και αναπτυξιακοί στόχοι.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Κοινωνία