Είναι σαν να επιστρέφει στο σπίτι του. Το Αρχείο του Φώτη Κόντογλου, του σπουδαιότερου μελετητή της βυζαντινής και μεταβυζαντινής ζωγραφικής παράδοσης, ανήκει πλέον στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο. Τα εγγόνια του καλλιτέχνη, Παναγιώτης και Φώτης Μαρτίνος, παρέδωσαν το υλικό που βρήκαν στο σπίτι όταν πέθανε η μητέρα τους Δέσπω το 2009. Το συγκέντρωσαν, το ψηφιοποίησαν και, κρίνοντας ότι ο ίδιος ο Κόντογλου στο Βυζαντινό θα ήθελε να το παραδώσει, ακολούθησαν την ανείπωτη επιθυμία του. Επειτα, ζωγράφος και Μουσείο δεν έχουν μόνο κοινό τη βυζαντινή ζωγραφική αλλά και μια παλιά συνεργασία καθώς ο Κόντογλου είχε εργαστεί στο Βυζαντινό ως συντηρητής ζωγράφος τη δεκαετία του ’30 και είχε αναπτύξει μια στενή σχέση με τον τότε διευθυντή του μουσείου Γιώργο Σωτηρίου. Εκείνη την περίοδο είχε φιλοτεχνήσει και τον ζωγραφικό διάκοσμο στο σιντριβάνι του προαύλιου χώρου, ένα δείγμα της δουλειάς του από τα 45 έργα που έχει στη συλλογή του το Μουσείο.
Ο Κόντογλου είναι συνυφασμένος με την παράδοση. Φορητές εικόνες, τοιχογραφίες σε εκκλησίες της Αθήνας, η συντήρηση των τοιχογραφιών του Μυστρά αλλά και «το αγιογραφείν άνευ διδασκάλου», το πολύτιμο βιβλίο «Εκφρασις της Ορδόδοξης Αγιογραφίας» με όλα τα «μυστικά» της βυζαντινής αγιογραφίας είναι μερικές εκφάνσεις του αγώνα που έδωσε για την ελληνικότητα στην τέχνη. «Θέλαμε να ολοκληρωθεί και η εικόνα του να μη μείνει στην Ιστορία μόνο ως ένας αγιογράφος ή ως ένας άνθρωπος της Εκκλησίας. Η πίστη του ήταν δεδομένη, αλλά η προσωπικότητά του ήταν πολύ πιο σύνθετη» λέει ο Φώτης Μαρτίνος.
Γεννημένος στο Αϊβαλί το 1895, έχασε πολύ μικρός τον πατέρα του, γεγονός που ενίσχυσε την εγγύτητα με τον θείο του και ηγούμενο της Μονής της Αγίας Παρασκευής. Υιοθέτησε μάλιστα το επώνυμό του: (το μητρικό) Κόντογλου αντί του (πατρικού) Αποστολέλης. Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος τον απέσπασε από τις σπουδές του στην Καλών Τεχνών της Αθήνας στο Παρίσι, όπου εργάστηκε για τα προς το ζην σε εργοστάσιο οβίδων. Επέστρεψε στο Αϊβαλί, όπου δίδασκε ιχνογραφία σε γυμνάσιο ως τον διωγμό του ’22. Από τη Μυτιλήνη βρέθηκε και πάλι στην Αθήνα, όπου με παρέμβαση της Ελλης Αλεξίου άρχισε να σχεδιάζει για τον Ελευθερουδάκη. Το διαβατήριό του για την αυξημένη προσοχή ήταν ο «Πέδρο Καζάς», ένα βιβλίο που άνοιξε νέους δρόμους στην ελληνική λογοτεχνία. Ο πρωταγωνιστής του, όπως και σε άλλα βιβλία του Κόντογλου, είναι άνθρωπος της θάλασσας, κουρσάρος. «Αυτοί οι χαρακτήρες είναι παράδειγμα για εμάς που χάνουμε το κουράγιο μας σε κάθε περίσταση της ζωής μας» έλεγε. Οι διενέξεις του με ανθρώπους σε θέσεις ισχύος, είτε λόγω της αμφισβήτησης των ικανοτήτων του είτε λόγω οικονομικών διαφορών (τόσο στο Δημαρχείο Αθηναίων όπου έχει αγιογραφήσει με αριστουργηματικό τρόπο την ιστορία των Ελλήνων όσο και σε ναούς δεν πληρώθηκε ποτέ για το έργο του), είχαν ως αποτέλεσμα μια στερημένη ζωή.
«Ξέραμε ότι περνούσε δύσκολα» λέει ο εγγονός του Φώτης Μαρτίνος. «Δεν ήταν όμως ποτέ κατσούφης. Δούλευε από τα χαράματα, κάθε μέρα ως τα βαθιά γεράματα, οπότε δεν υπήρχε χρόνος να είναι παππούς. Κάθε βράδυ όμως είχαμε συγκέντρωση στο σπίτι και μαζευόταν κόσμος. Ηταν πολύ θελκτικός ως άνθρωπος, γι’ αυτό και έρχονταν κάθε μέρα διαφορετικοί άνθρωποι».
Το σπίτι ο Κόντογλου το είχε χτίσει το ’30 στη συνοικία Κυπριάδου, τα σημερινά Ανω Πατήσια. Στη διάρκεια του πολέμου αναγκάστηκε να το πουλήσει και ο επόμενος ιδιοκτήτης κάλυψε με λαδομπογιά τις τοιχογραφίες που είχε φιλοτεχνήσει σε δύο τοίχους του. Αφότου έζησε για 12 χρόνια σε ένα γκαράζ σε διπλανό δρόμο, το πήρε πίσω με την επιστροφή των πολεμικών αποζημιώσεων το ’53 (οι κακοποιημένες τοιχογραφίες αποτοιχίστηκαν εν τέλει το 1979 επί διεύθυνσης Παπαστάμου και βρίσκονται στην Εθνική Πινακοθήκη). Εκτοτε όλη η οικογένεια έμενε μαζί: η σύζυγός του Μαρία, η κόρη του Δέσπω, η οποία από μικρή είχε αναλάβει τη μητέρα της που ήταν βαριά άρρωστη και έτσι ο Κόντογλου απερίσπαστος μπορούσε να αφοσιωθεί στο έργο του, ο σύζυγός της Ιωάννης Μαρτίνος, τα παιδιά τους Παναγιώτης και Φώτης.
Ο Φώτης Κόντογλου πέθανε το 1965 καθώς η υγεία του είχε αρχίσει να κλονίζεται ανεπανόρθωτα από τότε, δύο χρόνια νωρίτερα, που τον είχε χτυπήσει αυτοκίνητο μαζί με τη σύζυγό του στη Γλυφάδα. Πέθανε πικραμένος και πάμπτωχος. «Το ’64, έναν χρόνο πριν πεθάνει, τον θυμήθηκε η Εφορία, του έστειλε καταλογισμό προστίμων γιατί δεν τηρούσε τα βιβλία εσόδων – εξόδων που τηρεί ένας μπογιατζής» λέει ο κ. Μαρτίνος. Δεν ήταν όμως αυτός ο λόγος της πίκρας του. Οχι αποκλειστικά τουλάχιστον. «Οταν στέλνεις επιστολές σε ανθρώπους σε ισχυρές θέσεις, το ξέρεις ότι δεν θα σε συμπαθήσουν. Οπως επίσης όταν δεν δέχεσαι υποδείξεις, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση της Καπνικαρέας, όπου του είπαν ότι ζωγράφιζε πολύ «βυζαντινότροπα»». Η δυσαρέσκεια του Κόντογλου ανάβλυζε από άλλη πηγή. «Οι μαθητές του τον αποκήρυξαν, τον κατηγόρησαν, τον πέταξαν έξω από δουλειές. Οχι ο Εγγονόπουλος ή ο Τσαρούχης, αυτοί οι καλλιτέχνες χάραξαν την πορεία τους, είχαν τη δική τους προσωπικότητα. Ηταν άλλοι που του χρωστούσαν πολλά και του γύρισαν την πλάτη. Ο Κόντογλου πέθανε έτσι όπως ήρθε από το Αϊβαλί: πρόσφυγας».
Η αποτίμηση του έργου

Η διευθύντρια του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου κυρία Α. Λαζαρίδου δέχθηκε με μεγάλο ενθουσιασμό το Αρχείο. Μέρος του θα συμπεριληφθεί σε έκθεση που ετοιμάζει το Μουσείο την επόμενη άνοιξη με αφορμή τα 50 χρόνια από τον θάνατο του Κόντογλου.


Τι ακριβώς περιλαμβάνει το Αρχείο Κόντογλου που σας παραδόθηκε;
«Υπάρχουν αυτοβιογραφικά σημειώματα, κατάστιχα των πηγών και των κειμένων τα οποία μελετούσε, οπότε μέσα από αυτά μπορεί κανείς να δει πώς διαμορφώθηκε η ζωγραφική αλλά και η θεωρητική γλώσσα του. Υπάρχουν όλα τα δημοσιευμένα κείμενά του στην εφημερίδα «Ελευθερία» από το ’48 ως το ’65 και αλληλογραφία του με πολύ σημαντικές προσωπικότητες της εποχής από τον χώρο της λογοτεχνίας, της δημοσιογραφίας και της Εκκλησίας. Υπάρχουν συμβόλαια παραγγελιών για μεγάλα αγιογραφικά σύνολα αλλά και μελέτες άλλων συγγραφέων για τον Φώτη Κόντογλου, καθώς και ένα κομμάτι με φωτογραφικό υλικό που βοηθάει στην ανασύνθεση μιας ολόκληρης εποχής».
Πώς αποτιμάτε την αξία του Αρχείου;
« Ο Κόντογλου ξέρει τόσο καλά την ελληνική γλώσσα, ξέρει τόσο βαθιά τη βυζαντινή τέχνη, που νομίζω ότι αυτή η γνώση πρέπει να αποτιμηθεί όπως πρέπει. Το Αρχείο θα πρέπει σωστά να διαβαστεί και να μελετηθεί από το επιστημονικό προσωπικό του μουσείου. Βεβαίως υπάρχουν οι προηγούμενοι σημαντικοί μελετητές του Κόντογλου, όπως ο κ. Νίκος Ζίας, ωστόσο η έρευνα ποτέ δεν σταματάει, συνεχίζεται και οφείλει να συνεχίζεται, οπότε πράγματα που ήταν άγνωστα ή μη δημοσιευμένα μπορούν να επανεκτιμηθούν και να φωτίσουν πλευρές αυτής της τόσο σημαντικής προσωπικότητας».

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ