Η απόσυρση καταθέσεων δεν ανησυχεί την κυβέρνηση. Θεωρεί πως είναι αρμοδιότητα της ΕΚΤ να καθησυχάσει τους καταθέτες των ελληνικών τραπεζών. Η Φρανκφούρτη ευθύνεται για την αναστάτωση –λένε –επειδή συντηρεί την αβεβαιότητα αντί να ενισχύει την εμπιστοσύνη. Αρα η ΕΚΤ οφείλει να αλλάξει στάση. Και αν δεν το κάνει, θα καταγγελθεί. Συνεπώς, κάνουν μέγα λάθος όσοι πιστεύουν ότι η πίεση στους καταθέτες είναι ένας εκβιασμός που θα έχει ανάλογο αποτέλεσμα με εκείνο που είχε στις προηγούμενες κυβερνήσεις. Η κυβερνητική ψυχραιμία εξηγείται από το γεγονός ότι η Αθήνα δεν τρέμει το Grexit, αλλά μάλλον το καλοβλέπει. Κορυφαίοι κυβερνητικοί θεωρούν το Grexit προϋπόθεση μακροημέρευσης. Θα τους έδινε την ευκαιρία για την άσκηση πραγματικής διακυβέρνησης αφού νευραλγικές οικονομικές εξουσίες θα επέστρεφαν στο εθνικό πλαίσιο. Αλλά δεν το λένε. Γιατί να βροντοφωνάξουν υπέρ του Grexit όταν η Ευρώπη, επιτρέποντας στις τράπεζες να αδειάζουν, σπεύδει να τους «απειλήσει» πως ένα Grexit είναι έτοιμη να τους το εξασφαλίσει;
Με γνώμονα αυτή την αντίστροφη (αριστερόστροφη) λογική, ακόμη και η στρατηγική της πεντάμηνης διαπραγμάτευσης παύει να είναι άλυτος γρίφος. Η Αθήνα απαιτεί από την (συντηρητική) Ευρώπη να αυτοαναιρεθεί –γνωρίζοντας προφανώς ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει. Το κόστος της αυτοαναίρεσης μοιάζει για την Ευρώπη πολύ μεγαλύτερο από το κόστος της διαχείρισης ενός Grexit –και η Αθήνα το αντιλαμβάνεται. Αρα η Αθήνα μοιάζει σαν να «κατευθύνει» συνειδητά το χέρι της Ευρώπης. Οι Ευρωπαίοι δεν το συνειδητοποιούν γιατί δεν μπορούν να διανοηθούν ότι η κυβέρνηση μπορεί να σκέφτεται αυθεντικά με αντίστροφη (αριστερόστροφη) λογική. Κάπως έτσι η Αθήνα γλιστρά μέσα από τα χέρια του Βερολίνου. Οταν το 1949 επικράτησαν οι κομμουνιστές στην Κίνα, οι ιθύνοντες στην Ουάσιγκτον φώναζαν έξαλλοι «Who lost China?» («Ποιος έχασε την Κίνα;»). Χωρίς μια ανακωχή ανάλογη της 20ής Φεβρουαρίου, το ιστορικό ερώτημα μπορεί να επαναληφθεί για την Ελλάδα του 2015.