Ο εκλογικός νόμος στην Ελλάδα χρησιμοποιήθηκε πάντοτε ως εργαλείο για την εξυπηρέτηση του κρατούντος κόμματος. Δηλαδή το εκλογικό σύστημα χρησιμοποιήθηκε, κατά κανόνα, για να ενισχυθεί η πολιτική δύναμη των εκάστοτε κυβερνώντων ώστε να διατηρήσουν την εξουσία και/ή να αποτρέψουν εκλογική νίκη των αντιπάλων τους.

Η ευφυΐα όλων των εκλογικών νόμων ήταν και είναι η αξιοποίηση ορισμένων διατάξεών τους ώστε άλλους να ψηφίζει η πλειοψηφία του λαού και άλλοι εν τέλει να κυβερνούν.
Βεβαίως, επειδή όλα εδώ πληρώνονται, αρκετές φορές η προσαρμογή του νόμου στις επιδιώξεις κυβερνώντων απέληξε σε αντίθετο προς το προσδοκώμενο αποτέλεσμα.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των εκλογών του 1956 και του 1958. Στην πρώτη περίπτωση, η τότε κυβερνώσα δεξιά ΕΡΕ (Εθνική Ριζοσπαστική Ενωση), υπό τον Κ. Καραμανλή, επέτυχε να καταλάβει στο Κοινοβούλιο περισσότερες έδρες από όσες της αναλογούσαν αφήνοντας δεύτερη σε αριθμό εδρών τη Δημοκρατική Ενωση που είχε λάβει μεγαλύτερο αριθμό ψήφων!!
Αν κατά τα προαναφερθέντα το εκλογικό μαγειρείο τα κατάφερε το 1956, δεν πέτυχε τους στόχους του στις εν συνεχεία εκλογές του 1958. Τότε, ύστερα από πολιτικές ανακατατάξεις, η κυβερνώσα ΕΡΕ ψήφισε εκλογικό σύστημα κομμένο και ραμμένο έτσι ώστε το πρώτο κόμμα να σχηματίζει κυβέρνηση και το δεύτερο να «ληστεύει» το τρίτο. Οι φωστήρες πίστευαν ότι θα εξοντώσουν την Αριστερά ενισχύοντας μετά το πρώτο (υπό τον Κ. Καραμανλή) κόμμα το κόμμα των Φιλελευθέρων (υπό τους Γ. Παπανδρέου και Σοφοκλή Βενιζέλο).
Οι ψηφοφόροι όμως τους τιμώρησαν. Οι κάλπες ανέδειξαν δεύτερο κόμμα την ΕΔΑ, που κατέλαβε τα έδρανα της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. Η αλλαγή του εκλογικού νόμου που ακολούθησε έγινε με στόχο την ελαχιστοποίηση της εκλογικής δυνάμεως της Αριστεράς.
Το νέο εκλογικό σύστημα συνδυάστηκε από τους κυβερνώντες με τη διαβόητη βία και νοθεία του 1961, για να ακολουθήσουν τα εν πολλοίς γνωστά γεγονότα που έφεραν τη χώρα στην καταστροφική Αποστασία του 1965 και στην εγκληματική δικτατορία του 1967.
Εκτοτε εφαρμόστηκε το σύστημα της ενισχυμένης αναλογικής που κατ’ αρχήν έμοιαζε να εξυπηρετεί τα δύο πρώτα κόμματα να εναλλάσσονται στην εξουσία. Η πρώτη προσπάθεια αλλοιώσεως της λαϊκής θελήσεως έγινε στις εκλογές του 1989 και μετά με τον εκλογικό νόμο Τσοχατζόπουλου που δεν έδινε κοινοβουλευτική πλειοψηφία στο πρώτο κόμμα που ψήφιζε το 47% του λαού! (Χρειάστηκαν τρεις εκλογικές αναμετρήσεις για να κερδίσει τον Απρίλιο του ’90 το πρώτο κόμμα 150 έδρες με 47%!)
Τελικά ανεκαλύφθη το σύστημα «συν 50» που δίνει στο πρώτο κόμμα δώρο πενήντα έδρες.
Το σύστημα αυτό αρέσει βεβαίως σε όσους προσδοκούν να πρωτεύσουν στις εκλογές και δεν συμφέρει τους μικρούς. Η περίπτωση να αλλάξει ο εκλογικός νόμος (ως αποτέλεσμα πολιτικής συναλλαγής) σκοντάφτει στο ότι με συνταγματική διάταξη κάθε αλλαγή του εκλογικού νόμου εφαρμόζεται από τις μεθεπόμενες εκλογές. Για ν’ αλλάξει αμέσως το εκλογικό σύστημα πρέπει τις αλλαγές να τις αποφασίσει η Βουλή με 200 ψήφους τουλάχιστον.
Το «παζάρι» βέβαια άρχισε…

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ